Αντίλογος στον Στέλιο Ράμφο (Σωτήρης Γουνελάς)


Εκδόσεις ‘Καστανιώτης’, 2001

Αντίλογος στον Στέλιο Ράμφο σημαίνει άρνηση προσχώρησης στο πνεύμα των καιρών, αντίσταση στην προέλαση «παγκοσμιοποίησης» και αμερικανικού πολιτισμού, στροφή στην μελέτη μιας απέραντης πνευματικής παράδοσης (ελληνικής, χριστιανικής και οικουμενικής) και ενεργοποίησή της, εμμονή στο συγκεκριμένο, στο τοπικό, στο διάφανο, στο θεϊκό, στο ανθρώπινο και όχι σε αφηρημένες κατηγορίες σκέψης, στον ανύπαρκτο οικουμενικό άνθρωπο και στην άψυχη τεχνολογία του.

Ο Σωτήρης Γουνελάς γεννήθηκε το 1949 στην Αθήνα. Παρακολούθησε στο Παρίσι μαθήματα γαλλικής και ελληνικής φιλολογίας (1970-1976), αλλά προσανατολίστηκε γρήγορα σ’ έναν φιλοσοφικότερο δρόμο μελέτης και συγγραφής. Μετά από μια «θητεία» στον Πλάτωνα, ανταμώνει με την ορθόδοξη παράδοση και προσπαθεί να συνδυάσει ποίηση, φιλοσοφία και θεολογία με ότι πνευματικότερο υπάρχει σ’ αυτήν. Για μεγάλο χρονικό διάστημα (1986-1997) υπήρξε υπεύθυνος εκδόσεως του περιοδικού Σύναξη. Τα πλέον πρόσφατα βιβλία του: Ποιητική τετραλογία (α’ μέρος), Αρμός 1995, Όψεις του παγκόσμιου και του ελληνικού γίγνεσθαι, Αρμός 2000.

(Εκτενές απόσπασμα από το βιβλίο του Σωτήρη Γουνελά)

ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΓΡΑΜΜΑ (Απόλογος για τον Μαρξ και λόγος για τον Καστοριάδη, Κέδρος 1984) περιέχονται πολ­λά σημεία και διατυπώσεις που βρίσκονται κυριολεκτικά στους αντίποδες των όσων λέει σήμερα (ενν. ο Στέλιος Ράμφος). Με μια διευκρίνιση: ότι στο βάθος η σκέψη που αναπτύσσει, παρά το «φλερτ» με την χριστιανική παράδοση, πα­ραμένει ουμανιστική, ίσως με μια ειδική έν­νοια, αλλά πάντως ουμανιστική.
Περί εξατομικεύσεως ή εξατομικισμού, λόγου χάρη, διαβάζουμε εκεί:
«Η θρησκευτικότητα υποχωρεί επειδή ο μοναχικός άνθρωπος της κοινωνίας μας μοιραία εκλογικεύεται -ο ορθολογισμός εί­ναι χαρακτηριστικό επακόλουθο της εξα­τομικεύσεως-, ενώ η ιδεολογία κερδίζει έδαφος επειδή ακριβώς συγκροτεί δια­νοητική κατασκευή, η οποία με την επι­στημονική επίφαση που διαθέτει, συγκολλεί τα θρύμματα του εσωτερικού του κό­σμου παρέχοντας "ενότητα" κι "εξήγηση" στο παν, μέσω της φυσικής και ιστορικής νομοτέλειας, την οποία αξιωματικά επι­καλείται. Ως γενική ροπή ο εξατομισμός αναπτύσσεται κατά τους Νέους χρόνους, που αναγνωρίζουν οντολογική αυτάρκεια στα πράγματα, και εκδηλώνεται με κυ­ριαρχία του λογικού στον πνευματικό κό­σμο του ανθρώπου. Εις την καθ’ ημάς Ανα­τολή το φαινόμενο δεν έχει λάβει τις κα­ταστροφικές διαστάσεις που έλαβε στις χώρες της Δύσεως ούτε ποτέ θα τις λάβη γιατί αποτελεί κατάσταση ανόργανη, οφειλομένη σε πιέσεις εισηγμένων εσπερίων προτύπων βίου και σύστοιχη κρίση ταυτό­τητος» (σ. 151-152).
Εννοείται πως στα όσα υποστηρίζει, σήμερα ο εξατομικισμός θεωρείται ανα­γκαία προϋπόθεση ειδικά για μας τους Έλληνες. Διότι βέβαια πώς θα υπάρξου­με εν μέσω τόσων εξατομικευμένων; Όλα τα περί «καθ’ ημάς Ανατολής» πάνε πε­ρίπατο ή καθίστανται ανίκανα να μας ε­νισχύσουν στην παρούσα φάση της ιστο­ρίας. Ωστόσο, τα όσα είπε μόλις πριν περί υποχώρησης της θρησκευτικότητας δεν α­φορούν τόσο στην ελληνική κοινωνία, όσο περιγραφές των δυτικών κοινωνιών, την στιγμή μάλιστα που αναφέρεται στον ορ­θολογισμό και στην εξατομίκευση. Δεν μπορούμε να περιγράφουμε συλλήβδην τα πάντα μέσα από έναν θεωρητικό λόγο. Ο ορθολογισμός και η εξατομίκευση μετά την υποχώρηση της θρησκευτικότητας, κα­θώς λέει, αποτελούν τα κύρια συστατικά των δυτικοευρωπαϊκών κοινωνιών που έχουν άλλη ιστορία. Το ζήτημα αυτό δεν φαίνεται να τον απασχολεί στο παραπά­νω απόσπασμα ούτε και αλλού, παρ’ όλο που το γνωρίζει καλά. Το πόσο μάλιστα έχει ασχοληθεί με την ευρωπαϊκή πνευ­ματική ιστορία το δείχνει σε άλλο σημείο του ίδιου βιβλίου, που παραθέτω αμέσως. Μιλώντας για τον Μαρξ και τις βασικές θέσεις του γράφει:
«Για την ακρίβεια οι ανθρώπινες αξίες συλλήβδην απορρίπτονται χάριν του αντικειμενικού χαρακτήρος της επιστη­μονικής γνώσεως, η συμμόρφωση προς τις επιταγές της οποίας ανάγεται σε υ­πέρτατη ηθική. "Κοινωνική πραγματικό­τητα της φύσεως, ανθρώπινες φυσικές επιστήμες ή φυσικές επιστήμες του αν­θρώπου, όλα τούτα σημαίνουν το ίδιο", σημειώνει ο Μαρξ ήδη στα χειρόγραφα του 1844 (Πλειάς, τ. II σελ. 87). Η επι­στήμη εδώ τοποθετείται εκτός του επιστήμονος, εις τρόπον ώστε να ενθαρρύ­νεται η ανάπτυξη των διαδικασιών χωρίς να λαμβάνεται υπ’ όψιν το υποκείμενο. Δεν είναι μόνο λάθος του Μαρξ· είναι μοι­ραίο λάθος του Γαλιλαίου και των Νέων χρόνων, που θέλησαν να ξεχωρίσουν την επιστήμη από τον επιστήμονα για να πε­τύχουν απόλυτη αντικειμενικότητα, με αποτέλεσμα να δημιουργήσουν τις προϋ­ποθέσεις ενός πνευματικού ολοκληρωτι­σμού, στηριζόμενου εις την αυθεντία του πρακτικού λόγου και της τεχνικής. Εξ ου η τεραστία ανάπτυξις των λεγομένων εφηρμοσμένων επιστημών και η μεγεθυνομένη ανικανότης του "ειδικού" να κα­τανόηση τα πιο στοιχειώδη ανθρώπινα πράγματα ή να κινηθή εκτός ωρισμένου συστήματος» (σ. 156-157).
