Επιστροφή στις ελληνικές ρίζες ή πορεία στα Έσχατα; Κριτική θεώρηση σε ορισμένες θέσεις του Χρήστου Γιανναρά, τον ελληνοκεντρισμό και την ελληνορθοδοξία (Σωτήρης Γουνελάς)

[Απόσπασμα (10η ενότητα) από το βιβλίο του Σωτήρη Γουνελά «Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ. Κρίση του ανθρώπου – απώλεια του νοήματος» εκδ. ΑΡΜΟΣ 1997. Μέρος της Ενότητας αυτής πρωτοδημοσιεύτηκε στη «Σύναξη», τ. 58 (Ιούν.-Σεπτ. ’96). Η Ενότητα συμπληρώνεται εδώ και διευρύνεται.]
«Και να θέλαμε άλλωστε να κλειστούμε στο καβούκι μας δεν το μπορούμε, σε τούτο το πολυσύχναστο σταυ­ροδρόμι όπου βρεθήκαμε. Αφήνω που γενικά η κλεισού­ρα είναι πράμα και επικίνδυνο και ανθυγιεινό. Από τα παλιά τα χρόνια, αντίθετα, μαθαίνομε πως όσοι κατοί­κησαν εδώ βρέθηκαν πάντα ανοιχτοί σε όλα τα ρεύματα και πως ότιπερ αν οι Έλληνες βαρβάρων (δηλαδή από μη Έλληνες) παραλάβωσι, κάλλιον τούτο εις τέλος απεργάζονται (Επινομίς 987d). Τούτο γράφτηκε για τους αρχαίους. Για εμάς, ας πάρομε τουλάχιστο την κατάληξη της φράσης για μια ευχή. Όμως, αν δεν πα­ραλάβεις από τους άλλους τίποτα, εσύ δεν μπορείς να υ­πάρξεις. Για τούτο υποψιάζομαι πως τη λέξη ελληνοκεντρισμός στα χρόνια μας θα πρέπει να τη χρησιμο­ποιήσαμε αποκλειστικά για να κάνομε εντύπωση — προσωπικά ποτέ δεν κατάλαβα τη σημασία της λέξης αυτής— και για να λιθοβολήσουμε μπορεί τελικά όσους δεν προσκυνούσαν την κοσμοθεωρία μας ή όσους δια­φωνούσαν μαζί μας». (Ζήσιμου Λορεντζάτου, Πρόλογος στα Κείμενα του Δ. Πικιώνη, Μ.Ι.Ε.Τ. 1985, σ. 9).

Α’


Με το έργο του Χρήστου Γιανναρά έχω ασχοληθεί δύο φορές. Την πρώτη γράφοντας εκτενέστατη κριτική για το βι­βλίο του «Ορθός λόγος και κοινωνική πρακτική» (έκδ. «Δό­μος», 1984), η οποία δημοσιεύτηκε σε τέσσερεις(!) συνέχειες στην «Καθημερινή» και τη δεύτερη όταν, γράφοντας το κεί­μενο «Έρως Ορθοδόξων» (Σύναξη, τ. 32, σ. 73), προσπά­θησα, παρεμβαίνοντας στη διαμάχη του με τον π. Θεόκλητο, να ξεκαθαρίσω νοήματα και σημασίες, δείχνοντας πως τα πρά­γματα δεν είναι όπως ακριβώς παρουσιάζονται. Για το δεύ­τερο αυτό κείμενο αναφέρθηκα στα βιβλία του Χ.Γ. «Το πρό­σωπο και ο Έρως», «Η Ελευθερία του ήθους», «Ερωτικών αμ­φιλογία ή περί λιβελλοπράγμονος μονάχου».

Από την τελευταία εκείνη φορά ως σήμερα ο Χρήστος Γιανναράς έχει συγγράψει σειρά βιβλίων, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζω: «Αλφαβητάρι της πίστης» (1991), «Ορθοδοξία και Δύση στη νεώτερη Ελλάδα» (1992), «Μετανεωτερικη μετα­φυσική» (1993), «Αόριστη Ελλάδα» (1994).
Προτού προχωρήσω οφείλω να υπογραμμίσω ότι ο Χ.Γ. υπήρξε από τους πρώτους που κατήγγειλαν τον ξεπεσμό της ελληνικής κοινωνίας. Υπήρξε από τους πρώτους πού τόνισε τη διαφοροποίηση της ορθόδοξης θεολογίας από τις άλλες χριστιανικές θεολογίες. Υπήρξε από τους πρώτους και λιγοστούς (και εξακολουθεί να είναι) που «προσέλαβαν» τη νεώ­τερη προέλαση ανθρωποκεντρικής ευρωπαϊκής γνώσης σε ποικίλα πεδία με τελευταίο την πολιτική [1]. Έχοντας, λοιπόν, ενδιατρίψει στο προηγούμενο έργο του —κυρίως στις επιλο­γές που έκανα— θεωρώ τον εαυτό μου υποχρεωμένο να μιλή­σει για ένα κάποιο glissement (ολίσθημα ή γλίστρημα) σε κά­τι που θα το ονομάσω «ελληνικό προχριστιανισμό». Περιττό να προσθέσω πως ένας ακόμη λόγος που με κάνει να γράψω ό­σα ακολουθούν είναι η σημασία που αποδίδω στα γραφόμενά του και στην όλη του παρουσία, σημασία όμως που την βρί­σκω να εξελίσσεται ελληνοκεντρικά και όχι εκκλησιοκεντρικά.

Τί εννοώ όμως, μιλώντας για «προχριστιανικό ελληνι­σμό»;

Επειδή ο ίδιος ο Χρήστος Γιανναράς τυχαίνει να κοινω­νεί του «ελληνικού πνεύματος», όπως μας παραδίνεται μέσα από την πνευματική ιστορία του τόπου (και όχι μόνο αυτού) και, συνάμα, να ζει την παράδοση της Εκκλησίας, καλεί τους Έλληνες να ακολουθήσουν αυτό το πρότυπο χωρίς σ’ εκεί­νους το πρότυπο αυτό να συντελείται, αν μπορώ να το πω έτσι, χωρίς δηλ. να έχουν σχέση ή να ταυτίζονται, ούτε με τον ελληνισμό που έχει στο νου του, ούτε με το δικό του ορθό­δοξο βίωμα.

Θα επιμείνω περισσότερο: η ελληνική κοινωνία σήμερα δεν έχει καμιά ουσιαστική σχέση με την παράδοση του «εαυτόν εκένωσεν μορφήν δούλου λαβών», ούτε με την παρά­δοση του «όσον το δυνατόν ομοιώσαι Θεώ» (Πλάτων). Ούτε συνακόλουθα με τον «ξυνόν λόγον» του Ηρακλείτου. Η ελληνική κοινωνία βρίσκεται σε περίοδο τρομερής αλλοτρίωσης ποικίλων μορφών και επιπέδων, ακόμη κι αν παρουσιάζονται νησίδες αντίστασης, αυτογνωσίας ή απαρχής για επίγνωση της κρίσης. Ο ίδιος, άλλωστε, μιλάει συχνά για την αυτοκα­ταστροφική μανία των Ελλήνων. Το γεγονός ότι επιχειρεί­ται σήμερα η «πολιτικοποίηση» της Ορθοδοξίας είναι το αποκορύφωμα της καταστροφής. Πάνε χρόνια που ο μακαρίτης ο Γεννηματάς έρριχνε το σύνθημα σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Χριστιανική» — που συμβάλλει βεβαίως στην «πολιτικοποίηση» της Ορθοδοξίας: «Με την Ορθοδοξία θα μπούμε στα Βαλκάνια». Ο Χρήστος Γιανναράς δεν λέει βέ­βαια κάτι τέτοιο. Λέει άλλα. Λέει να «πουλήσουμε πολιτι­σμό», λέει να γίνουμε «πολιτιστική υπερδύναμη» κλπ. Το λά­θος πού βρίσκεται; Στο ότι αυτά που θέλει να πουλήσουμε δεν τα διαθέτει η σημερινή Ελλάδα, τα διαθέτουν ορισμένα πρόσωπα-δημιουργοί ή ανώνυμοι άνθρωποι που σιωπηρά τραβούν έναν πνευματικό δρόμο χωρίς ίσως να το γνωρίζουν ούτε οι ίδιοι. Να απαιτούμε από μια ξεχαρβαλωμένη Ελλά­δα να πουλήσει πολιτισμό ή να γίνει πολιτιστική υπερδύναμη δεν απέχει πολύ από την πρότασή του σε πρόσφατη επιφυλ­λίδα να προτιμήσουμε τους Ισλαμιστές για να πάρουμε, στην προτίμηση των Αμερικανών, τη θέση που κατέχουν σήμερα οι Τούρκοι. Γιατί πρέπει να γίνεται κάτι σαν επίδειξη δύνα­μης σε κρατικό επίπεδο, τη στιγμή μάλιστα που η εκκλησια­στική μας παράδοση υπαγορεύει ως κορυφαίο στοιχείο της την «κένωση»; Αυτό που δεν καταλαβαίνω (και τον παρακα­λώ να το εξηγήσει) είναι τι σόι σχέση έχει όλη αυτή η ακατά­σχετη ελληνολογία και ορθοδοξολογία των ημερών, της ο­ποίας μοιάζει (ή θέλει) να ηγείται, με την Εκκλησία ως σώ­μα προσώπων που πορεύονται «εις τελειοτέραν… δόξαν τε και αλλοίωσιν» (Συμεών ο Νέος Θεολόγος). Η Ορθοδοξία ούτε στρατόπεδο είναι ούτε πολεμικές ή εμπορικές εκστρα­τείες ετοιμάζει. Η Εκκλησία το πρώτο που κάνει —μας το θύμισε με την πρόσφατη επέτειο ο Ιωάννης στην Αποκάλυ­ψη— είναι να καλεί τον άνθρωπο σε μετάνοια-ανακαίνιση, μεταμόρφωση. Όσο αυτό δεν γίνεται ούτε από τους φερομέ­νους ως ορθοδόξους, υπηρετούμε τους σκοπούς του αντιπά­λου, δηλ. του «διαβάλλοντος ημάς» και καλλιεργούμε τα πά­θη μας χωρίς «λύσιν» του δράματος.

