Διαδίκτυο και δημοκρατία (Τριαντάφυλλος Δελησταμάτης)

Το διαδίκτυο ως μέρος της δημόσιας ζωής μας, ο εκδημοκρατισμός, οι παρενέργειες του διαδικτύου και η ελευθερία του λόγου.

Όταν το Διαδίκτυο έγινε μέρος της δημόσιας ζωής, μια από τις μεγάλες υποσχέσεις του ήταν η επέκταση της δημοκρατίας. Στο εξής δεν θα κυριαρχούσαν πλέον στον δημόσιο διάλογο οι μεγάλοι όμιλοι μέσων ενημέρωσης: θα ακούγονταν οι φωνές των απλών ανθρώπων. Αυτό ακριβώς συνέβη εν μέρει χάρη στις πλατφόρμες μέσων κοινωνικής δικτύωσης όπως το Facebook και το Twitter, που επιτρέπουν σε όποιον έχει σύνεση και ξέρει στοιχειωδώς ανάγνωση και γραφή να δημοσιεύει τις απόψεις του για σχεδόν οτιδήποτε, από το Brexit μέχρι το αν η γη είναι επίπεδη κι αν ο Α ή Β είναι ηλίθιος.

Αλλά το συμπέρασμα ότι το Διαδίκτυο έχει συμβάλει στον εκδημοκρατισμό δεν είναι τόσο σαφές. Πράγματι, επιτρέπει σε περισσότερους ανθρώπους να έχουν λόγο και να συσπειρώνονται γύρω από κοινά προβλήματα, ανησυχίες, αιτήματα και στόχους: αυτό αποδεικνύεται κάθε μέρα με κινητοποιήσεις όπως συμβαίνει τώρα με το κύμα αλληλεγγύης στην Ουκρανία. Την ίδια στιγμή, ο παγκόσμιος ιστός έχει επιτρέψει σε μικρές ομάδες ιδιαίτερα κραυγαλέων ακτιβιστών να κυριαρχούν στη συζήτηση: οι επίμονες καταγγελίες τους οδήγησαν στην απόσυρση βιβλίων από την κυκλοφορία, στην ακύρωση παραστάσεων και στην απόλυση ανθρώπων μέσω συκοφαντιών, υπερβολών ή κατηγοριών για πράγματα που είναι απολύτως νόμιμα.

Ο αριθμός των καταγγελλόντων είναι συχνά μικρός. Για αιώνες, οι θεωρητικοί ανησυχούσαν για το ενδεχόμενο η δημοκρατία να εκφυλιστεί σε τυραννία της πλειοψηφίας, αλλά σήμερα παρατηρούμε ένα είδος τυραννίας της μειοψηφίας: ένα σύστημα όπου ένα ακραίο και ιδιοτελές κομμάτι του λαού μπορεί να ασκήσει δυσανάλογη εξουσία μπροστά σε μια πλειοψηφία που είτε είναι αδιάφορη, είτε πολύ φοβισμένη για να του αντιταχθεί. Οι ισχυρισμοί των ακτιβιστικών μειονοτήτων αντλούν τη δύναμή τους από τη σιωπηρή υπόθεση ότι αντιπροσωπεύουν ένα πολύ μεγαλύτερο σώμα απόψεων. Οι καταγγελίες για πολιτιστική ιδιοποίηση, για παράδειγμα, βασίζονται στη συνήθως αδιαμφισβήτητη ιδέα ότι ένας εκπρόσωπος μιας ομάδας μπορεί να μιλήσει για το σύνολο ή για το μεγαλύτερο μέρος αυτής της ομάδας. Αν κάποιος πει, «δεν μου αρέσουν οι λευκοί που φορούν σομπρέρο», δεν έχουμε λόγο να το αντιμετωπίζουμε ως κάτι περισσότερο από μια προσωπική γνώμη. Αλλά, αν αυτή η προσωπική γνώμη κινητοποιεί ένστικτα πλήθους επειδή ισχυρίζεται ότι εκπροσωπεί τη συντριπτική πλειοψηφία, πολλοί θα σπεύσουν να συμφωνήσουν με κάτι που ίσως δεν είχαν σκεφτεί ποτέ. Το αποτέλεσμα στην προκειμένη περίπτωση θα είναι να απαγορευτεί στην πράξη το να φοράμε σομπρέρο σε ένα αποκριάτικο πάρτι διότι θα προσβάλλουμε τους Μεξικανούς. Ο πρωθυπουργός του Καναδά, Τζάστιν Τριντό, αναγκάστηκε να ζητήσει συγνώμη διότι κάποτε είχε ντυθεί Άραβας, τουτέστιν προσέβαλε τους Άραβες. Ας μας εξηγήσει κάποιος γιατί και πώς τους προσέβαλε και γιατί ο Τριντό ζήτησε συγνώμη «για το νεανικό του σφάλμα».