Όμως ενώ κάνει αυτές τις εξαιρετικής σημασίας παρατηρήσεις (1) στο βιβλίο απ’ όπου τα αποσπάσματα, ο ίδιος γράφει στο άρθρο που προανέφερα της Καθημε­ρινής, ύστερα από δεκαέξι χρόνια:
«[…] Σαν να γνωρίζη τα όριά της» (ενν. η τεχνική) «-να αναγνωρίζη δηλαδή ότι χρειάζεται και τεχνητή συγκίνησι για να υπάρξη αυθεντική τεχνητή νοημοσύνη. Η νεώτατη τεχνολογία δεν ανέχεται να εί­σαι χρήστης και όχι δημιουργός, μανια­κός της κινητής τηλεφωνίας και ουραγός στον προγραμματισμό των υπολογιστών· βασίζεται σε συνεργασία και επικοινωνία ελευθέρων ανθρώπων και προσφέρει την δυνατότητα στους μικρούς λαούς να ζή­σουν ισότιμα με τους άλλους αυτάρκεις και ασφαλείς, υπό την προϋπόθεσι μιας συνεχούς βελτιώσεως της παιδείας των».
Πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος που παρακολούθησε σε όλο της το βάθος την πνευματική διεργασία των νεωτέρων χρό­νων να μιλάει για «την δυνατότητα των μικρών λαών να ζήσουν ισότιμα» την στιγ­μή που η παρεχόμενη τεχνολογία τους καθιστά δέσμιους και απολύτως εξαρτημέ­νους των χωρών που την παράγουν και εν πολλοίς την επιβάλουν; Δεν παρουσιάζε­ται μπροστά μας το φάσμα της εξάρτη­σης των λαών αυτών από τα κέντρα πα­ραγωγής τεχνολογίας και από τις εται­ρείες που σχεδόν μονοπωλιακά εξάγουν το είδος αυτό παγκοσμίως; Για ποια ισο­τιμία μιλάει και πώς γίνεται ο μέχρι προ­χθές άσχετος με τα τεχνολογικά Έλλη­νας (η όποιος άλλος) να γίνει τώρα όχι απλός χρήστης άλλα «δημιουργός»;
Τείνω, ωστόσο, να σκεφτώ ότι ήδη στο βιβλίο του Μαρτυρία και γράμμα υπάρ­χουν σπέρματα μιας ερωτοτροπίας του με την προηγμένη Τεχνολογία. Τα σπέρματα αυτά βρίσκονται στις ακόλουθες γραμμές:
«Ασφαλώς δεν υφίσταται θέμα καταρ­γήσεως της τεχνικής, υφίσταται όμως σί­γουρα, και σωστά επιμένεις, θέμα δημι­ουργίας νέας τεχνολογίας, η οποία δεν θα βασίζεται στον ανταγωνισμό του άνθρω­που με την φύση και με τον συνάνθρωπο. Η τεχνολογία τούτη θα προκύψη ως α­πάντηση στον μηχανικό παροξυσμό της λογικής και τις καταστροφές, που ως δυναμοπαραγωγό αποκλειστικά μέσον θα έχη φέρει. Έχει ήδη αρχίσει να εμφανίζε­ται, εκεί όπου το κακό φθάνει πλέον στο απροχώρητο, εννοώ την διατροφή, τις γε­ωργικές καλλιέργειες, την μόλυνση του φυσικού περιβάλλοντος, το ποιόν της ά­μεσης ζωής. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να αναπτυχθή ούτε στην βιομηχανική ούτε στην καταναλωτική κοινωνία, ούτε υπό σο­σιαλιστικό ούτε υπό κομμουνιστικό καθε­στώς. Το αντίθετο θα ήταν παράδοξο, αφού η εξίσωση του χρόνου με το χρήμα δεν συνιστά την αφετηρία της, όπως η α­πατηλή επιδίωξη του ελευθέρου χρόνου δεν συνιστά τον τελικό της σκοπό. Η νέα τεχνολογία είναι αδιανόητο να υπηρετή πολιτισμό παραγωγής μέσων και ανυπαρ­ξίας σκοπών: δημιουργείται σε μια προο­πτική ανθρωπίνης εξυψώσεως, οπότε την δεοντολογία του τυποποιημένου προϊόντος αντικαθιστά με το αίτημα του ποιού. Υπ’ αυτή την έννοια θα χρειασθή να επανεκτιμήσωμε τις παραδεδομένες τεχνικές, όχι για να τις εφαρμόσωμε οπωσδήποτε, αποκλείοντας στενόμυαλα σύγχρονες δυνατότητες, αλλά για να συνδέσωμε την πράξη με την ποιητικότητα. Η μετατροπή της πράξεως σε ποίηση θα αποτελέση τον ακρογωνιαίο λίθο της μελλοντικής τεχνο­λογίας και τεχνικής» (σ. 133).
Οι δύο αυτές φράσεις, το «ανθρωπίνης εξυψώσεως» δηλαδή και η φράση «Η με­τατροπή της πράξεως σε ποίηση θα αποτελέση τον ακρογωνιαίο λίθο της μελλο­ντικής τεχνολογίας και τεχνικής», γραμ­μένες, ξαναλέω, πριν δεκαέξι χρόνια, εκβάλλουν στο άρθρο της Καθημερινής με ημερομηνία 20 Φεβρουαρίου 2000. Στο διάστημα αυτό η Τεχνολογία εκάλπασε και η ελληνική κοινωνία υποχρεώθηκε να εφοδιαστεί με πάσης φύσεως συσκευές, σε βαθμό σκασμού θα έλεγα. Δύο ερωτή­ματα θέλω να θέσω στον Στέλιο Ράμφο και στους θιασώτες του αμερικανικού πο­λιτισμού.
α) Δεν αναρωτιούνται μήπως το «κο­μπιούτερ» -που αποτελεί την καρδιά της νέας Τεχνολογίας- είναι το τέκνο του α­μερικανικού πολιτισμού, δηλαδή ενός πο­λιτισμού με ιστορία μόλις τριών αιώνων και ΕΠΟΜΕΝΩΣ ΧΩΡΙΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΜΝΗΜΗ και προπαντός ΧΩΡΙΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ; Πώς είναι λοιπόν δυνατό να εξο­μοιωθούν λαοί με χιλιετίες πνευματικής ιστορίας με αυτούς τους νεοσσούς, που το μόνο που ξέρουν να χειρίζονται είναι οι μηχανές;
Αλλά υπάρχει και ένα άλλο ερώτημα που άφορα στο Χρήμα. Ο ίδιος έγραφε στο Μαρτυρία και γράμμα ότι:
«Χρήμα υπήρχε τόσο κατά την Αρχαιό­τητα όσο και κατά τον Μεσαίωνα, ήταν αδύνατο εν τούτοις να γίνη κεφάλαιο ε­πειδή ο χρηματιστικός πλούτος έμενε ακαταξίωτος στις συνειδήσεις, εις τρόπον ώστε να δημιουργούν όλοι δεσμούς με την γη ή την επαγγελματική τέχνη και να λείπουν τα ελεύθερα χέρια. Για να μεταβληθή ένα τέτοιο καθεστώς έπρεπε, καθώς λέει ο Μαρξ (ένθ. αν. σ. 352), "στα μάτια του γαιοκτήμονος η ανταλλακτική αξία του ει­σοδήματός του να αποκτήση ανώτερη ση­μασία από την χρηστική", να το τρέψη δη­λαδή από πλούτο τον οποίο μοιραζόταν, έστω με σκλάβους, αφού κι εκείνοι από το ίδιο χωράφι θρέφονταν, σε "δύναμη ατομι­κή". Αυτό έγινε εφικτό με την πνευματική καταξίωση του χρήματος, οπότε έδιωξε τους δουλοπαροίκους και δημιούργησε αυ­τομάτως ελεύθερη εργατική δύναμη, που νοίκιασε επί τόπου ως καπιταλιστής. Μ’ αυτή την διεκδίκηση ατομικής ισχύος, γεννιέται η σύγχρονη οικονομική ζωή και όχι ως αναγκαία συνέπεια της αναπτύξεως προϋφισταμένων παραγωγικών δυνάμεων. Και φυσικά προϋποθέτει συναίσθηση α­τομικής μοίρας, η οποία θα ήταν αδιανόη­τη χωρίς γενική παραδοχή της ατομικής σωτηρίας και απόδειξη του προκαθορι­σμού δια της κοινωνικής αναδείξεως. Ως χρηματικός πλούτος το κεφάλαιο είναι ατομικό, επειδή όμως η δύναμις δεν βρί­σκεται στα χέρια του ανθρώπου αλλά του χρήματος, βαθμηδόν γίνεται πλούτος α­πρόσωπος» (σ. 104).