Συλλογίζομαι, ωστόσο, πως μια πιθανή εξήγηση για το παραπάνω «γλίστρημα» του Χρήστου Γιανναρά βρίσκεται στο βιβλίο του «Αόριστη Ελλάδα» (τι τίτλος!), που εκδόθηκε στο «Δόμο» το 1994, και όπου στο οπισθόφυλλο του βιβλίου επαναλαμβάνεται απόσπασμα από το περιεχόμενό του, που λέει μεταξύ άλλων: «Να οργανωθεί από μόνος του ο Ελληνι­σμός της αποδημίας, σαν να μην υπάρχει ελλαδικό κέντρο, ω­σάν η Ελλάδα να είναι μόνο "ο καινούργιος κόσμος μέγας" της διασποράς. Να τολμήσουν οι μετανάστες το τρίτο και α­ποφασιστικό βήμα, μετά την οικονομική τους επιτυχία και την κοινωνική τους αναγνώριση: βήμα μαρτυρίας του πολιτισμού των Ελλήνων σήμερα».

Το απόσπασμα αυτό έμενα μου τα λέει όλα, μου δίνει, δη­λαδή, να καταλάβω πώς πορεύεται ο διανοητής μας. Έχον­τας απελπιστεί από την νεώτερη ελληνική ιστορία και μάλι­στα την κατάσταση των τελευταίων χρόνων στο ελλαδικό κρατίδιο, στρέφεται στον «Ελληνισμό της αποδημίας» με ποιό στόχο και ποιά προοπτική; Το λέει στην τελευταία φρά­ση: «βήμα μαρτυρίας του πολιτισμού των Ελλήνων σήμερα». Τί συνδέει το πρώτο σκέλος, τον «Ελληνισμό της αποδημί­ας», με την «μαρτυρία του πολιτισμού των Ελλήνων σήμερα»; Το τόλμημα να επιχειρήσουν «οι μετανάστες το τρίτο και αποφασιστικό βήμα, μετά την οικονομική τους επιτυχία  και  την   κοινωνική   τους   αναγνώ­ριση» (υπογραμμίζω). Ένας θεολόγος ο οποίος εδώ και πολλά χρόνια «αποκάλυψε» αλήθειες της Ορθοδοξίας κρυμ­μένες πίσω και μέσα από τον κουρνιαχτό της εποχής, τον ξε­πεσμό της ελληνικής κοινωνίας και του κόσμου γενικότερα, ένας θεολόγος ο οποίος «διάβασε» το Ευαγγέλιο συχνά με τρό­πο ριζικό και Πατερικό, έρχεται τώρα και προτείνει «την οι­κονομική επιτυχία» και «την κοινωνική αναγνώριση» των Ελλήνων στις συγκεκριμένες περιοχές που εννοεί (Αμερική, Καναδάς, Αυστραλία) ως τρόπον τινά εχέγγυα και στερεά σκαλοπάτια για να χτίσει ο «εξασφαλισμένος» Έλληνας τον σημερινό ελληνικό πολιτισμό. Και ρωτάω εγώ, που δεν είμαι ούτε οικονομικά επιτυχημένος (δόξα τω Θεώ!) ούτε κοινωνι­κά αναγνωρισμένος, ρωτάω λοιπόν: είναι η «ελληνοχριστια­νική» παράδοση που υπαγορεύει αυτήν την πρόταση; Αν λά­βω υπ’ όψη μου το Ευαγγέλιο, με παρακινεί για το ακριβώς αντίστροφο: «ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν» (Ματθ. 6, 32). Αν λάβω υπ’ όψη μου τους Πατέρες, α­ναθεματίζουν τρόπον τινά και τα δύο, αφού στο Ευαγγέλιο ο αληθινός χριστιανός είναι υπό διωγμόν και αυτό επιβεβαιώ­νεται μέχρι σήμερα, σε μια εποχή εξάπλωσης ενός ολότελα συμβατικού χριστιανισμού (για να μην πω και κρατικοποιημέ­νου). Αν στραφώ στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία, δεν θα βρω ούτε εκεί ενθάρρυνση. Από πού μπορεί να ενθαρρύνεται ο θεολόγος μας; Ενθαρρύνεται ίσως από το γεγονός ότι Εκ­κλησία και Ελληνισμός της διασποράς στα μέρη που είπαμε, παρουσιάζουν μια όψη που θυμίζει κάπως περίοδο εθναρχούσης Εκκλησίας, όπου ο Πατριάρχης (διάβαζε σή­μερα οι εκάστοτε Επίσκοποι και Αρχιεπίσκοποι) έχουν (ή ε­πιθυμούν να έχουν) τον πρώτο ρόλο και λόγο στα ελληνο-κοινοτικά πράγματα. Όμως, αυτό είναι μια εκ των πρα­γμάτων διαμορφωμένη κατάσταση που προσπαθεί να κρατήσει ισορροπίες και εθνικό πρόσωπο σε χώρες πολυ­εθνικού μωσαϊκού, όπου οι διάφορες εθνότητες ή εθνικότητες ζουν μέσα σε κάτι σαν συντεχνία και, βεβαίως, ποτέ δεν ακού­στηκε πως μέσα εκεί την πρώτη θέση κατέχει η πνευματική παράδοση και η αδιάκοπη αναζήτηση του γνήσιου και αυθεν­τικού χριστιανικού πνεύματος. Απεναντίας, το βάρος πέφτει στις διάφορες άμεσες, πρακτικές, κοινωνικές και λοιπές α­νάγκες αυτών των ανθρώπων, που εξορίστηκαν για να δουν Θεού πρόσωπο, όπως έλεγαν παλιά, σε χώρες που το πρόσωπο αυτό το έχουν προ πολλού χάσει, αντικαθιστών­τας το με ποικίλα είδωλα, ανάμεσα στα οποία είναι και η οικονομική επιτυχία και η κοινωνική ανα­γνώριση.

Ας διαβάσουμε δύο σχετικά παραδείγματα από το βιβλίο που προανέφερα΄ μιλάει ο πρέσβυς κ. Βαγενάς: «Είναι τελεί­ως ακοινώνητη η ζωή σε αυτή την πόλη, λέει ο πρέσβυς, ένα άθροισμα από παράλληλες μοναξιές. Να σκεφθείτε, θέλω με­ρικές φορές να κάνω έναν περίπατο με τα πόδια, κι οι άνθρω­ποι με κοιτάζουν περίεργα, σταματούν με τα αυτοκίνητά τους να με ρωτήσουν μήπως μου συμβαίνει κάτι και χρειάζο­μαι βοήθεια. Η μόνη νοητή μετακίνηση είναι με αυτοκίνητο, από το σπίτι στη δουλειά κι από τη δουλειά στο σπίτι» (σ. 50).

Συνδυάστε τώρα την νοοτροπία και την κατάσταση που προδίδουν αυτές οι κουβέντες για το είδος ζωής των Ελλήνων της διασποράς σε τέτοιο περιβάλλον με τα ακόλουθα, ειπωμένα κι αυτά από τον πρέσβυ Βαγενά: «…αυτή η χώρα προσφέρει και τις περισσότερες δυνατότητες οικονομικής ε­πιτυχίας και ανόδου, ιδιαίτερα σήμερα. Μόλις δηλώσεις ένα μόνιμο σταθερό εισόδημα, οι Τράπεζες σου εξασφαλίζουν πολύ χαμηλότοκα δάνεια για να αγοράσεις δικό σου σπίτι, να διευρύνεις την επιχείρησή σου. Γνωρίσατε σήμερα τον εδώ πρόεδρο της ελληνικής κοινότητας, τον κ. Ευκαρπίδη. Όταν πρωτοήλθε στην Αυστραλία έγδερνε ψάρια στα μεγάλα ψαρά­δικα που τροφοδοτούν τα εστιατόρια. Σήμερα, μαζί με άλ­λους δύο Έλληνες συνεταίρους, έχει 24 Super Markets στην ιδιοκτησία του» (σ. 51).

Φανταστείτε τώρα εσείς που διαβάζετε αυτές τις γραμ­μές και που ακούτε για τους Έλληνες της διασποράς —που θα σώσουν τη Μητρόπολη…— έναν άνθρωπο μεγαλωμένο στο περιβάλλον που προσδιόρισε το πρώτο απόσπασμα, ακό­μη κι αν δεν το πάρει κανείς κατά γράμμα και που, εν συνε­χεία, έχτισε τη ζωή του μέσα στο οικονομικό πλαίσιο που α­ναφέρει το δεύτερο απόσπασμα — έναν άνθρωπο δηλαδή που αγωνίζεται μοναξιασμένος, ξένος, σε μια ξένη χώρα, φερμέ­νος απ’ τη μικρή Ελλάδα, περασμένος μέσα από τόσες και τό­σες ταπεινώσεις, εξαρτημένος από τα δάνεια που του εξα­σφαλίζει το Κράτος της Αυστραλίας, απρόσωπο όπως όλα, δέσμιος όλης της νεώτερης τεχνολογικής ανάπτυξης = της παντοδυναμίας της μηχανής, χαμένος σε κάποιες ώρες ανά­παυλας ποιός ξέρει σε ποιά αβυσσαλέα νοσταλγία για την πατρίδα, τι άλλο στόχο έχει ένας τέτοιος άνθρωπος από το να δυναμώσει υπέρμετρα για να επιβιώσει, αν όχι και να επιβλη­θεί, σε μια χώρα που τον έστιψε όλα αυτά τα χρόνια παρέχον­τάς του ταυτόχρονα δάνεια για να ορθοποδήσει; Αυτός, λοιπόν, ο άνθρωπος έχει μέσα του (περνώ τώρα σε άλλο από­σπασμα από το βιβλίο, το οποίο θα διαβάσετε αμέσως πιο κά­τω, για να καταλάβετε και το ερώτημα που θέτω) τον «αρι­στοκράτη», και βγάζοντας απ’ το… σελάχι της ψυχής του (χιλιοταλαιπωρημένης σαν τον «χιλιομαδημένο τόπο» του Σολωμού) τον «ελληνικό πολιτισμό» θα τον φορέσει (…κολλάρο) στους οποιουσδήποτε βάρβαρους ξένους; Ιδού το σχετικό απόσπασμα: «Εμείς οι Έλληνες, που σπουδάσαμε πρώτοι τη ζωή και φτιάξαμε γλώσσα για να μπορούν να πουν τη ζωή οι άνθρωποι, εμείς λοιπόν ξεχωρί­σαμε τη σχολή, δηλαδή τη σχόλη, από την ασχολία, και είπα­με ότι δει σχολής και προς τας πράξεις τας πολιτικάς, ενώ την ασχολία την ταυτίσαμε με την υποταγή στην ανάγκη και την είπαμε δουλειά. Ασχολούμεθα λοιπόν ίνα σχολάζωμεν, σκοπός της εργασίας για μας είναι η δυνατότητα της άνετης σχόλης, της αργίας, γιατί μόνο ελεύθεροι από το βάναυσον του βιοπορισμού μπορούμε να παράγουμε πολιτισμό: να φι­λοσοφούμε, να ασκούμε αρετές, να καλλιεργούμε την πολιτι­κήν τέχνην. Είμαστε λαός αριστοκρατών, ζητάμε το άριστον, και το άριστον δεν το ταυτίζουμε με τη δουλεία στην παρα­γωγή. Ένας αριστοκρατικός λαός δίνει προτεραιότητα στην αργία, όχι στην δουλειά —για τη δουλειά είναι άλλες φυλές κι άλλα φύλα, κοπαδιασμένα στις απαιτήσεις της παραγωγής, με θρησκειοποιημένο ύψιστο στόχο σωτηρίας τη δουλειά και την πιστότητα — Labor et Fides».