Η «αρχή της βλάβης» δηλώνει ότι κάνουμε ό,τι θέλουμε αρκεί να μη βλάπτουμε τους άλλους. Αλλά, πώς μετριέται η βλάβη; Αν πω ένα σόκιν ανέκδοτο και κάποιος παραπονεθεί, συνιστά βλάβη; Πρέπει να συμφωνούμε, με τη λογική, τι συνιστά βλάβη: π.χ. δεν είναι παράνομο να λέω κάτι με το οποίο οι άλλοι διαφωνούν, αλλά είναι παράνομο να τους χτυπάω. Τα πλήθη στο Διαδίκτυο δεν ακολουθούν τη νομική λογική και παρότι πρόκειται για μειοψηφία την αμφισβητούν με τέτοια ένταση ώστε πολλοί περισσότεροι άνθρωποι αρχίζουν να αναρωτιούνται. Με λίγα λόγια, κάνουν τόσο θόρυβο ώστε δημιουργούν ατμόσφαιρα και ψευδαίσθηση πλειοψηφίας, όπως στην προϊστορική εποχή, όταν στις συνελεύσεις ορισμένων κελτικών φυλών, οι πολεμιστές ψήφιζαν χτυπώντας τα όπλα μεταξύ τους: επικρατούσε η γνώμη της πλευράς που έκανε τον περισσότερο θόρυβο. Σε πολλές αρχαίες κοινωνίες, ομάδες μικρότερες σε αριθμό, αλλά πιο παθιασμένες από τις μεγαλύτερες κατάφερναν να επιβάλουν τη γνώμη τους.

Ωστόσο, η δημοκρατία δεν βασίζεται στο πόσο έντονα νιώθουν το δίκιο τους οι υποστηρικτές μιας ιδέας∙ βασίζεται στο πόσοι άνθρωποι προτιμούν μια συγκεκριμένη επιλογή. Δεν ψηφίζουμε φωνάζοντας, αλλά σιωπηλά και μυστικά, και όλες αυτές οι σιωπηλές και μυστικές ψήφοι έχουν ίση αξία. Αν έμπαινε στη διαδικασία η ένταση του συναισθήματος, οι άνθρωποι θα γίνονταν πιο παθιασμένοι μόνο και μόνο για να κλέψουν την εκλογή από τους αντιπάλους τους∙ θα οδηγούμασταν δηλαδή σε μια ξέφρενη κούρσα ζηλωτών. Πράγμα που σχεδόν συμβαίνει: οι μετριοπαθείς φωνές δεν έχουν καμιά πέραση. Ιδιαίτερα στον χώρο του πολιτισμού το Διαδίκτυο αποφασίζει ποια βιβλία εκδίδονται ή αποσύρονται, ποιος προσλαμβάνεται ή απολύεται, ποια διασημότητα καταβαραθρώνεται, ποιος διανοούμενος γίνεται αντικείμενο σκοτεινών υποψιών και τα λοιπά. Αυτές οι αποφάσεις επηρεάζονται ολοένα και περισσότερο από αυτοδιορισμένες μειονότητες, οι οποίες αποκτούν εξουσία όχι από τον αριθμό των μελών τους, αλλά από την ένταση και την επιμονή των διαμαρτυριών τους.

Τι κάνουμε γι’ αυτό όσοι νοιαζόμαστε για τη δημοκρατία; Κατ’ αρχάς, προσπαθούμε να καταλάβουμε αν μια διαμαρτυρία ή μια καταγγελία έχει πράγματι ευρεία υποστήριξη ή όχι. Συχνά, οι άνθρωποι εκφοβίζονται μπροστά στον θόρυβο των φωνών, για παράδειγμα μπροστά σε απειλές και κατάρες που παίρνουν πολλά likes. Αλλά, στην πραγματικότητα, πολύ σπάνια αυτές οι απειλές και οι κατάρες εκπροσωπούν τον μέσο άνθρωπο. Το να «ακούμε», ακόμα χειρότερο, να «υπακούμε» σ’ αυτόν τον θόρυβο, να συμμορφωνόμαστε και να ευθυγραμμιζόμαστε σημαίνει ότι τροφοδοτούμε τον εξτρεμισμό και την αυθαιρεσία. Στην κοινοβουλευτική δημοκρατία δεν αποφασίζουμε δια βοής, ούτε αποφασίζουμε όλοι για όλα — εκλέγουμε κάποιους που έχουν γνώση ενός συγκεκριμένου πεδίου. Το πρόβλημα με τη σημερινή δημοκρατία είναι ότι αυτοί οι εκλεγμένοι φαίνεται να ακούνε και συχνά να ακολουθούν τις ιδιοτροπίες λιγοστών εξοργισμένων ακτιβιστών που ασκούν τυραννία της μειοψηφίας. Έτσι, διαμορφώνεται ένα μέρος του κοινού που θέλει πάντοτε να γίνεται το δικό του, και ένα πολιτικό προσωπικό που τρέμει μήπως το δυσαρεστήσει.

Αν σε αυτή τη σοβαρή παρενέργεια του διαδικτύου προστεθεί η εκμετάλλευσή του από αυταρχικά καθεστώτα, παρανοϊκούς ηγέτες και κατακτητικές θρησκείες ο κυβερνοχώρος γίνεται ένα ναρκοπέδιο στο οποίο πρέπει κανείς να βαδίζει με πάρα πολλή προσοχή. Στην πραγματικότητα, η «προσοχή» δεν αρκεί∙ ακόμα και για να αποκτήσουμε γνώσεις μέσω του Διαδικτύου, προαπαιτείται η γνώση − κι εδώ το πράγμα μπερδεύεται.

 

 

(Πηγή: athensvoice.gr)

[Ψήφοι: 1 Βαθμολογία: 4]