Η σελίδα αυτή δείχνει ότι ο Στ. Ρ. ξέ­ρει καλά περί τίνος πρόκειται. Η σημε­ρινή του «εξέλιξη» όμως δεν φαίνεται να λαμβάνει υπ’ όψη της τον σαρωτικό ρόλο του δίπολου Χρήμα-Τεχνολογία που α­νασκάβει τα πάντα και όπου μέσα του κάθε άλλο παρά για «μετατροπή της πρά­ξης σε ποίηση» πρόκειται. Eκτός κι αν βάλουμε στην θέση της τέχνης-ποίησης την τεχνική και με την αντιμετάθεση αυτή αυταπατόμαστε ότι τα πράγματα αλλά­ζουν επί το ποιητικότερον.
Δεν ξέρω αν είναι η κατάλληλη στιγμή να ανοίξει συζήτηση για το ΧΡΗΜΑ με κεφαλαία γράμματα, καθώς ταιριάζει σ’ ένα ουδέτερο στοιχείο το οποίο διαφεντεύει σχεδόν τα πάντα και έγινε ρυθμιστής της ζωής των ανθρώπων μαζί με την τεχνολο­γία. Οι αναλύσεις του Μαρξ στα Χειρό­γραφα του ’44 εξακολουθούν να έχουν πλήρη ισχύ όσον αφορά στον «διαστροφικό» χαρακτήρα του χρήματος που πε­ριγράφει εκεί αντλώντας εικόνες και ιδέες από τον Σαίξπηρ. Ο σημαντικός διανοη­τής Παναγιώτης Κονδύλης, σ’ ένα μικρό βιβλίο του, Ο Μαρξ και η αρχαία Ελλάδα,(2) επιχειρούσε έναν ενδιαφέροντα παραλλη­λισμό ανάμεσα στον Αριστοτέλη και τον Μαρξ και ειδικότερα για την αντίληψη του χρήματος στον καθένα τους. Επειδή στην μέχρι τώρα πορεία μου δεν ασχολή­θηκα ιδιαίτερα με οικονομικά ζητήματα, μου κάνει εντύπωση ότι δεν υπάρχουν τέτοιες εργασίες -απ’ όσο ξέρω τουλάχι­στον- μολονότι ο ίδιος ο Μαρξ έμμεσα παρακινεί σε κάτι τέτοιο. Το λέω επειδή απλούστατα το Κεφάλαιο (και άλλες συγ­γραφές του) βρίθουν χωρίων και απο­σπασμάτων του Αριστοτέλη. Ανάμεσα σ’ αυτά, το ακόλουθο απόσπασμα βρίσκω να έχει κεφαλαιώδη σημασία:
«Υπάρχει όμως» (ενν. εκτός της οικο­νομικής τέχνης πού αφορά στον αναγκαίο πορισμό αγαθών) «ένα δεύτερο είδος πορισμού που κατά προτίμηση και δικαιο­λογημένα ονομάζεται χρηματιστική, για την οποία φαίνεται να μην υπάρχει κανέ­να όριο για τον πλούτο και την απόκτη­ση. […] Με την εφεύρεση του χρήματος, το ανταλλαχτικό εμπόριο εξελίχθηκε με αναγκαιότητα σε καπηλική, στο εμπόριο εμπορευμάτων, και το εμπόριο αυτό, α­ντιφάσκοντας με την αρχική του τάση, εξελίχθηκε στη Χρηματιστική, στην τέχνη να δημιουργεί χρήμα. Η χρηματιστική, λοιπόν, διακρίνεται από την οικονομική στο ότι "γι’ αυτήν η κυκλοφορία είναι η πηγή του πλούτου. Και φαίνεται σα να περιστρέφεται γύρω στο χρήμα, γιατί το χρήμα είναι η αρχή και το τέλος αυτού του τρόπου ανταλλαγής. Επομένως είναι απεριόριστος ο πλούτος που επιδιώκει η χρηματιστική». Αριστοτέλους Πολιτικά βιβλ. Ι κεφ. 8 και 9. Το απόσπασμα ανα­φέρεται σε Σημείωση στο Κεφάλαιο του Μαρξ (1ος τόμος, κεφ. τέταρτο, σ. 163 του εκδοτικού οίκου «Μόρφωση», Αθήνα 1963).
Ο Αριστοτέλης -όχι μόνο, φυσικά, σ’ αυτό το ζήτημα αλλά και σε πλείστα άλ­λα- έχει πρωτομιλήσει με μοναδικό τρό­πο. Η παραπάνω ρήση με την επιγραμματικότητα που διέθεταν οι αρχαίοι φιλό­σοφοι -και την σαφήνεια- προδιαγράφει την οικονομική κατάσταση ως σήμερα. Ειδικά όταν μιλάει για την «χρηματι­στική» οικονομία μας βάζει στην επικαι­ρότητα του Χρηματιστηρίου! Γιατί τί άλ­λο είναι το Χρηματιστήριο παρά διεργα­σία «κέρδους για το κέρδος» που βέβαια στις μέρες μας συνδυάζεται με τον ατομι­κιστικό (τον κατά Ράμφον «εξατομικευ­μένο») τρόπο ζωής των ανθρώπων και μά­λιστα των Νεοελλήνων του καιρού μας; Ο Κονδύλης στο βιβλίο του εκείνο υπερα­σπίζεται μαρξιστικών θέσεων (που είναι και κεφαλαιοκρατικές) λέγοντας ότι οι αρχαίοι, του Αριστοτέλη περιλαμβανομέ­νου -δεν είχαν σε εκτίμηση το «χρήμα» ή δεν είχαν ανακαλύψει την αξία του, την οποία εννοείται ανακάλυψε ο άνθρωπος των Νεοτέρων Χρόνων, γιατί πώς θα ανα­πτυσσόταν η κοινωνία του -καπιταλιστική πρώτα και ύστερα σοσιαλιστική- χωρίς αναγνώριση αυτής της αξίας; Στο σημείο αυτό ακριβώς τίθεται το ερώτημα: η αξία που ανακάλυψε στο χρήμα ή αυτή που του προσέδωκε είναι αυταξία, την έχει το χρήμα από μόνο του, ή εξαρτάται από τον τρόπο πού το θεωρεί ο άνθρωπος; Και αν θέσουμε το ερώτημα αυτό, αμέσως ακο­λουθεί ένα άλλο: δεν έχει ο τρόπος θεώ­ρησης σχέση με την όλη κατάσταση του ανθρώπου αυτού, με την όλη του συγκρό­τηση, πνευματική και υλική, με την αγωγή του, τις ανάγκες του, τις ιδέες του, τις επιθυμίες του, τα οράματά του;(3)
Και κάτι άλλο ακόμη: Δεν συνδέεται το θέμα Χρήμα με την περιβόητη θεωρία της «διαρκούς εξέλιξης και προόδου» που σχεδόν με μεταφυσική πίστη κατοι­κεί τον μαρξιστικό κυρίως χώρο; Για να ξεκαθαριστούν τα πράγματα θα προχω­ρήσω λίγο περισσότερο.