Και συμπληρώνει έτσι: «Σίγουρα πρέπει να δουλέψουμε σκληρά οι Έλληνες για να επιβιώσουμε μέσα στις συνθήκες του σημερινού κόσμου. Αλλά να μην ξεχνάμε ότι μέτρο για την αξιολόγηση της ζωής είναι ο πολιτισμός, η καλλιέργεια, η ανάδειξη της δημιουργικής ετερότητας του κάθε ανθρώπου —όχι το ακαθάριστο εθνικό προϊόν. Και τα περισσότερα ε­θνικά μας ελαττώματα —η τεμπελιά, οι φατριασμοί, οι φιλοπρωτίες— είναι διεστραμμένες αρετές μας, προδίδουν την ευγενική μας καταγωγή, το αριστοκρατικό συλλογικό μας α­συνείδητο» (σσ. 58 και 59).

Χρειάζεται πρώτα-πρώτα να διευκρινίσω ότι οι αναφορές του Γιανναρά στην «αριστοκρατία» αφορούν συγκεκριμένο είδος ανθρώπου (ή ανθρώπων), το είδος του ευγενούς πολίτη μιας ορισμένης περιόδου στην αρχαία Ελλάδα —κυρίως στην Αθήνα και βέβαια στην αριστοκρατική Σπάρτη, που άρεσε στον Πλάτωνα— και έμμεσα παραπέμπει σε φιλόσοφο βίο, σε «μελέτη θανάτου» και σε προσήλωση στο Αγαθό, πράγματα τόσο συγκεκριμένα όσο και αφηρημένα, που δεν ξέ­ρω πόσοι σημερινοί Έλληνες τα έχουν αφομοιώσει και με πό­σο κόπο, ενώ εδώ, κατά τα λεγόμενα του Γιανναρά, ο κάθε Έλληνας τα έχει στην… τσέπη του ασυνείδητου της ψυχής του και δεν μένει παρά με κάποιο τρόπο να έλθουν στο φως και να ενεργοποιηθούν. Είναι καταπληκτικό πως δεν τον α­πασχολεί ότι τόσον καιρό αυτά μένουν θαμμένα και παραμορφωμένα!

Ακόμη πιο συγκεκριμένα, η καλλιέργεια «πολιτικής τέ­χνης», για την οποία μιλάει, έχει να κάνει πάλι με μια ειδικά οργανωμένη κοινωνία εκείνης της εποχής, μια κοινωνία δηλ. πολιτών που έχει τους δούλους για να… δουλεύουν και αυτή καλλιεργεί, υποτίθεται, την πολιτική τέχνη. Αυτά όλα πώς θα… «κολλήσουν» στη σημερινή εποχή; Γιατί η σημερινή ε­ποχή δεν έχει πίσω της μόνο τον Πλάτωνα, έχει ολόκληρη την χριστιανική παράδοση, χωριστά της Ανατολής και χωρι­στά της Δύσης ή άλλων περιοχών, έχει μια Αναγέννηση κι έ­χει και ολόκληρο το Νεοδιαφωτιστικό ρεύμα που εκβάλλει στην τεχνολογική εποχή, για να μη μιλήσουμε για τα επακό­λουθα της μαρξιστικής ιδεολογίας με κατάρρευση του «υπαρ­κτού σοσιαλισμού» ή χωρίς κατάρρευση. Ο Χρήστος Γιαννα­ράς μοιάζει να αφαιρεί αυθαίρετα τα πάντα και να «βουτάει» στο συλλογικό ασυνείδητο των Ελλήνων για να βρει τις λύ­σεις των προβλημάτων του πολιτισμού κυρίως.

Αυτό συνεπάγεται δύο τινά: το πρώτο είναι πως ενστερ­νίζεται «ψυχαναλυτικές» διαδικασίες, ερμηνείες και «θερα­πείες», το δεύτερο είναι πως κλείνεται κατά κάποιο τρόπο στον αρχαιοελληνικό κύκλο-κλοιό της ανάγκης μέσω της ιστορίας αυτή τη φορά, παραποιώντας ταυτόχρονα τους αρχαιοέλληνες, που δεν είχαν ιστορικό χρόνο. Στον Χ.Γ. παρουσιάζεται τούτο το παράδοξο: ελληνοποιεί την χριστιανική παράδοση και χριστιανοποιεί (ιστορικίζοντας) τους αρχαιοέλληνες. Δεν προχωρεί μέσα στο χρόνο εσχατολογικά παρά μόνο επι­στρέφοντας διαρκώς στους Έλληνες.

Η διάσταση αυτή είναι ολοφάνερη, όχι τόσο στο ογκωδέ­στατο «Ορθοδοξία και Δύση στη νεώτερη Ελλάδα» [2] (Δόμος 1992), όσο στην εισήγησή του στην Πάτμο, δημοσιευμένη στη «Σύναξη» (τ. 56, Δεκέμβριος ’95). Το κείμενο αυτό εί­ναι σημαντικό για πολλούς λόγους: α) Θέτει το ερώτημα: «ή­ταν πραγματικά τόσο ριζικά αντίθετη προς την ελληνική η χριστιανική θεώρηση της φύσης;» (σ. 42). β) Προσπαθώντας να δώσει απάντηση, καταδείχνει πως η αντίθεση αυτή διογ­κώθηκε από τη μεσολάβηση της δυτικής σκέψης ανάμεσα σε βυζαντινή – χριστιανική θεώρηση και αρχαιοελληνική – ανα­γεννησιακή, γ) Καταδείχνει ακόμα πως αυτό που περικλείε­ται μέσα στον όρο «νεωτερικότητα» προωθεί μια φυσιοκρα­τική κατάσταση μακριά από κάθε μεταφυσική, χωρίς, ωστόσο, να συνιστά «και επιστροφή στην αρχαιοελληνική εκδοχή του κόσμου ως μέτρου της λογικής αρμονίας και πληρότη­τας»· επομένως καταντάει άκρως «ανθρωποκεντρική» (υπό ο­ρισμένη έννοια, οφείλω να συμπληρώσω), δ) Πολύ ωραία το­νίζει ότι «εισάγεται για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία η έννοια και επιταγή της προόδου, που δεν έχει πια σχέση με τη χριστιανική εκδοχή εξέλιξης της Ιστορίας προς ένα έ­σχατο τέλος αποκαλυπτικής πληρότητας. Πρόοδος είναι τώ­ρα η συνεχής επέκταση της κυριαρχίας των ανθρώπινων πα­ραγωγικών δυνάμεων σε ολόκληρη τη φύση» (σ. 43). Για να συμπεράνει λίγο παρακάτω πολύ σωστά ότι: «από τις θεω­ρητικές αυτές νοηματοδοτήσεις ως την πρακτική του βια­σμού της φύσης από την τεχνολογία, η απόσταση είναι ελάχι­στη». Επανερχόμενος στο αρχικό του ερώτημα, θέτει ζήτη­μα «διαφοροποίησης πολιτισμών» κάνοντας την ακόλουθη δι­ευκρίνιση γι’ αυτό που «συνέβη στην Ευρώπη τον 11ο π.Χ. αιώνα». Λέει: «Την εποχή εκείνη ο ελληνορωμαϊκός κόσμος κατανοούσε τη σχέση του με τον Χριστιανισμό με τρόπο πο­λύ διαφορετικό από αυτόν με τον οποίο τα γερμανικά φύλα της κεντρικής και δυτικής Ευρώπης κατανοούσαν τη δική τους σχέση τόσο με την ελληνική όσο και με την χριστιανική παράδοση». Και συνεχίζοντας συνδέει τη διαπίστωση αυτή με «τη λεγόμενη ‘Μεγάλη Μετανάστευση Λαών’, δηλαδή το γεγονός ότι από τα τέλη του 4ου έως και τον 6ο μ.Χ. αι. η Ευ­ρώπη, στο μεγαλύτερο γεωγραφικό της τμήμα, υποχρεώθηκε σε μια πολιτιστική οπισθοδρόμηση κυριολεκτικά τραγική σε σύγκριση με το ελληνορωμαϊκό παρελθόν της» (σ. 44). Εν­νοεί βέβαια το «επίπεδο πολιτισμού» στο οποίο βρίσκονταν τα φύλα αυτά σε σχέση με το Βυζάντιο.

Ο Χρήστος Γιανναράς, παίρνοντας το νήμα από τον π. Ρωμανίδη, χρησιμοποιεί τον όρο «ελληνορωμαϊκός» αναφερό­μενος στο Βυζάντιο, πρώτα και κύρια βέβαια για να αντιτά­ξει μια ολόκληρη αντίληψη – νοοτροπία – στάση ζωής σε μιαν άλλη, που οδήγησε ακριβώς στη διαφοροποίηση πολιτισμού για την οποία μίλησε. Αυτό ακριβώς συνιστά το ιδεολο­γικό σφάλμα το οποίο τον οδηγεί, στις επιφυλλίδες που γράφει στην «Καθημερινή» και σε άλλα γραπτά, να γλιστράει σε ελληνοκεντρισμούς που αποκτούν σχεδόν εθνικιστικό χρώμα. Τί σημαίνει   ιδεολογικό σφάλμα; Σημαίνει πως αναγνωρίζει, ή μάλλον εξηγεί, την διαφοροποίηση του πολιτισμού πριν τον Δυτικό Μεσαίωνα, τη «Μετανάστευση Λαών» κλπ., ως αποτέλεσμα κυρίως της ελληνικής παράδο­σης που μπαίνοντας στην Εκκλησία ή συνθέτοντας μαζί της ένα σύνολο, του διαμορφώνει συγκεκριμένο πρόσωπο και τρό­πο ζωής (όπως τονίζει αδιάκοπα), πρόσωπο όμως και τρόπο ζωής που, αφού εξαρτάται  από τις ελληνικές προχριστιανικές καταβολές, δεν μπορεί ποτέ να υπερβεί τα ανθρωπογενή ή φυσιοκεντρικά σχήματα και να οδηγηθεί σε πραγμάτωση πνευματική και εσχατολογική: να υ­περβεί το φύλο, τη φυλή, τη φύση και την ιστορία, μεταμορφούμενο αδιάκοπα και οδεύον προς τα έσχατα. Να γιατί μί­λησα, χρησιμοποιώντας εκείνο το περίεργο σχήμα και λέγον­τας ότι ελληνοποιεί τον χριστιανισμό και χριστιανοποιεί (ιστορικίζοντας) τους αρχαιοέλληνες, καθώς επιστρέφει διαρκώς πίσω ενώ ταυτόχρονα ζει ιστορικά (και ζούμε ιστορικά) = εκκλησιαστικά, πορευόμενοι στη Βα­σιλεία.

Με τις γραμμές αυτές νομίζω πως θέτω ανάγλυφο το πρό­βλημα. Οι παρατηρήσεις του για τις διαφοροποιήσεις μέσα στο χρόνο, για τις διαφορές αρχαίου ελληνισμού και νεώτερης εξέλιξης, είναι σπουδαίες. Τουλάχιστον εγώ μπορώ να το βεβαιώσω, έχοντας κάνει παράλληλες αναζητήσεις από άλλη αφετηρία. Όμως «κολλάει» στο σημείο που προανέφερα: μέ­σα του χορεύει από τη μια το αρχαιοελληνικό πνεύμα, ως μέ­γα κατόρθωμα και «μάθημα» και από την άλλη η εκκλησια­στική παράδοση, μαρτυρία, θεολογία, αλλά χωρίς να μπαί­νουν αυτά τα δύο το ένα μέσα στο άλλο, να πραγματώνεται δηλαδή… το πραγματοποιημένο. Τί εννοώ; Εννοώ πως το γεγονός της Ενανθρώπησης —η Θεανθρωπία— τα περιέχει όλα και τα αφομοιώνει όλα και βεβαίως τα μεταμορφώνει. Ό,τι καλύτερο υπήρχε στον αρχαιοελληνικό πολιτισμό μπή­κε στην Εκκλησία, απλούστατα γιατί ο Χριστός δεν ήρθε «καταλύσαι» αλλά «πληρώσαι». Αυτό που δεν υπάρχει στο Χριστό είναι η αμαρτία. Η Εκκλησία επομένως – Σώμα Χριστού μπορεί όλα να τα προσλάβει στην προοπτική της μεταμόρφωσης, της ανακαίνισης και της κάθαρσης – νήψης (το τελευταίο υπογραμμίζεται στην ασκητική παράδοση κυ­ρίως, ενώ ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς και ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος αποτελούν ζωντανά παραδείγματα ανακαινισμένων προσώπων, που μάλιστα φανερώνουν μέσα από το λόγο τους την ανακαίνισή τους).

Αυτά που γράφω εδώ, καθώς και το ζήτημα που έθεσα πιο πάνω όσον άφορα την «ιδιομορφία» του Χρήστου Γιαννα­ρά και το «γλίστρημα», δεν σημαίνουν καθόλου ότι δεν υπάρ­χει όντως αλλοίωση νοημάτων και σημασιών όταν τα «απο­λίτιστα» φύλα του 6ου αι. συναντιούνται με την παράδοση της Εκκλησίας. Όμως πού βρίσκεται τότε η περιβόητη ε­λευθερία στη συνάντηση Θεού και ανθρώπου; Αυτό που έμ­μεσα διατυπώνει ο Χρήστος Γιανναράς και που φανερώνεται πολύ πιο ξεκάθαρα στο βιβλίο του «Θεολογία και Δύση στην Ελλάδα σήμερα», είναι ένας πολιτιστικός ολοκληρωτισμός. Τί σημαίνει αυτό; Σημαίνει πως ό,τι δεν πέρα­σε από τον «έλληνα λόγο» δεν μπορεί να εκχριστιανι­στεί σωστά. Αυτό λέει ο Χρήστος Γιανναράς και το ίδιο έ­λεγε —δεν ξέρω αν το λέει ακόμη— ο Στέλιος Ράμφος. Δεν χρειάζεται καμιά ιδιαίτερη προσπάθεια και φιλοσοφία για να καταλάβει κανείς πως, είτε το έχουν αντιληφθεί είτε όχι, γλιστρούν σε μια πολιτιστική απαίτηση ή πρό­ταση ελληνοκεντρική ή ελληνοπρεπή, θέτον­τας το μυστήριο της Εκκλησίας (και της Ενανθρώπησης) σε δεύτερη μοίρα ή, αν θέλετε, ελληνοποιώντας την Εκκλησία.

Αν και σε προηγούμενες σελίδες, μιλώντας για το βιβλίο του «Η αόριστη Ελλάδα» ανέφερα ένα απόσπασμα όπου προ­βάλλει το ελληνικό ήθος ως  αναλλοίωτη μέσα στο χρόνο κατάσταση, αντλώντας στοιχεία αριστοκρατικότητας από τον Πλάτωνα και ταυτίζοντας τα ειδικά φιλοσοφικά μέτρα με τα κοινά φυλετικά ή λαϊκά μέτρα, είμαι υποχρεωμένος να συμπληρώσω εδώ λέγοντας πως όλα αυτά που διατυπώνει ως πραγματοποιήσεις και πραγματώσεις του αρχαίου ελληνικού κόσμου είναι ιδεατά, είναι ιδεολογήματα και δεν αποτελούν κοινωνικές πράξεις και εκφράσεις ζωής. Βεβαίως ο Σωκράτης, χρησιμοποιώντας τη μαιευτική μέθο­δο (που πήρε ο Φρόυντ και την έκανε ψυχανάλυση) κάνει τον δούλο να μιλήσει από μέσα του, επιβεβαιώνοντας την περί «αναμνήσεως» θεωρία του για την ψυχή και την αλήθεια, όμως, στην θεολογία του Τίμαιου είναι σαφές πως υπάρχουν ορισμέ­νες ψυχές μονάχα προορισμένες να οδηγήσουν τους υπό­λοιπους στην αλήθεια. Επομένως, χωρίς Δασκάλους, χωρίς οδηγούς ο αρχαιοελληνικός κόσμος, του οποίου ένα αποκορύ­φωμα διαβάζουμε στα Πλατωνικά γραφτά, βρίσκεται πολύ πιο κάτω από τα ύψη που θέλει «σούμπιτο» να τον εξαπολύ­σει ο Χρήστος Γιανναράς παρασυρμένος από την ελληνοπρέπειά του.

Για να τελειώνω: έλληνας δεν σημαίνει αίσθηση αρμονίας και μέτρου, αριστοκρατική στάση, φυσική αγωγή της ψυ­χής προς τα υψηλά κλπ. Επομένως όλος αυτός ο αγώνας να προβληθεί το ελληνικό προχριστιανικό στερέωμα γιατί γίνε­ται; Τη στιγμή που αυτός που μιλάει, δηλ. ο Χρήστος Γιαν­ναράς και όσοι άλλοι βρίσκονται κοντά του, έχουν ορθόδοξο εκκλησιαστικό φρόνημα και υποτίθεται πως πορεύονται στη Βασιλεία; Τί σημασία έχει αν η Βασιλεία είναι ελληνοπρεπής ή όχι; Κι ακόμη πιο πέρα: μπορεί να είναι Βασιλεία — «ο Θε­ός τα πάντα εν πάσι» και να είναι ελληνοπρεπής (με την αρ­χαιοελληνική βεβαίως σημασία διότι με τη νεοελληνική… α­ποκλείεται);

Β’


Η περίοδος που διανύει σήμερα η Ελλάδα είναι ανάλογη της εποχής που στην αρχαία Αθήνα αρχίζει τη διδασκαλία του ο Σωκράτης. Όπως εκείνος διαβλέπει το γενικό ξεχαρβάλωμα της πόλης και μελετάει στην Πολιτεία του την λύση, λύση που δεν μπορεί να εφαρμοστεί εάν δεν βασιλεύσουν οι φιλόσοφοι ή δεν φιλοσοφήσουν οι βασιλείς —και η φιλοσοφία του Σωκράτη (Πλάτωνα) είναι προσήλωση στο Αγαθό και μελέτη θανάτου— έτσι και σήμερα, ύστερα από την τελευ­ταία τριακονταετία που αρχίζει προδικτατορικά και συνεχίζεται μεταδικτατορικά, με εξαίρεση την πρώτη μεταπολι­τευτική περίοδο, αυτό που διακρίνει οποίος έχει τραφεί με μελέτη του Πλάτωνα, Πατερική θεολογία, γνώση των βασι­κών νεώτερων θεωρητικών συντεταγμένων της Μετααναγεννησιακής Ευρώπης, και καρδιακό βίωμα Χριστού είναι η α­νάγκη στροφής στο ένδον, η αυτοσυνειδησία και η νήψη ως κάθαρση παθημάτων κατά το ανάλογο της αρχαίας τραγωδίας.

Μεταχριστιανικά αυτό το τελευταίο μπορεί να γίνει πολύ εύκολα, αφού ο Θεός έχει ιστορικά ΣΑΡΚΩΘΕΙ και δεν απαι­τείται η έξοδος από το σώμα με το θάνατο και την φιλο-σοφία (ζωής). Φυσικά, εφ’ όσον ο άνθρωπος στραφεί προς την Αλήθεια που ενανθρώπησε και αφού ρυθμίσει τη ζωή του σύμφωνα μ’ εκείνη την Αλήθεια. Η συμβατική θρησκευτική κατάσταση δεν λύνει τίποτε και δεν ανοίγει τον άνθρωπο στην Αλήθεια. Αλλος τρόπος για τους Έλληνες —όσους δηλαδή μετέχουν στην ιστορία αυτού του τόπου— δεν υπάρ­χει, υπό την έννοια ότι έξω από τη μεταμόρφωση της αρ­χαίας ελληνικής παράδοσης και του λόγου της σε χριστιανική και εκκλησιαστική δύο τινά μπορεί να συμβούν: α) είτε γυρ­νούμε σε προχριστιανική κατάσταση — απόπειρα μίμησης, βέβαια, β) είτε γινόμαστε ευρωπαϊκή ουμανιστική αναγέννη­ση, σκάρτη μίμηση δηλ. της αρχαιότητας. Εκτός και αν δεν γίνουμε τίποτε. Γιατί υπάρχει και αυτή η λύση! Να διαγρά­ψουμε κάθε παράδοση και να γίνουμε αμερικανοανατολίτικο Ελντοράντο, πράγμα που δεν φαίνεται να είναι καθόλου ανέ­φικτο αν λογαριάσει κανείς την ακροαματικότητα των σόου της Κορομηλά και άλλων τηλεοπτικών επιδορπίων…

Αποσαφηνίζω, λοιπόν, για άλλη μια φορά τα πράγματα: για να πάω στους Έλληνες, για να βρω το ψαχνό του περιλάλητου ελληνισμού, χρειάζεται η πίστη της Εκκλησίας. Ο ελληνισμός σκέτος είναι πτώση κατά την χριστιανική παρά­δοση και διάλυση κατά την ιστορική (παρακμή δηλαδή). Έ­νας αρχαίος κόσμος παρέδωσε τη θέση του σ’ έναν νέο —και­νό— που ανοίχτηκε με την Ενανθρώπηση. Μπαίνω σ’ αυτόν και προχωρώ στο Φως ή μένω απ’ έξω και α) είτε ψάχνω, α­ναζητώ, προσπαθώ να βρω την άκρη που έχασα, β) είτε δεν ψάχνω τίποτα, στέκομαι ή ενεργώ ή πάσχω ή υφίσταμαι κα­ταστάσεις, δέσμιος της πώρωσης, της αναισθησίας ή της ακηδίας μου.