Στην πορεία των κοινωνιών έχουμε δύο ανθρώπινα είδη ή δύο όψεις του αν­θρώπου: α) τον άνθρωπο που ορίζεται πνευματικά ή μεταφυσικά, που εντάσσει τον εαυτό του μέσα στην όλη κτίση ή φύ­ση χωρίς να εξαρτάται από «αντικειμε­νικές συνθήκες» και που η κατάστασή του στην υψηλή της διάσταση και καθαρότη­τα διατυπώνεται στην φράση του Παύλου «η φύσις ημών κέκρυπται». β) τον άνθρωπο που ορίζεται βιολογικά – κοι­νωνικά ως εξαρτώμενος από τις «αντι­κειμενικές συνθήκες», δόγμα που προώ­θησε ο Μαρξ (σε άλλο επίπεδο και ο Φρόυντ), και από τις εργασιακές σχέσεις, δοθέντος ότι μέσω της εργασίας ο άνθρω­πος ανακαλύπτει το είναι του (Χέγκελ) και έπεται συνέχεια. Οι δύο αυτοί «άν­θρωποι» διαφέρουν όπως η Ανατολή από την Δύση με την εξής διευκρίνιση: ο πρώ­τος, ο πνευματικός, μπορεί να περιέχει τον δεύτερο, σε αντίθεση με τον δεύτερο που δεν μπορεί να περιέχει τον πρώτο.
Μπορούμε έτσι να καταλάβουμε ότι η «συνάντηση» του πρώτου με το χρήμα έχει εντελώς διαφορετικές συνέπειες από την «συνάντηση» του δεύτερου. Και βέ­βαια αυτό έχει να κάνει και με την δια­φορά στις ανάγκες, στα οράματα, στις ε­πιθυμίες, στην όλη συγκρότηση του πρώ­του ως προς τον δεύτερο.
Ας προχωρήσουμε κι άλλο. Ο πρώτος άνθρωπος -όπως τον όρισα πιο πάνω- έχει το ένα πόδι στον ουρανό, θεωρεί την επίγεια ζωή του, τουλάχιστον μέσα από μια πνευματική παράδοση δυσχιλιετίας, είτε ως προσωρινή είτε ως προετοιμασία για την μετά θάνατον συνέχειά της. Θεω­ρεί τον εαυτό του πλασμένο «κατ’ εικό­να», πράγμα που έχει πολύ συγκεκριμέ­νες συνέπειες και επακόλουθα. Μία από αυτές είναι η εντελώς διαφορετική στάση του απέναντι στην εργασία (σε σχέση με τον δεύτερο άνθρωπο). Επ’ ουδενί βλέ­πει να βρίσκει το είναι του δια της εργα­σίας. Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί το είναι του τού το έδωσε ο Δημιουργός και είναι περισσότερο εσωτερικής τάξης ή αν θέ­λετε και διανθρώπινης, ξεδιπλώνεται δη­λαδή στη σχέση του με τον Δημιουργό του και στη σχέση του με τον συνάνθρω­πο και όχι δια της εργασίας, παρά μόνο βέβαια αν νοηθεί ως τέτοια η πνευματική. Αυτή, όμως, στην περίπτωση του δεύτε­ρου ανθρώπου, έχει χάσει σχεδόν το νόη­μά της ή κατά το μάλλον και ήττον ως τέτοια λογίζεται η διανοητική.
Μια τέτοια διαφορά οδηγούσε τον φι­λόσοφο Σπύρο Κυριαζόπουλο να θεωρεί τομή στην εξέλιξη του κόσμου τον χωρι­σμό προσευχής και εργασίας που καθιε­ρώνει ο άγιος Βενέδικτος τον 6ο μ.Χ. αιώ­να στα Μοναστήρια, πράγμα που αποδέχεται ο Ράμφος στο βιβλίο του Μαρτυρία και Γράμμα (σ. 106) και στο Πελεκάνοι ερημικοί (σ. 282).
Και οι δύο συνοδεύουν την αλλαγή αυ­τή με τις προϋποθέσεις απαρχής της κεφαλαιοκρατικής ανάπτυξης. Γιατί;
Γιατί το πνευματικό αυτονομείται από το μη πνευματικό και μάλιστα αυτό το δεύτερο συνδέεται με την αμοιβή (χρήμα), ανεξαρτήτως του πρώτου. Είτε ο άγιος Βενέδικτος το έκανε ηθελημένα είτε αθέ­λητα -για να δώσει απλώς πρακτικές λύ­σεις σε προβλήματα των μοναχών- δημι­ουργείται μία κατάσταση που σταδιακά ανεξαρτοποιεί τον άνθρωπο, τον απομα­κρύνει από την πνευματική κατάσταση (ή αυτός επιλέγει να απομακρυνθεί) με την ψευδαίσθηση ότι θα αναζητήσει αυτό που έχασε -την πνευματική διάσταση- μέσα στην εργασία.
Δημιουργήθηκε, λοιπόν, έτσι μια ειδική εξάρτηση εργασίας – χρήματος που βρήκε μεγάλη ανάπτυξη στις προτεσταντικές χώρες σε συνδυασμό με μια πουριτανική αντίληψη ζωής που εννοούσε να καθάρει τους ανθρώπους από τον αλλοτριωμένο, εκκοσμικευμένο και φθαρμένο Καθολικισμό (βλ. Σπ. Κυριαζόπουλο και Μ. Weber). Το πρόβλημα με τον Μαρξ (και εν πολλοίς και με τον Καστοριάδη, έναν ση­μαντικό στοχαστή του αιώνα μας που «πέρασε» από τον μαρξισμό) είναι ότι η προσέγγιση του χρήματος δεν λαμβάνει καθόλου υπ’ όψη της την σύνδεση πνευμα­τικότητας και ανθρώπινης κατάστασης, αλλά παραμένει οικονομικο-κοινωνική θε­ωρώντας τον άνθρωπο, είτε μέσα από τις φιλοσοφικές συντεταγμένες των Νεωτέ­ρων Χρόνων, είτε μέσα από τον θετικισμό του 18ου αιώνα που στην εποχή του βρι­σκόταν σε μεγάλη έξαρση και μέσω του οποίου καθιερώθηκε η ιδέα της «εξέλι­ξης».
Όμως, εάν κατορθώσουμε να απεγκλω­βιστούμε από την ιστορική δυτική εκδοχή -αυτήν δηλαδή που κυρίως καθιέρωσε τον εναγκαλισμό εργασίας – χρήματος και μέ­σα στον κόσμο θεοποιώντας σχεδόν και τα δύο- και αποδώσουμε άλλη αξία στο χρήμα και στην εργασία, όχι πια με βάση την κατάσταση του δεύτερου ανθρώπου άλλα του πρώτου, μπορούμε να μιλήσουμε πραγματικά για πρόοδο του αν­θρώπου. Μπορούμε ακόμη να μιλήσουμε για πορεία στο μέλλον στηριγμένη σε πνευματικές σημασίες, μιας παράδοσης που έχει για προοπτική το «καθ’ ομοίωσιν», όσο κι αν η ρήση αυτή ηχεί στα αυ­τιά, ακόμη και των χριστιανών, μάλλον σαν… κινέζικη!
Αυτό που ισχυρίζομαι και εν πολλοίς προτείνω είναι το έξης απλούστατο: ενερ­γοποίηση της πνευματικής μας παράδοσης και των σημασιών της σε προσωπικό επί­πεδο. Συλλογή και συγκέντρωση κάθε εμπειρίας, γνώσης, τέχνης που καλλιεργεί μια τέτοια διάσταση, ακόμη κι αν προέρ­χεται από εξωχριστιανική πηγή, εφ’ όσον όμως είναι αγγιγμένη από ενδιαφέρον για την Αλήθεια και από πνευματική ευαισθη­σία. Απεγκλωβισμό από το κοινωνικό θη­ρίο, όποιο κι αν είναι αυτό, ελληνικό ή α­μερικάνικο. Τί νόημα έχουν οι διακηρύξεις περί ελευθερίας και ατομικών δικαιωμά­των όταν αυτές δεσμεύονται μέσα στα κα­θορισμένα αθεϊστικά πλαίσια της Γαλλικής Επανάστασης; Γιατί στο βάθος πρόκειται για πλαστή ελευθερία, όπως πρόκειται και για πλαστή αγάπη. Εάν δεν εξασφαλι­στούν με καλλιέργεια του «έσω ανθρώ­που» η αγάπη και η ελευθερία, τότε η κοινωνία των ίσων δικαιωμάτων καταντάει ζούγκλα· και αυτό συμβαίνει σήμερα πα­γκοσμίως. Από που κι ως που θα πρέπει να εξισωθούν οι ανάγκες και οι επιθυμίες των ανθρώπων, αφού ο καθένας είναι ξε­χωριστό δημιούργημα; Ακόμη και αν τους ανθρώπους τους συνδέει κοινή φύση, ακόμη και αν οι στοιχειώδεις ενέργειες τους μοιάζουν -οι καθημερινές- αυτά δεν είναι αποδείξεις της αληθινής τους κατά­στασης. Με μια φράση: η αληθινή τους κατάσταση δεν είναι μετρήσιμη, και δεν κλείνεται μέσα στις διαστάσεις που με­λετάει η επιστήμη. Εκείνα μάλιστα τα στοιχεία στα οποία δεν χωράει «λογική ανάλυση» και τυποποίηση, εκείνα είναι και τα πιο ουσιαστικά.