Τί θέλω να πω μέσα από όλα αυτά; Θέλω να πω πως η σχέση με την πνευματική παράδοση είναι υπόθεση προσωπι­κή, όχι κοινωνική, εθνική, κρατική ή δεν ξέρω τι άλλο. Ο Χριστός δεν έρχεται να σώσει έθνη, κράτη, κοινωνίες, αυτο­κρατορίες, όχλους, λαούς και άλλες γενικότητες. Έρχεται να σώσει το απολωλός, τον άνθρωπο που έχει χάσει τον προσα­νατολισμό του και στρέφεται στο Φως και στο Λόγο. Δεν σώζει μαζικά, δεν σώζει με οργανωμένο σχέδιο της πολι­τείας, ελληνικής ή άλλης, δεν σώζει επειδή υπάρχει ο «Έλλην λόγος» (που έλεγε σε κάποιο άρθρο του στην Καθημερινή ο π. Γ. Μεταλληνός, ξεχνώντας πως δίπλα στον έλληνα λόγο είναι και «ο Έλλην χωροφύλαξ»…), δεν σώζει επειδή κάποι­ος ή κάποιοι βαπτίστηκαν κάποτε σε νηπιακή ηλικία κι από τότε δεν ασχολήθηκαν σχεδόν ποτέ με την ενεργοποίη­ση των χαρισμάτων του αγίου Πνεύματος. Κανένας δεν γίνεται με το ζόρι πιστός, ούτε γίνεται κατά παραγγελίαν, ούτε ταυτίζεται το έλληνας με το ορθόδοξος [3].

Όσο για την αντιπαράθεση που διατυπώνεται στο παρα­κάτω απόσπασμα της χριστουγεννιάτικης επιφυλλίδας (’95) του Χρήστου Γιανναρά: «Σε κάθε παραμικρό ορθόδοξο εκ­κλησάκι, στον όρθρο της Γιορτής, μια ποίηση ιλιγγιώδης γί­νεται τραγούδι, μαρτυρία ψηλάφησης του πληρώματος ελευθερίας της ζωής: "Ασαρκος γαρ ων, εσαρκώθη εκών και γέγονεν ο ων, ο ουκ ην, δι’ ημάς. Και μη εκστάς της φύσεως, μετέσχε του ημετέρου φυράματος. Εξήλθε Λόγος εις ανάπλασιν λαών". Δίπλα σε αυτή την απόκρημνη νοηματική, τα νηπιώδη ψελλίσματα της δυτικής θρησκευτικής υπανάπτυ­ξης: "Αγια νύχτα σε προσμένουν με χαρά οι Χριστιανοί…". Να γιατί η Γιορτή έγινε στον σημερινό μας δυτικό πολιτισμό κενός διάκοσμος: επειδή οι φιοριτούρες των συναισθημάτων και τα ηθικιστικά ιδεολογήματα δεν έχουν τίποτε να κάνουν με τη δίψα μας για ζωή», πρέπει να πω πως αυτή η αντιπαρά­θεση από τη μια της διατυπωμένης στα ελληνικά «απόκρημνης νοηματικής», της «ιλιγγιώδους ποίησης» και, από την άλλη, «των νηπιωδών ψελλισμάτων» δεν υπάρχει. Η Γιορτή δεν «έγινε στον σημερινό μας δυτικό πολιτισμό κενός διάκοσμος» γι’ αυτό το λόγο. Αυτό, ας μου επιτρέψει ο Χρή­στος Γιανναράς να πω πως είναι δική του επινόηση, που φυ­σικά οδηγεί σε ιδεολογικές αντιπαραθέσεις ελληνικής ή ελληνοθρεμμένης Ορθοδοξίας από τη μια και εξωελληνικού χρι­στιανισμού από την άλλη. Η Γιορτή κατάντησε «κενός διά­κοσμος» όχι μόνο στον δυτικό πολιτισμό αλλά παντού, γιατί η ψυχή του σημερινού ανθρώπου αποδέχτηκε τον πολι­τισμό αυτό και τον έθρεψε εξ ιδίων — όπως βεβαίως έπραξαν και οι Έλληνες. Θα πρέπει να αναρωτηθεί ποιός βιώνει τα τρομερά νοήματα του όρθρου και την «ιλιγγιώδη ποίηση» του ΣΗΜΕΡΑ στον ορθόδοξο χώρο και ποιός είναι διατεθειμένος να ρυθμίσει τη ζωή του σύμφωνα με αυτά, για να βγάλει τα συμπεράσματά του.

Ο μύθος των «αεί παίδων Ελλήνων», που δικαιούνται να παραμένουν αγνοί και καθαροί με την Ορθοδοξία στην τσέ­πη… έτοιμοι να τη χρησιμοποιήσουν όποτε τους καπνίσει και, επίσης, να χρησιμοποιήσουν ο,τιδήποτε μεγάλο και υγι­ές της αρχαιοελληνικής τους παράδοσης, δεν ισχύει σήμερα. Ίσχυε όταν το διατύπωσε στον Πλάτωνα ο Αιγύπτιος ιερέ­ας. Ίσχυε σε άλλες εποχές. Ισχύει ίσως ακόμη ΜΟΝΟ για τις λιγοστές απομόναχες ψυχές που περιφέρονται σε τούτον τον τόπο κουβαλώντας μέσα τους την άλλη Ελλάδα, ψυχές που μετριούνται στα δάχτυλα της μιας παλάμης ή έστω και των δύο. Από εκεί και πέρα ο μύθος αυτός ή μάλλον η επιβεβαί­ωση ότι δεν ισχύει, καταλήγει στην επιφυλλίδα που ανέφερα στην αρχή, όπου προετοιμάζονται οι Νεοέλληνες να κατακτήσουν μέσω… Ισλαμιστών ή να επανακτήσουν την αρχαία δό­ξα (!;). Κάτι σαν αντίποδας στην οικοδομούμενη Ευρωπαϊκή Κοινότητα;

Στον τόμο τον αφιερωμένο στον Ζήσιμο Λορεντζάτο, που σχετικά πρόσφατα κυκλοφόρησε από τον «Δόμο» και τη Βικελαία Βιβλιοθήκη Ηρακλείου, στη συνεργασία που δημο­σιεύει εκεί ο Χρήστος Γιανναράς για να τιμήσει τον άνδρα, α­ναφέρεται στο θαυμάσιο γραπτό εκείνου που περιλαμβάνεται σε τεύχος του Εκηβόλου με τίτλο «Χωρομετρήσεις». Διαβάζουμε εκεί: «Τάζομε τον άνθρωπο στη θεωρία τελικό σκοπό μας —ποιόν όμως άνθρωπο, κάποιον άνθρωπο συγκεκριμένο ή όλους μαζί (διάβαζε κανένα)— και τον χρησιμοποιούμε στην πράξη κάνοντας τον μέσο αντί σκοπό… τον θυσιάζομε στην ιδέα, στη θεωρία, στη γενικότατη αφαίρεση, για να ζή­σει καλύτερα αύριο… Και αλίμονο από τη στιγμή που ο άν­θρωπος, για να ζήσει κάποτε ή μια μελλούμενη μέρα, χρειά­ζεται να πεθαίνει κάθε μέρα. Ή να προπηλακίζεται, να εξανδραποδίζεται και να ανταλλάζεται σε σκλαβοπαζαρέματα και σε μετοικεσίες ολάκερων πληθυσμών και άλλες τρομερές ανθρωπομηνίες (δε βρίσκω άλλη λέξη)».

Η επιφυλλίδα του Γιανναρά στην Καθημερινή των Θεοφανείων (’95), όπου μεταξύ άλλων διαβάζουμε ότι «την τε­λευταία ελπίδα της ελληνικής (όχι ελλαδικής) πολιτιστικής οικουμενικότητας, το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, ίσως μόνο οι Ισλαμιστές μπορούν ενεργητικά, και αποφασι­στικά να το στηρίξουν» και όπου λίγο-πολύ υποστηρίζεται η προώθηση των Ισλαμιστών στην Τουρκία, οπότε θα υπήρχε «στρατηγική αναβάθμιση» δική μας, φοβάμαι πως κινείται στους αντίποδες των όσων υπογράμμισε σ’ εκείνο το άρθρο τιμώντας τον Λορεντζάτο.

Αντί, θέλω να πω, να κάνουμε μακροχρόνια σχέδια στρα­τηγικής, διπλωματίας και πολιτικής και να μεριμνούμε για τη διόρθωση της εξωτερικής πολιτικής του ελληνικού κρά­τους, είναι πολύ πιο Ορθόδοξο να δημιουργήσουμε αλη­θινή σχέση με τον διπλανό μας ή να ρίξουμε το βάρος στην υ­πέρβαση ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ του «ιδίου μας θελήματος». Η «ανα­καίνιση του νοός» που επισημαίνει και στην οποία προσκαλεί ο Παύλος αφορά τον συγκεκριμένο άνθρωπο μέλος της Εκ­κλησίας. Η αγάπη για την οποία μιλάει ο Παύλος, αφού προηγουμένως την «είδε» σαρκωμένη, να κρεμιέται στο Σταυρό και να ανασταίνεται, να «σκηνώνει» στην καρδιά των ανθρώπων και μάλιστα του ίδιου, αυτή η αγάπη που ο Χρι­στός γυρεύει να είναι και  προς τους εχθρούς, που βρίσκεται μέσα στα όσα γράφει ο Χρήστος Γιανναράς; Πώς θα συμβιβάσουμε από την μία την κραταιά αριστοκρατία των Ελλήνων, στην οποία αναφέρεται κάθε τόσο και αυτός και ο Κ. Ζουράρις με το «εκένωσεν εαυτόν» του Χριστού, με την μετάνοια, την ταπείνωση και την αλλαγή «φρονήματος»; Η ταύτιση έθνους και Εκκλησίας  [4] που υποθέτω πως υπονοεί, ταύτιση που κυκλοφορεί στον αέρα τα τελευταία χρόνια σε ό­λα σχεδόν τα χριστιανικά περιβάλλοντα είναι Ιουδαϊσμός, εί­ναι θρησκειοποίηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, την οποία ο ίδιος είχε εδώ και αρκετά χρόνια καταγγείλει ως σύμπτωμα αλλοτρίωσης.

Θα εξηγήσω πιο αναλυτικά: η αγάπη στην Εκκλησία δεν είναι απλό συναίσθημα: είναι διαμόρφωση ζωής, είναι κάθαρ­ση νοός, είναι υπέρβαση. Αγαπώ τον Θεό, αγαπώ τον πλη­σίον σημαίνει νικώ τον παλιό εαυτό μου που με τραβάει στην εγωπάθεια, στη σύγκρουση με τον άλλο, στην καλλιέργεια αντιπαλότητας, στην αποξένωση, σ’ αυτό που ο Μπερντιάγεφ και άλλοι ονομάζουν «πραγμοποίηση», μετατροπή του άλλου σε πράγμα: τί σχέση μπορεί να έχω μ’ έναν άνθρω­πο που τον θεωρώ πράγμα [5]; Η αγάπη αυτή, η αγάπη που μου υπαγορεύει η μετοχή μου στην Εκκλησία δεν εξαρτάται από την κατάσταση του άλλου. Δεν έχει σημασία αν ο άλλος είναι αγροίκος, αν είναι κτηνώδης, αν είναι εχθρός του έθνους μου, αν προέρχεται από άλλο πολιτισμό, αν μιλάει άλλη γλώσσα, αν ανήκει σε άλλο φύλο αν… αν…. αν. Εγώ ρί­χνω πάνω του το βλέμμα μου το φωτισμένο από το φως της Ενανθρώπησης (κυριολεκτικά σχεδόν εν είδει προβολέα…), αντικρύζω τον άλλο έτσι που να φωτίζεται κι αυτός και να ωραΐζεται, δηλαδή να επανέρχεται στο Κάλλος που έχασε με την πτώση που κουβαλάει μέσα του και που ο Χριστός ήρ­θε για να την καταργήσει. Αυτό, άλλωστε, συνιστά την υπέρ­βαση κι όχι ασφαλώς το Κόμμα του κ. Σαμαρά. Ο ίδιος ο Χρήστος Γιανναράς μιλάει εκατό φορές στα κείμενά του για αυθυπέρβαση και αυτοπροσφορά, αν και αυτό το  πρώτο συνθετικό «αυτο-» δεν με προδιαθέτει καλά, γιατί ακούγεται σαν εκλογή του συγκεκριμένου ανθρώπου, σαν να α­ποφασίζει από μόνος του αν θα διαλέξει ή όχι αυτή την υπέρ­βαση, ενώ κάτι τέτοιο γίνεται με την μεσολάβηση άλλου, γί­νεται με τη Χάρη και με την πραγμάτωση της εν Χριστώ ζω­ής κι όχι αφ’ εαυτού μας. Δεν λέω ότι ο Χρ. Γιανναράς δεν το ξέρει αυτό. Λέω ότι ο τρόπος που το διατυπώνει είναι ελλι­πής.

Αφού, λοιπόν, όντας μέλη της Εκκλησίας έχουμε να παλαίψουμε με τον εαυτό μας για να γίνουμε «λαός Χριστού», ό­πως έγραφε ο Φώτιος από την εξορία στη φράση που θύμισε πριν πολλά χρόνια ο Ζήσιμος Λορεντζάτος και που ο Χρή­στος Γιανναράς την γνωρίζει πολύ καλά, αφού η εξέλιξη των χριστιανικών και ελληνο-χριστιανικών πραγμάτων δεν βλέ­πω να παρουσιάζει καμμία άνθηση, τα κείμενα αυτά που υ­πογραμμίζουν την ελληνική ταυτότητα, τον ελληνικό πολιτι­σμό, τις «ιλιγγιώδεις» επιτεύξεις του παρελθόντος, θέλουν να λειτουργήσουν εν είδει προπαγάνδας για να ξυπνήσουν μέ­σα στον Έλληνα τί; Ποιά κοιμισμένα αισθήματα, ποιές θαμμένες μνήμες; Δεν ξέρει ο Χρήστος Γιανναράς ότι το ελληνι­κό θαύμα — όπως και όταν υπήρξε — αν επαναλη­φθεί δεν συνεπάγεται τίποτε το εκκλησιαστικό, το χριστιανι­κό, το εσχατολογικό; Ένας ελληνισμός που δεν ενσωματώ­νει, δεν αφομοιώνει ως στάση ζωής τον Νυμφίο της Εκκλη­σίας, τον νικητή του θανάτου, τον Θεάνθρωπο, που δεν κάνει πράξη στη ζωή του το νόημα της Ενσάρκωσης, δηλαδή την επέκταση του  Σαρκωμένου λόγου στη ζωή και την κοινωνία, θα διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη, γι­ατί λέει στο Ευαγγέλιο «ο μη συνάγων μετ’ εμού σκορπίζει» και αυτό δεν σηκώνει συζήτηση: είναι έτσι και οποίος έχει μάτια το βλέπει να επιβεβαιώνεται καθημερινά, χρόνια ολόκλη­ρα και προ παντός από τότε που προελαύνει σε όλα τα μέτω­πα ο οικονομάνθρωπος και ο τεχνολογάνθρωπος. Όσοι πάλι δεν έχουν μάτια να το δουν, ας διαβάσουν την Αποκάλυψη και θα το δουν εκεί. Εκτός κι αν δεν θέλουν να το δουν. Εκτός και αν τους αρέσουν οι αυταπάτες και φοβούνται την Αλή­θεια με κεφαλαίο και με μικρό άλφα.

* * *

Προτού προχωρήσω θα υπενθυμίσω δύο παρατηρήσεις. Η μία είναι του π. Ιωάννη Μέγιεντορφ και βρίσκεται στο βιβλίο «Βυζάντιο και Ρωσία» (μετ. Ν. Φωκά, εκδ. Δόμος, σ. 146) όπου ο σ., σχολιάζοντας τα όσα γράφει ο Α. Βακαλόπουλος, σημειώνει: «… η κληρονομιά της αρχαίας Ελλάδας και της χριστιανικής Αυτοκρατορίας αντιπροσώπευαν στην πραγματικότητα τους πόλους μιας αμείωτης έντασης, που ου­δέποτε "περικλείστηκε" είτε κατά την παλαιολόγεια περίο­δο, είτε αργότερα. Η οπωσδήποτε κοσμική αντίληψη που υ­ποδήλωνε ο αρτιγέννητος "ελληνικός" εθνικισμός ασφαλώς μπορούσε να θεωρηθεί πιο ρεαλιστική κάτω από τις τρέχου­σες συνθήκες που επικρατούσαν τον 14ο αιώνα, αλλά προϋπέθετε επίσης ορισμένη αποδέσμευση από τις αξίες —θρησκευτικές, πολιτιστι­κές και πολιτικές— που για αιώνες κουβα­λούσε το χριστιανικό Βυζάντιο και που ε­ξακολουθούσαν να συμμερίζονται οι ορθό­δοξοι Σλαύοι» [6] (υπογράμμιση δική μου).

Η δεύτερη παρατήρηση βρίσκεται στο βιβλίο του Δ. Κουτρουμπή, που πρόσφατα εκδόθηκε και αυτό από τον «Δόμο» με τίτλο «Η χάρις της θεολογίας». Στο βιβλίο αυτό υπάρ­χει άρθρο με τίτλο «Η επικαιρότης του Γρηγορίου Παλαμά» (γραμμένο το 1960), όπου μεταξύ άλλων ο σπουδαίος αυτός άνθρωπος επισημαίνει, μιλώντας για την «τάξιν των λογίων» χάρη στους οποίους εδραιώθηκε η ιταλική Αναγέννηση και οι οποίοι «ήσαν εμποτισμένοι με την αρχαίαν παιδείαν»: «Ο τρόπος όμως με τον οποίον έβλεπαν τα πράγματα γενικώς και τα θρησκευτικά ζητήματα ιδιαιτέρως ήτο περισσότερον "αριστοτελικός" και φιλοσοφικός παρά αποστολικός και ευαγγελικός. Δι’ αυτούς —όπως αργότερον και δια τους ουμανιστάς της Δύσεως— η Εκκλησία δεν ήτο τόσον το Σώμα του Χριστού, η Σκηνή του Θεού του ζώντος και αληθινού εν μέσω των ανθρώπων, όσον ένας πολύτιμος κοινωνικός και ε­θνικός θεσμός, ένας ανεκτίμητος παράγων εκπολιτισμού» (σ. 162).

Ύστερα από τα δύο αυτά αποσπάσματα του π. Μέγιεντορφ και του Δ. Κουτρουμπή χρειάζεται ίσως να αναρωτηθού­με μήπως οι σημερινοί «ελληνορθόδοξοι» ενστερνίζονται αυ­τόν τον παλαιό βυζαντινό ουμανισμό μέσα από μια ανασύνθε­ση, ελληνοποιώντας την Εκκλησία και δημιουργώντας τις βά­σεις για έναν ελληνικό «νεοουμανισμό», ο οποίος θα διαδεχθεί τον ευρωπαϊκό και θα λειτουργήσει στη θέση του Δυτικού Διαφωτισμού. Αυτές οι τάσεις συνδυάζονται θαυμάσια με το γενικό κλίμα «λαϊκισμού», που επικρατεί εντός και εκτός Εκκλησίας και για τον οποίο μας χρειάζεται το ακόλουθο απόσπασμα του π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ: «Η όλη απάτη του θρησκευτικού ‘λαϊκισμού’ φαίνεται καθαρά από το γεγονός ότι η συντριβή της καρδιάς ποτέ δεν μπορεί να είναι μία ‘οργανική’ διαδικασία, αν και αποκαθιστά ή αρχίζει την πνευματι­κή ολοκλήρωση της ψυχής. Γιατί η μετάνοια είναι πάντα μία κρίση, δηλαδή μια καταδίκη. Ο μόνος τρόπος για να προσέλθη κανείς αληθινά στην Εκκλησία είναι ένας αυστηρός α­σκητισμός και όχι μια επιστροφή στο λαό, στα πρώτα βήμα­τα και στην απλή ενότητα των πηγών. Όχι το folklore, οι λαϊκές παραδόσεις της καθημερινής ζωής, αλλ’ η νηστεία και η μετάνοια. Δεν υπάρχει καμμιά επάνοδος στον απλό πρωτο­γονισμό, αλλά πρέπει κανείς να μπη μέσα στην ιστορία δια της αφομοιώσεως των οικουμενικών και καθολικών παραδό­σεων» (Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο του π. Γ. Φλωρό­φσκυ, «Θέματα Εκκλησιαστικής Ιστορίας», μετ. Π. Πάλλη, εκδ. Πουρναράς Θεσ/νίκη 1979, σ. 220).