Χωρίς αυτά τα στοιχεία η πορεία του κόσμου θα είχε από αιώνες παραδοθεί σε στυγνή ομοιομορφία, αυτό δηλαδή που ετοιμάζουν να κάνουν σήμερα δια της Τε­χνολογίας. Ούτε έχει νόημα να επαναλαμ­βάνεται σε καιρούς «παγκοσμιοποίησης» η φράση «ο δημιουργός άνθρωπος». Η φράση αυτή μπορεί να έχει πνευματική σημασία σπουδαία, αλλά μπορεί να έχει και απολύτως καταστροφική. Εξάλλου, πώς θα διαβαστεί το ακόλουθο απόσπασμα με βάση αυτή την φράση;
«Αγαπούμε τον υλικό κόσμο ως έργο του Θεού, όχι το υλικό φρόνημα, που μας αποσπά από τον Δημιουργό για να μας προσήλωση αμετακλήτως στο Εγώ και να μας εγκλωβίση στην φθορά του. Το πά­θος ζητεί να μας λυτρώση από την δυνα­στεία της ύλης κατακτώντας την και ως εκ τούτου είναι αδιέξοδο. Από τον εαυτό μας πρέπει να ελευθερωθούμε κι όχι από τα πράγματα· διότι αφού κατακτήσωμε τα πάντα ορθώνεται αλαζονικός ο εαυ­τός, καθώς δείχνει η ιστορία του ασκητι­κού και του οργιαστικού γνωστικισμού ανά τους αιώνας. Αλαζονικός και ακόρε­στος, γιατί όταν ο εσωτερικός μας κό­σμος αναπτύσσεται και συγχρόνως βλέ­πει στην κυριαρχία της φύσεως -εν προ­κειμένω στην άσβεστη όρεξι του πάθους- το ιδανικό της αυτονομίας, αναδύεται α­πό τα έγκατα ένας υποχθόνιος άνθρω­πος, που μοναδικό σκοπό έχει να υπο­τάξη στα όποια του βουλήματα την πραγματικότητα» (Φιλόσοφος και θείος έρως, Εκδ. «Τήνος» 1989, σ. 191).
Πόσες φορές έχει ειπωθεί ότι μετά τον Καρτέσιο ή δια του Καρτεσίου και της θεωρίας του προσανατολίζεται ο άνθρω­πος στην κυριαρχία του πάνω στην φύση; Και τί άλλο είναι ο άνθρωπος αυτός μέ­σα σε αυτό το πλαίσιο από «δημιουρ­γός»; Έλα, όμως, που χωρίς συγκεκριμέ­νη πνευματική ζωή παραφυλάει στην γω­νία ο «υποχθόνιος άνθρωπος» του Ράμφου και που συνδυαζόμενος με την ακρά­τεια του «Εγώ» έφτιαξε τον κόσμο που μας περιβάλλει. Και ενώ ο φιλόσοφος μας τα έγραφε αυτά το 1989, σήμερα μοιάζει να συντάσσεται με το πνεύμα του κυ­ρίαρχου ανθρώπου και του κυρίαρχου πο­λιτισμού, καταγγέλλοντας ειδικά για τα «καθ’ ημάς» την «μεσαιωνική μας αγκύ­λωση» ή αν θέλετε την βυζαντινή. Το μέ­γεθος της προσχώρησής του στο πνεύμα της εποχής μπορεί να το καταλάβει κα­νείς διαβάζοντας το ακόλουθο απόσπα­σμα όπου ο ίδιος «έκρινε» και τους Νέ­ους Χρόνους και την παλαιότερη κατά­σταση: «Εν αντιθέσει δηλαδή προς τους Νέους χρόνους, όπου παραδίδονται μεν οι τεχνικές και η συσσωρευμένη πείρα, αλλά η σκέψι ακολουθεί μιαν ατελείωτη αλυσίδα, απορρίψεων και υπερβάσεων του ενός συγγραφέως από τον άλλο, ο Με­σαίων παραδίδει ενσάρκως από γενεά σε γενεά το πνεύμα της ζωής και όχι κάποια ατομική ή στερεότυπη αλήθεια, προωρισμένη είτε να διαλυθή στον χρόνο είτε να τον σταματήση επάνω της. Που σημαίνει ότι το ζητούμενο των Μέσων αιώνων δεν είναι αποκλειστικό προϊόν εποχής, ώστε να γεννηθή και να πεθάνη μαζί της, ανε­ξαρτήτως εάν τότε προσέλαβε κύρος και αυθεντία όχι μόνο περιεχομένου αλλά και τύπου ζωής. Μπορεί ο Μεσαίων να πέρα­σε και μαζί του να πήρε τις οικείες μορ­φές, αφήνοντας τον αρχικό πυρήνα επί μα­κρό διάστημα ανενέργητο, αφού οι μορ­φές που επλήρωσαν το κενό προέρχονταν από άλλον πυρήνα -την αλήθεια του α­τομικού και ιστορικού λόγου, ενός Θεού οι ενέργειες του οποίου προβαίνουν κτιστές από το αυτονομημένο ως προς την ουσία του πρόσωπο-, όμως αυτό το ανενέργητο δεν είναι νεκρό, είναι απλώς περιφρονημέ­νο κι εγκαταλελειμμένο επειδή μέθυσε η ανθρωπότης με την «αλήθεια» της επιθυ­μίας και της δυνάμεως, «αλήθεια» της εγωτικής επιβεβαιώσεως. Τώρα που η ενέρ­γεια του φίλτρου αυτής της «αλήθειας» περνά και αποδεικνύεται οδυνηρή ψευδαίσθησι, το ερώτημα του είδους της αλήθειας και της ζωής στην αλήθεια τίθεται ως επι­ταγή των καιρών, οπότε το πνευματικό ζή­τημα αποκτά πρακτικό ενδιαφέρον, ιστο­ρική προοπτική, οι δε προϋποθέσεις της ενεργοποιήσεως αρχίζουν να υφίστανται και να προαναγγέλουν το χάραμα μιας άλλης εποχής» (όπ. π. σ. 212).
Είναι πραγματικά καταπληκτικό πως ο άνθρωπος που έκανε τόσο σαφείς και ρητές διατυπώσεις -όπου φαίνεται η οικείωσή του και με την παράδοση με τη γενική σημασία και με την Νεωτερικότητα- αφέθηκε στο πνεύμα που έχει τόσο έντονα όχι μόνο καταγγείλει αλλά και περιγράψει. Διότι η φράση του «μέθυσε η ανθρωπότης με την "αλήθεια" της επιθυ­μίας και της δυνάμεως, "αλήθεια" της εγωτικής επιβεβαιώσεως» είναι ό,τι χα­ρακτηρίζει τον σύγχρονο άνθρωπο αλλά και ό,τι χαρακτηρίζει τον ίδιο τον Στέλιο Ράμφο στην νέα του «μεταμόρφωση». Και τί να πει κανείς για την διατύπωσή του: «Εκείνο που για τους Πατέρες της Ανα­τολής ήταν παγία παράδοση και πείρα -η απελευθέρωση του υποδούλου στο εμπαθές γνωμικό θέλημα νου, δια της απαθείας-, στην Δύση είναι ακατανόητο, αφού με την Χάρι ως φυσικήν έξι ο σκο­τισμένος νους της φιλαυτίας και ιδιοτέ­λειας αναδεικνύεται φωτισμένος. Ο τα­πεινός τω πνεύματι άνθρωπος της ασκη­τικής παραδόσεως δίνει την θέσι του στην διανοητική μηχανή και ο θεούμενος στον τεχνολόγο και τον μάνατζερ» (όπ.π. σ. 212), ΟΤΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΑΛΛΗΛΙΣΕΙ Ή ΤΗΝ ΑΝΤΙΔΙΑΣΤΕΙΛΕΙ με τον ύμνο στην τεχνο­λογία που επιχειρεί σήμερα;
Η τελευταία φράση του προηγούμε­νου αποσπάσματος μπορεί να συνδυα­στεί με όσα ανέφερα πρωτύτερα για το χρήμα και με τα δύο είδη ανθρώπων: τον πνευματικό και τον άλλο, με την συμπλή­ρωση ότι όπου προωθείται και καλλιερ­γείται το είδος του «ταπεινού τω πνεύ­ματι ανθρώπου της ασκητικής παραδό­σεως» περιορίζεται ή περιθωριοποιείται το άλλο είδος, αυτό που στην παραπάνω φράση ο Ράμφος ονομάζει «διανοητική μηχανή, τεχνολόγο και μάνατζερ».(4)
Εάν τώρα συνδέσουμε την δυτικόστροφη αντίληψη της ιστορίας με την πρό­σφατη επέλαση αμερικανισμού παγκοσμίως και λογαριάσουμε ότι στο κέντρο αυτής της επέλασης βρίσκεται η Τεχνο­λογία και το Χρήμα, δεν βλέπουμε ότι ο πολιτισμός αυτός και η ιστορία του κα­ταργεί κάθε χριστιανική θεώρηση του αν­θρώπου και τείνει να αντικαταστήσει τον «κατ’ εικόνα» άνθρωπο με ένα ρομπότ που θα μιλά, θα σκέφτεται και θα είναι εξυπνότερο από πλήθη αμερικανοποιημένων ανθρώπων αλλά συνάμα άψυχο, απνευματικό και αναίσθητο;
Η θαυμάσια Σιμόνη Βέιλ σε εποχή που η ευρωπαϊκή διανόηση μισοκοιμόταν το είχε διατυπώσει έτσι: «Κι έχουμε αυτό το παράδοξο: το πράγμα σκέφτεται κι ο άνθρωπος μεταβάλλεται σε πράγμα» (Η βαρύτητα και η Χάρη). Μα έχει γράψει και κάτι άλλο, που θα έπρεπε να είχε α­πασχολήσει την διανόηση σε τούτο τον τόπο πολύ προτού φτάσουμε στους «εκσυγχρονισμούς» και πολύ προτού… ανα­καλύψουμε εν έτει 2000 την Ευρώπη και την Αμερική (αλήθεια, τόσα χρόνια δεν ζούμε μέσα στα πλαίσια του δυτικοευ­ρωπαϊκού πολιτισμού και δεν δεχόμαστε κατακλυσμό αμερικάνικης κουλτούρας; Πώς ξαφνικά βρεθήκαμε να επιδεικνύουμε απόλυτη κατάφαση απέναντι τους; Εάν δεν είναι επαρχιωτισμός αυτό και ισοπέδωση, τότε τί είναι;): «Η υπερφυ­σική αγάπη είναι ελεύθερη. Θέλοντας να την εξαναγκάσουν, την αντικατέστησαν με φυσική αγάπη. Αλλά, αντίθετα, η ελευθερία χωρίς υπερφυσική αγάπη, εκεί­νη του 1789, είναι ολότελα άδεια, απλή αφαίρεση, χωρίς καμιά δυνατότητα να εί­ναι κάποτε πραγματική». (Στο ίδιο, μτφρ. Αντ. Βρυώνη, Εκδ. Αστρολάβος / Ευθύ­νη, σ. 162.) Θα πρέπει να αποφασίσουμε αν θα προχωρήσουμε μέσα σ’ αυτό το «άδειο», την «αφαίρεση», την απέραντη εξωστρέφεια στο όνομα της δυτικής εκ­δοχής της ιστορίας ή θα προχωρήσουμε αντλώντας από μια δισχιλιετή παράδοση που κανένας δεν μπορεί να την συμπτύ­ξει ή να την εγκλωβίσει μέσα στο πλαίσιο ενός «βυζαντινισμού» ή οποιασδήποτε χωρο-χρονικής ιστορικής περιόδου. Άλ­λωστε, συνάντηση με την παράδοση αυτή σημαίνει αδιάκοπη επανανακάλυψη και αποκάθαρση από παραποιήσεις που σώ­ρευσαν οι αιώνες σε Ανατολή και Δύση.
Εάν, από την άλλη μεριά, διανύουμε στην Ελλάδα, σήμερα, μια νέα περίοδο πολιτικοποίησης λόγω των παγκόσμιων ανακατατάξεων, δεν βλέπω για ποιόν λόγο η διανόηση της χώρας πρέπει να συμβιβα­στεί με την επίσημη ιδεολογία, πολιτική ή άλλη. Κινδυνεύουμε έτσι -κινδυνεύει ένας ολόκληρος λαός- παρασυρμένοι από την αγωνία της Κυβέρνησης να εντάξει την χώρα «στον πυρήνα της Ευρωπαϊκής Έ­νωσης», να διαγράψουμε την πολιτιστική και πνευματική μας ιστορία χάριν του μέλλοντος. Αν το μέλλον αυτοκαθορίζεται με την βοήθεια φυσικά της Οικονομοκρατίας και της Τεχνολογίας -όπως θέλει το σύγ­χρονο  παγκόσμιο μηδενιστικό πνεύμα- γιατί να μην καταλήξουν οι ποικίλοι «εκ­συγχρονιστές» σε σταδιακή κατάργηση της συλλογικής μνήμης, συνειδητής και ασυ­νείδητης, και σε υιοθέτηση αποκλειστικά εκείνων των «αφηρημένων» εννοιών, στοι­χείων, όρων, επινοήσεων και «κατασκευών» (διανοητικών εννοείται) που θα προάγουν την μετάθεσή μας σε αυτό το εκσυγχρονι­στικό μέλλον; Η πρόσφατη κρίση Εκκλη­σίας-Πολιτείας κάτι τέτοιο δείχνει. Θα τα δούμε και αυτά μέσα από τα γραπτά του Στέλιου Ράμφου. Στην Κυριακάτικη Κα­θημερινή της 4ης Ιουνίου 2000 λοιπόν, επιτέθηκε σφόδρα κατά των εκκλησιαστι­κών θέσεων με την διατύπωση ότι η Εκ­κλησία «προσπαθεί με νύχια και με δό­ντια να κρατηθεί από το κράτος προκει­μένου να διατηρήσει την συνταγματική εύνοια και μισθοδοσία». Θα προσπαθήσω να δείξω γιατί η αντιμετώπιση αυτή είναι λανθασμένη και συνακόλουθα γιατί είναι λανθασμένες ανάλογες τοποθετήσεις από πλευράς διανοουμένων άμεσα ή έμμεσα εμπνεόμενες από τον Διαφωτισμό, τον «εκσυγχρονισμό», την επέλαση «παγκο­σμιοποίησης» ή το γενικότερο μηδενι­στικό πνεύμα (αν όχι και πλήρως αντι­χριστιανικό).