Στο εν λόγω απόσπασμα, είτε διαβάσουμε τον «πρωτο­γονισμό» κυριολεκτικά, είτε τον διαβάσουμε αρχαιοελληνικά, ο εγκλωβισμός στο λάθος παραμένει: τον Χριστό δεν τον φέρνει το αρχαιοελληνικό πνεύμα ούτε ο λόγος του, ούτε η ι­στορία του Ισραήλ, τον φέρνει πρώτιστα ο Πατέρας Του μέ­σα απ’ το ασύλληπτο μυστήριο της σύλληψής του από την Παναγία (Παν-αγία) εν αγίω πνεύματι. Και οι σημερινοί Έλληνες —γι’ αυτούς πρόκειται, οι αρχαίοι δεν ζουν σήμε­ρα— με όλα όσα έχουν ζήσει ως νεοελληνική κοινωνία —από αλλοτρίωση σε αλλοτρίωση κι από παραμόρφωση ή λήθη της πνευματικής τους παράδοσης σε πλήρη εκκοσμίκευση— έ­χουν ακριβώς ανάγκη αυτής της «κρίσης» για την οποία μιλάει ο Φλωρόφσκυ και της ουσιαστικής μετάνοιας —ορθόδοξοι και μη— αν θέλουν να ξαναβρούν τον εαυτό τους και την αληθινή όψη της Εκκλησίας τους. Στην αντίθετη πε­ρίπτωση καλλιεργείται μια ακατάσχετη φιλαυτία και εγωπά­θεια, που τους ωθεί να πιστέψουν σήμερα πως αυτοί είναι ο «περιούσιος λαός του Θεού» —ακόμη κι αν δεν λέγεται ρη­τά— στη θέση των Εβραίων της Παλαιάς Διαθήκης, κάτι ανάλογο δηλαδή που πίστευαν οι Ρώσοι για τον εαυτό τους τον καιρό του Σλαυοφιλισμού (αν όχι και σήμερα). Όλα αυτά γίνονται γιατί εθνοποιούμε την Εκκλησία, την λαϊκοποιούμε, την ταυτίζουμε με το έθνος ή το λαό στον οποίο ανήκουμε με αποτέλεσμα: α) να δημιουργούμε εθνικές εκκλησίες, β) να αποξενώνουμε τους λαούς μεταξύ τους, γ) να μην εργαζόμα­στε (και συνεργαζόμαστε) για το κοινό γένος των χρι­στιανών. Αυτό το γένος των χριστιανών είναι ο λαός του Θεού΄ όχι τα χωρισμένα έθνη, γένη και λαοί που μάχονται για το «πρωτείον» [7]!

Υπάρχει, ωστόσο, και κάτι άλλο στο απόσπασμα του π. Φλωρόφσκυ, που αξίζει να υπογραμμιστεί: η προτροπή του να μπούμε «στην ιστορία δια της αφομοιώσεως των οικουμε­νικών και καθολικών παραδόσεων» είναι κάλεσμα για ουσια­στική χριστοποίηση του ανθρώπου, αφού η Εκκλησία, όπως λειτούργησε μέχρι σήμερα, αφομοιώνει και μεταμορ­φώνει όλα τα επί μέρους στοιχεία λαών και πολιτισμών, καλ­λιεργεί την καθολικότητα, αφού σχετίζεται με τον καθόλου Θεάνθρωπο και συνάμα είναι το Σώμα του Χριστού μέσα στην Ιστορία και τον κόσμο —μη ούσα εκ του κόσμου και της ιστορίας— και οι άνθρωποι που ζουν μέσα της κανο­νικά τείνουν σε υπέρβαση του εγώ, σε παραίτηση από το ί­διον θέλημα, όχι για να αυτοκαταργηθούν, αλλά για να ελευ­θερωθούν από την απομόνωση του υποκειμενισμού, από την υποδούλωση σ’ έναν εγωπαθή εαυτό ή στην εγωπάθεια του έ­θνους, του λαού ή της εθνικής εκκλησίας. Μιλώντας για «κα­θολικές παραδόσεις», ο Φλωρόφσκυ εννοεί αυτές που αγκαλιά­ζουν το σύνολο της ζωής, επειδή αναφέρονται στο Καθόλου και στην Αλήθεια Του, στο πρόσωπο του Θεανθρώπου, κα­λώντας τους πιστούς σε καθολική μεταμόρφωση και καθολική πληρότητα. Γι’ αυτό, άλλωστε, ο ίδιος συμπληρώνει σε άλλο απόσπασμα (ό.π., σ. 224): «Με άλλα λόγια πρέπει να εκκεντρισθούμε στην Εκκλησία, για να μεγαλώσουμε μέσα της και να ζήσουμε μέσα σ’ εκείνη τη μυστηριακή παράδοση την πλήρη και διαχρονική που περιλαμβάνει το σύνολο των α­ποκαλύψεων και των οραμάτων. Εκεί και μόνο εκεί βρίσκε­ται η εγγύηση της δημιουργικής εργασίας και όχι στην παρα­πλανητική βεβαίωση μιας προφητικής ελευθερίας. Πρέπει να ανησυχούμε πιο λίγο για την ελευθερία και πιο πολύ για την αλήθεια».

Τον όρο ιστορία που μεταχειρίζεται στο πρώτο απόσπα­σμα τον εξηγεί έτσι: «μια θεανθρώπινη πορεία, μια μετάβαση από τον χρόνο στην αιωνιότητα της χάριτος, τη γέ­νεση και την οικοδομή του σώματος του Χριστού». Ο Φλωρό­φσκυ δεν ενδιαφέρεται για επιστροφές στις ρίζες, για πρωτογονισμούς, για αρχέγονες καταστάσεις, γιατί ξέρει μαζί με τον Παύλο ότι «ο πρώτος άνθρωπος εκ γης χοϊκός, ο δεύτε­ρος άνθρωπος ο Κύριος εξ ουρανού» (Α’ Κορ. 15, 47) και τον ενδιαφέρει να φορέσει την «εικόνα του επουρανίου» δεύτερου ανθρώπου και να την κάνει όσο γίνεται λαμπρότερη, πορευόμενος στα Έσχατα και όχι ανακυκλούμενος ελληνικά!

* * *

Πού μας οδηγούν όλες αυτές οι επισημάνσεις και οι απο­σαφηνίσεις; Στο ότι αναπτύσσεται εδώ και μερικά χρόνια μια νοοτροπία, μια αντίληψη που είναι κάτι μεταξύ θεωρίας και ιδεολογίας και έχει χαρακτηριστικά μαρξιστικού τύπου: ό­πως οι Μαρξ – Ένγκελς λένε πως το Προλεταριάτο θέλει μια ιδεολογία για να προχωρήσει στην αλλαγή της υπάρχουσας αστικής κοινωνίας, έτσι και τώρα εδώ είναι σαν κάποιοι να έ­χουν επεξεργαστεί μια θεωρία που να βγάλει τους Έλληνες α­πό τις ποικίλες υποτέλειες σε ντόπιους ή αλλοεθνείς τυράν­νους, τους οποίους «μετηλλάξαμεν» (Παπαδιαμάντης), θεω­ρία που τονίζει κυρίως τις ελληνικές καταβολές —τα αρχαία μεγαλεία— χωρίς βέβαια να αφήνει απ’ έξω την Ορθοδοξία. Όμως, έχεις την εντύπωση ότι η Ορθοδοξία και η Εκκλη­σία γίνονται κάτι σαν Υπηρέτες για να αναστηθεί ο ελληνι­σμός. Γίνονται τα εφαλτήρια που θα χρησιμοποιηθούν και που χρησιμοποιούνται για να ξαναγυρίσουμε πίσω στην αρ­χαία δόξα, όχι του Παραδείσου της Γένεσης που τώρα είναι μπροστά μας γιατί είναι Εσχατολογικός (κατά το «ο οπίσω μου ερχόμενος έμπροσθέν μου γέγονεν, ότι πρώτός μου ην», Κατά Ιωάν. 1,15) —πορευόμαστε προς τα εκεί αλλά πορευό­μαστε μέσα στο σώμα της Εκκλησίας όχι έξω από αυτό— αλλά του αρχαίου ελληνικού κόσμου, έστω καινουργιοποιημένου και περασμένου από τα «σαράντα κύματα» των κατά καιρούς εθνικών και άλλων περιπετειών. Δεν κυνηγούμε, θέ­λω να πω, μέσα από ένα τέτοιο πνεύμα την ταυτότητα του Χριστοποιημένου ανθρώπου, δεν κυνηγούμε την «αλλοίωσιν» που θα μας βγάλει από το οποιοδήποτε κοσμικό φρόνημα, ελληνικό ή άλλο, κυνηγούμε να αλλάξουμε τους άλλους, κά­ποιους άλλους, όλους τους άλλους φορώντας τους τα δικά μας ρούχα.