Σε όλο σχεδόν το γραπτό του ο Στέλιος Ράμφος ταυτίζει την Εκκλησία με την Ιεραρχία και όταν καταγγέλει τις εκ­κλησιαστικές θέσεις, τις καταγγέλει ως θέ­σεις της Ιεραρχίας. Η αντιμετώπιση αυτή είναι απόρροια δύο δεδομένων. α) Παραθεωρείται παντελώς η διάσταση της Εκ­κλησίας ως Σώματος Χριστού και αν κά­ποια στιγμή υπονοείται κάτι τέτοιο, αυτό γίνεται εντελώς ιδεαλιστικά και υπόγεια, με αποκορύφωμα τον απίθανο παραλληλισμό μεταξύ της ασκήτριας αγίας Σάρρας του Γεροντικού και του Αρχιεπισκό­που Χριστόδουλου [«η αγία Σάρρα του Γεροντικού έμεινε εξήντα χρόνια πάνω από το ποτάμι και δεν έσκυψε ούτε μία φορά να κοιταχθεί στα νερά», ενώ ο Αρ­χιεπίσκοπος Χριστόδουλος καθρεφτίζε­ται αδιάκοπα στο γυαλί της Τηλεόρασης! Ας μου επιτρέψει ο φίλος Στέλιος να του υπενθυμίσω ότι ολόκληρη η ελληνική κοι­νωνία είναι κλεισμένη μέσα στο γυαλί της Τηλεόρασης και πως η κατάσταση αυτή, τα τελευταία ειδικά χρόνια, είναι για γέ­λια και για κλάματα, πρόκειται μάλιστα να αναπτυχθεί και να ενισχυθεί η όλη πα­ρουσία του γυάλινου περιβλήματος όσο θα αναπτύσσεται η Τεχνολογία και θα εγκαθιδρύεται παγκοσμίως «η κοινωνία των πολιτών» στην οποία ομνύει τελευ­ταία και ο ίδιος. Τί θα πρόσθετε σε μια τέτοια κατάσταση ένας Αρχιεπίσκοπος που καθισμένος σαν την αγία Σάρρα δί­πλα στον… Κηφισό δεν θα καθρεφτιζό­ταν πουθενά;(!)] Ο καημένος ο Παπα­διαμάντης προειδοποιούσε από εκείνα τα χρόνια ότι η σχέση μας με την Εκκλη­σία -πόσο μάλλον το τι είναι η Εκ­κλησία- δεν σχετίζεται με την δραστηριότητα συγκεκριμένων προσώπων, ούτε ταυ­τίζεται η Εκκλησία με το πρόσωπο του Αρχιεπισκόπου. Αυτό είναι και λέγεται λαϊκισμός και φυσικά βρίσκει απήχηση και εντός της Εκκλησίας όπου θριαμβεύει η λαϊκή ευσέβεια και εντός Διαφωτισμού όπου η παράδοση της Γαλλικής Επανά­στασης θέλει να κυριαρχεί «ο λαός» (ποιος ήταν αυτός «ο λαός», ποιος είναι και ποιες αλλοτριώσεις και αλλαγές υφίσταται παγκοσμίως και όχι μόνο εδώ απα­γορεύεται να διερευνήσουμε).
Στην βιασύνη του να μη μείνει ο ίδιος και η φιλοσοφία του εκτός ιστορίας προ­βαίνει και σε δεύτερο σφάλμα, β) Αφού έχει ταυτίσει το Σώμα της Εκκλησίας (και εν πολλοίς το μυστήριο της ζωής και της Ενανθρώπησης) με την ιεραρχία προ­βαίνει σε απόρριψη των θέσεων της Ιε­ραρχίας μη βλέποντας ότι έτσι είναι σαν να απορρίπτει σύνολη την Εκκλησία, για­τί Εκκλησία χωρίς Ιεραρχία δεν νοείται στην Ορθοδοξία. Δεν γίνεται να κρατή­σουμε αφηρημένα ή σε επίπεδο «κατη­γοριών σκέψης» την ορθόδοξη παράδοση ή την θεολογία της και να διαλέγουμε ορ­θολογιστικά κατά την περίσταση ποια «κατηγορία» μας βολεύει και, από την άλλη, να προσφέρουμε «γήν και ύδωρ» στην κοινωνία των «ελεύθερων ανθρώ­πων» (και των «εξατομικευμένων») που αποτελεί κατ’ αυτόν την παρούσα φάση της ιστορίας. Και τι σόι τρόπος είναι μι­λώντας για την Εκκλησία να γράφει: «Ως παραμυθία πνευματική, τύπος κοινωνίας των πιστών εν Χριστώ, η Εκκλησία έχει θέση στον κόσμο. Όχι μόνο απαντά στις μεταφυσικές αγωνίες των πιστών, στα μυστήρια του μετά θάνατον και του σκο­πού της ζωής, αλλά με τα δόγματα και την λατρεία της ενσαρκώνει, όπως κάθε θρησκεία, το αιώνιο αίτημα του εξαν­θρωπισμού , την υπέρβαση της βιολογικής μας μερικότητος»;
Η διατύπωση αυτή παραμορφώνει πλήρως το νόημα της Εκκλησίας με μόνη την φράση «αίτημα του εξανθρωπισμού». Το αίτημα της Εκκλησίας είναι αίτημα θεώσεως και δεν θα διστάσω να προσθέ­σω ότι η αντικατάσταση της μιας λέξης από την άλλη οφείλεται στην ιδιαίτερη σχέση του Στ. Ρ. με τον αρχαίο ανθρωπι­σμό και με όσα λέει κάθε τόσο περί αν­θρωπισμού, για να μην πω ότι μεταφράζει τον όρο «humanismus» μέσα στις δια­στάσεις του οποίου έχει τελευταία προ­σανατολίσει την σκέψη του για να την προσαρμόσει στα αιτήματα της εποχής. H Εκκλησία αποτελεί «καινούργια δη­μιουργία του Θεού, ζωντανή σύνοψη του λυτρωτικού έργου του Χριστού» ή «ζωή εν Χριστώ», ανακαίνιση και μεταμόρφω­ση του ανθρώπου (οι φράσεις ανήκουν στον π. Γ. Φλωρόφσκυ) ανεξάρτητα από την παραμόρφωση και αλλοίωση της ό­ψης αυτής ανά τους αιώνες από πλευράς χριστιανών. Είναι άλλο να μιλάμε από μέσα για την Εκκλησία και άλλο να την βλέπουμε ως αντικείμενο προς ανάλυσιν. Εδώ βρίσκεται το κλειδί για τις προσεγ­γίσεις, τις αναλύσεις, τα συνθήματα, τις ρητορείες, τις ανοησίες και τις κορώνες που κατέκλυσαν τον τελευταίο καιρό την ελληνική κοινωνία σε εφημερίδες και πε­ριοδικά, σε ραδιόφωνα και τηλεοράσεις. Η Εκκλησία είναι πριν απ’ όλα μυστήριο, δεν είναι ούτε θεσμός ούτε οργανισμός ούτε Κόμμα ούτε Κράτος. Εάν η Ιεραρ­χία ή ένας αριθμός κληρικών ή λαϊκών ρί­χνει το βάρος σ’ αυτά μαζί με μπόλικη εθνικοποίηση και ιδεολογικοποίηση αυτό είναι άλλο ζήτημα: η Εκκλησία δεν κλεί­νεται μέσα σ’ αυτά, τα υπερβαίνει. Ούτε βεβαίως κλείνεται στην διατύπωση «Νο­μικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου». Το σημείο αυτό που το καταγγέλλει ο ίδιος στο άρθρο του το αφήνει να απλωθεί και να καλύψει σύνολη την αντίδραση της Εκ­κλησίας (Ιεραρχίας και μη) στα δρώμενα των τελευταίων ήμερων. Γιατί πρέπει να δεχτούμε σώνει και καλά ότι η Ιεραρχία και μάλιστα ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος εναντιώνονται στα της Πολιτείας ταυτιζόμενοι μόνο με αυτές τις παραμορφω­τικές πλευρές της Εκκλησίας; Γιατί δεν τους επιτρέπουμε να έχουν κι αυτοί μια μικρή έστω ανάσα αγίου Πνεύματος; Μή­πως είναι ο ορθολογισμός μας που δεν μας αφήνει να το δούμε;