* * *

Συμπληρώνοντας τα ως τώρα λεχθέντα, θέλω να κάνω μια ακόμη επισήμανση: σχετίζεται με την αντιμετώπιση του κακού, όπως η αντιμετώπιση αυτή περιγράφεται και υ­παγορεύεται από τους μεγάλους Πατέρες, Αγίους και Ασκητές της Εκκλησίας. Δεν βρήκα πουθενά, σε όσα κείμενα σκάλισα και σκαλίζω καθημερινά, με καρδιακή προσήλωση κι όχι με «περιέργεια διανοίας», να συνιστάται η αντιμετώπιση του κακού (πρώτα ή κύρια), εξωτερικά, η αντιμετώπιση σε επίπεδο κοινωνίας, οικονομίας, πολιτικής κλπ. Το μόνο που είδα αρχίζοντας από το Ευαγγέλιο είναι πως «το εκ του ανθρώπου εκπορευόμενον, εκείνο κοινοί (βρωμίζει) τον άνθρωπον. έσωθεν γαρ εκ της καρδίας των ανθρώπων οι διαλο­γισμοί οι κακοί εκπορεύονται» (Κατά Μάρκ. 7, 20), που συν­δυάζεται θαυμάσια με την «ανακαίνιση του νοός», που ζητάει ο Παύλος και που σημαίνει μεταμόρφωση του ανθρώπου, αλ­λαγή νοοτροπίας, ρύθμιση του θελήματός μας στο ρυθμό του θελήματος του Πατρός. Οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν άλλαξαν τίποτε σε αυτά με πρώτο τον Μέγα Βασίλειο που γρά­φει: «ο καθένας μας πρέπει να αναγνωρίζει τον εαυτό του ως τον αρχηγόν της κακίας που υπάρχει μέσα του» (Ομιλίαι εις την Εξαήμερον). Τί σημαίνουν αυτά; Πως το βάρος πέφτει στη δουλειά που οφείλει να κάνει ο χριστιανός μέσα του, γνωρίζοντας πως μετά την Αποκάλυψη και Ενανθρώπηση τον πρώτο λόγο σχεδόν τον έχει η θέληση του ανθρώπου και οι εξ αυτής απορρέουσες επιλογές, σκέψεις, επιθυμίες, πράξεις. Σε ποιά χριστιανική κοινωνία ή έθνος βλέπουμε να λαμβάνονται αυτά σοβαρά υπ’ όψιν και να αποτελούν καθημε­ρινή ή μη καθημερινή, έστω, μέριμνα; Και βέβαια η θέληση του ατόμου (όχι του… ανθρώπου) είναι στην ημερησία διάτα­ξη για να διατρανώσει την αυτοκαταξίωσή του μέσα στον κό­σμο, τον γιγαντισμό του ή την όποια άλλη διεκδίκηση ατομικού δικαιώματος, που συχνά απέχει παρασάγγες από την αλλαγή θελήματος που ζητάει το Ευαγγέλιο. Πού χωράει και πώς μέσα από τα παραπάνω σχετικά με το κακό, με τον «έσω άνθρωπο», με την «ανακαίνιση», η υπονοού­μενη σε ποικίλα άρθρα και λόγους του Χρήστου Γιανναρά αθωότητα των Ελλήνων, του γένους τους ή του έ­θνους τους κάτι σαν φυσικά εξασφαλισμένη καθαρότητα, ευγένεια, αριστοκρατία κλπ., καθώς και η συνακόλουθή τους απώλεια στη σημερινή νεοελληνική κατάσταση και ζωή αυ­τών των γνωρισμάτων, απώλεια οφειλόμενη στην αλλοτρίω­σή τους από τα «έθνη» τα εκτός Ελλάδος, από τους πάσης φύσεως βαρβάρους; Έχει ή δεν έχει ξαναφέρει μέσα στα κείμενά του την αρχαιοελληνική διάκριση Έλληνα και βαρβάρου; Και τί σχέση έχει η διάκριση αυτή ύστερα από τόσους αιώνες που μεσολαβούν μετά την Ενανθρώπηση του Λό­γου, που αλλάζει τα νοήματα και τις σημασίες και βάζει στο κέντρο της ζωής τον Θεό τον ζώντα; Από τη στιγμή που εισέρχεται στο κέντρο της ζωής ο Χριστός ως Υιός ομοούσιος τω Πατρί και Λόγος, ως ολόκληρος Θεός και ολόκληρος άνθρωπος η συνάντηση μαζί Του του Έλληνα, του Ιουδαίου, του βαρβάρου, του Σλαύου, του ανατολίτη ή του δυτικού αλ­λάζει· αλλιώς ο «καινός» άνθρωπος που προκύπτει, ο νέος εκκλησιαστικός άνθρωπος δεν δημιουργήθηκε ποτέ, δεν υ­πήρξε, είναι φανταστικός! Εάν, λοιπόν, πιστεύουμε πως οι άνθρωποι αυτοί που «γεννήθηκαν» από το Σώμα του Χριστού και της Εκκλησίας υπήρξαν, έχει νόημα, εάν θέλουμε να ακο­λουθούμε και να συνεχίζουμε την παράδοση της Εκκλησίας, να μπορούμε να διαιωνίζουμε τη δημιουργία και παρουσία τέ­τοιων ανθρώπων στο σημερινό κόσμο. Τί ανθρώπων δηλαδή; Ανθρώπων που δεν είναι σκέτα Έλληνες, σκέτα Εβραίοι, σκέτα βάρβαροι, σκέτα Σλαύοι, σκέτα ανατολίτες και σκέτα δυτικοί. Γιατί τότε δεν υπάρχουν άνθρωποι που αποτελούν πραγματικά την Εκκλησία. Νομίζουμε πως υπάρχουν, ή τέλος πάντων υπάρχουν μόνο οι ορισμένοι εκλεκτοί και ο υπόλοιπος ντουνιάς έχει χάσει τον μπούσουλα, δηλαδή την χριστιανική του ταυτότητα. Μα αν συμβαίνει κάτι τέ­τοιο, αυτό που έχει ένα συνειδητό μέλος της Εκκλησίας είναι να τον παρακινήσει —αυτό τον ντουνιά— να την βρει κι όχι να τον ΕΛΛΗΝΟΠΟΙΗΣΕΙ. Εκχριστιανισμό του κόσμου —αν όχι και των Ορθοδόξων— χρειαζόμαστε, όχι εξελληνισμό!

Σημειώσεις:

1. Το είδος της «πρόσληψης» αυτής αφορούσε κατά ένα μέρος τουλάχιστον η εκτενής κριτική μου στην «Καθημερινή».

2. Δεν πρέπει να παραλείψω να παραπέμψω εδώ στην εξαιρετική βιβλιοκριτική του καθ. Σάββα Αγουρίδη για το βιβλίο του Χρ. Γιανναρά «Ορθοδοξία και Δύση στη νεώτερη Ελλάδα», Δόμος 1992, που δημοσιεύτηκε στο Καθ’ Οδόν, τ. 2. Θα επιχειρήσω «ανάγνωσή» της και διασταύ­ρωση με το βιβλίο στον Β’ τόμο της παρούσης συγγραφής, με τον γενικό τίτλο «Επιστροφή στον Πατέρα». Αν το επιχειρούσα εδώ θα μάκραινα δυ­σανάλογα το κείμενο.

3. Ο «διάσημος» ανά το Πανελλήνιον Πέτρος Κωστόπουλος (!) προ καιρού στην τηλεόραση είπε ότι ο πατέρας του ήταν πιστός, Ορθόδοξος, «δεν γούσταρε την εκκλησία, αλλά είχε πίστη». Γνήσιος Έλληνας δηλα­δή!

4. Για τα ελληνοκεντρικά και τα εθνικιστικά αξίζει να διαβαστεί το βιβλίο του Ν. Ματσούκα «Μυστήριον επί των ιερώς κεκοιμημένων», εκδ. Πουρναρά, Θεσ/νίκη 1992, σ. 59, 60, 61 και 62 μαζί με την σημ. 21 της σ. 60. Η επισήμανσή του σχετικά με τον Μακρυγιάννη, τόσο για τις επι­κρίσεις του εναντίον της Δύσης όσο και για το ότι «παρουσιάζει γυμνά τα ελαττώματα των Ελλήνων» είναι πολύ διδακτική.

5. Καταπληκτικός συσχετισμός του «πράγματος» (αλλοτρίωση), του Οιδίποδα και της γνώσης γίνεται στο βιβλίο του Χρ. Μαλεβίτση που επανακυκλοφόρησε πρόσφατα «Φιλοσοφία και θρησκεία». Μιλώντας εκεί για τον Οιδίποδα γράφει ότι «σκοτώνει τον πατέρα του στο σταυροδρόμι, επειδή του εμπόδιζε τον δρόμο, δηλαδή τον είδε ως πράγμα» για να συμπληρώνει ότι «ο φόνος θα σταματήσει μόνο όταν δούμε τον αδελφό όχι ως πράγμα, αλλά ως πρόσωπο αγαπημένο», όταν, με άλλα λόγια, φτάσουμε στην απαίτηση του Ευαγγελίου.

6. Στην παρακάτω σελίδα (147) διατυπώνεται μία θέση που βρίσκω να ταιριάζει γάντι στον φίλο Χρήστο Γιανναρά. Η ακόλουθη: «Στο πα­ρελθόν, οι Βυζαντινοί —και ιδιαίτερα όσοι απ’ αυτούς καυχιόνταν για την κοσμική τους μάθηση— έβλεπαν τους δυτικούς «βαρβάρους» με περιφρό­νηση και με δυσκολία παραδέχονταν τα λατινικά ως πολιτισμένη γλώσσα».

7. Τό ζήτημα το ξεκαθαρίζει πολύ ωραία και απλά ο Επίσκοπος Διοκλείας Κάλλιστος Ware, γράφοντας σε κείμενό του δημοσιευμένο στη Σύναξη (τ. 7, Καλοκαίρι 1983, σ. 54): «Σεβόμενοι την εθνική ταυτότητα, οφείλουμε να μην ξεχνούμε πως η Εκκλησία στην βαθύτερη ουσία της εί­ναι Μία και Καθολική. Το βασικό στοιχείο στη δομή της Εκκλη­σίας επί της γης δεν είναι το έθνος, αλλά η ευχαριστιακή τοπική σύναξη, η συγκέντρωση γύρω από τον επίσκοπο κάθε Κυριακή για την τέλεση της θείας Ευχαριστίας. Και η ευχαριστιακή αυτή σύναξη οφείλει να ενώνει όλους τους χριστιανούς σ’ ένα δεδομένο τόπο, ανεξάρτητα από την εθνική τους καταγωγή. Κατά τους αγίους κανόνες ο επίσκοπος έχει το βάρος όχι μιας εθνικής ομάδας, αλλά μιας ορισμένης περιοχής. Η Εκκλησία ως ευ­χαριστιακή κοινότητα δεν έχει οργανωθεί σε εθνική βάση, αλλά σε βάση τοπική. Επομένως η εθνική διάσταση οφείλει να υπηρετήσει την Εκ­κλησία και όχι να την υποδουλώσει».


[Ψήφοι: 2 Βαθμολογία: 5]