Υπάρχουν, όμως, και πλήθος άλλων ε­ρωτημάτων που απορρέουν από τα άρ­θρα του Στ. Ράμφου και από άλλες θέ­σεις διανοουμένων που «κυκλοφορούν» τον τελευταίο καιρό και δημοσιεύονται στην Καθημερινή και αλλού. Ο Ράμφος κάνει λόγο για «ελεύθερους ανθρώπους» που αποτελούν τις σύγχρονες κοινωνίες και τονίζει -ως να κάνει την ανακάλυψη του αιώνα- την εξατομίκευση ως την πα­νάκεια του σύγχρονου πολιτισμού, που μάλιστα στην έλλειψή της οφείλεται η Πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας! Λέγοντάς τα αυτά δεν καταλαβαίνει ότι εντάσσει σύνολη την ιστορία της Ανα­τολής και όλη την Χριστιανική περίοδο του Βυζαντίου στην δυτική εκδοχή της ι­στορίας; Ότι ερμηνεύει αιώνες χριστια­νικής ιστορίας ετεροχρονισμένα, χρησιμοποιώντας κατηγορίες δυτικής σκέψης για να εξηγήσει τρόπους ζωής και εμπειρίες που ανήκουν κυριολεκτικά σε άλλο κόσμο;
Ποιός μας υποχρεώνει να δεχτούμε πα­γκοσμίως (και όχι μόνο ως Έλληνες και ως Ανατολίτες – όσο είμαστε) μονοδιά­στατη αντίληψη της ιστορίας, απορρέουσα από ενθαδική, διαφωτιστική, ουμανιστι­κή (θα πρόσθετα και μαρξιστική) κοσμοθεώρηση, μέσα στην οποία μάλιστα πρέ­πει πάση θυσία να εισαχθεί οτιδήποτε ορ­θόδοξο, ελληνικό και εκκλησιαστικό για ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ, αλλιώς θα θεωρηθεί σχεδόν ανύπαρκτο; Και από που κι ως που θα πρέπει να αντικατασταθεί η θεολογία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά με την θεολο­γία του Έκκαρτ για να συνεχίσει ο άνθρωπος να έχει πνευματική αναφορά μέ­σα στην Ιστορία; (Βλ. παλαιότερα άρθρα του στην Καθημερινή.) Η διατύπωσή του (Καθημερινή 16 Ιαν. 2000) ότι: «Μόνον η Δύση κατόρθωσε να συλλάβει την θέση στον χρόνο ως κάτι διαφορετικό από μια θέση στον ήλιο, που ανατέλλει καθημε­ρινά χωρίς ν’ αλλάζει τίποτε· μόνον αυτή συνέδεσε με διαρκή ανακάλυψη νέου νοή­ματος των πραγμάτων την λεγόμενη ιστορικότητα και τις προϋποθέσεις της: ένα έγχρονο, αυτοσυνείδητο άτομο και μια πολιτειακή σύνταξη στην υπηρεσία της ανθοφορίας του, αντί μηχανισμού έξωθεν κοινωνικής συνοχής» διαγράφει σχεδόν σαν μονοκοντυλιά οποιαδήποτε σχέση του με αυτό που λέμε πνευματική παρά­δοση σε τούτη την χώρα.
Είναι δύσκολο να αντιλογήσω χωρίς να κουράσω λίγο ακόμη τους αναγνώ­στες. Σε σχέση με την προηγούμενη φρά­ση του Στ. Ρ. έχω να του θέσω το ακό­λουθο ερώτημα: Αφού ο ίδιος γνωρίζει (5) ότι «το ον ερμηνεύθηκε στην Δύσι ως γε­νική ιδέα και όχι ως τελειότης, όπως το ήθελαν οι παλαιοί και το κράτησε η με­σαιωνική δική μας παράδοση. Με συνέπειες βεβαίως σοβαρότατες. Στην μία περίπτωσι η εξατομίκευσι κατενοήθη ως με­ταγωγή από το γένος εις το άτομο· στην άλλη περίπτωση η εξατομίκευσι κατενοείτο στην σχέση της μονάδος του πλή­θους με την αϊδιότητα και την τελειότητά του» (σ. 25) συμπεραίνοντας μάλιστα ότι στην θέση της «μυστικής ενότητας» που έβλεπαν οι Ανατολικοί, έβαλαν οι Δυτι­κοί την «λογική ενότητα», καταλήγει με την μεγαλύτερη ευκολία να πει βλέπο­ντας την «πνευματική ανεπάρκεια των λαών της μεσαιωνικής Δύσεως» ότι «πρέ­πει να ομολογήσωμε πως η πνευματική τούτη ανεπάρκεια κατέληξε σε αποτέλε­σμα μεγάλου ιστορικού διανύσματος» (όπ. π. στην ίδια σελίδα). Μα αυτό απο­τελεί όχι μόνο απόλυτη κατάφαση στην δυτική εκδοχή της ιστορίας, αλλά και ολότελα πολιτική αντίληψη των πραγμά­των, γιατί μόνο την πολιτική ενδιαφέρει η αποτελεσματικότητα. Για να μην πω τί­ποτε για αυτό καθαυτό το «αποτέλεσμα» που το θεωρεί «μεγάλου ιστορικού δια­νύσματος». Το «αποτέλεσμα» αυτό είναι μεγάλο ή μικρό ή δεν ξέρω τι άλλο ανά­λογα με το κριτήριο μας. Αν το κρίνουμε μέσα από την λογική που ανάπτυξε η Δύ­ση (με ή χωρίς τον Βοήθιο στον οποίο παραπέμπει) φαίνεται μεγάλο. Αν το κρί­νουμε με τα κριτήρια της θεανθρώπινης παράδοσης που καλεί τον άνθρωπο στην θέωση είναι μηδαμινό! Κάτι ανάλογο μπο­ρεί να συμβεί όταν κρίνουμε την ομορ­φιά, την φυσική ομορφιά ή την ομορφιά ενός έργου τέχνης. Ένας άσχετος με την εκκλησιαστική παράδοση άνθρωπος, έ­νας «αμύητος» στο Φως του Λόγου και της Εικόνας, κοιτώντας τις βυζαντινές ή γενικότερα τις ορθόδοξες εικόνες, θα μι­λήσει για αγκύλωση και στατικότητα και θα καταφύγει στο μεγαλείο του Ντα Βίντσι ή του Μιχαήλ Αγγέλου ή βεβαίως σε πιο μοντέρνους καλλιτέχνες. Όμως, κά­ποιος δεν θα πρέπει να του υποδείξει σήμερα, υστέρα από τόσες και τόσες επα­ναστάσεις στον χώρο της τέχνης, τι έκα­νε τον Πικάσο να καταφεύγει στα κυκλα­δικά ειδώλια, τι έκανε τον Κλέε να ψά­χνει το χρώμα στην Τυνησία, τι έκανε τον Γκωγκέν να φύγει σε εξωτικά μέρη γυ­ρεύοντας το «κάτι» που δεν έβρισκε στην Δύση ή τον Α. Αρτώ να φτάσει στο Μεξικό για να μυηθεί στα «μυστήρια» των Ινδιάνων; Ο Στ. Ρ. είχε -αν θυμάμαι καλά στο βιβλίο του Η παλινωδία του Παπαδιαμάντη– μεταχειριστεί την φράση «βλέπω ένα βλέμμα κι όχι ένα αντικείμε­νο» θέλοντας να αντιδιαστείλει το είδος της δράσης στην ελληνοανατολική περί­πτωση από την δυτική της εξαντικειμενίκευσης. Βρίσκω την φράση εκείνη κατα­πληκτική. Πώς θα νιώθει όμως η κακό­μοιρη αυτή φράση σήμερα; Θα κλαίει και θα οδύρεται! «Μεγάλο ιστορικό διάνυ­σμα»! Μα όλο το πρόβλημα βρίσκεται σε αυτό που έγραψε πιο πάνω. Ότι δηλαδή εκεί που η αρχαιότητα και η Ανατολή αγ­γίζουν το μυστικό βάθος του όντος -που «γίνεται» θεανθρωπία στην Ενανθρώπη­ση-η Δύση αγγίζει την λογική όψη, ένα τμήμα δηλαδή αυτουνού του βάθους. Το τμήμα αυτό το διευρύνει, το επεκτείνει στο άπειρο και θέλει μέσα εκεί, σήμερα, με την Τεχνολογία να αλλάξει συθέμελα τον κόσμο: αυτό είναι η «εξέλιξη» και αυτό διαπίστωσαν όλες οι διάνοιες στην Ευρώπη από τον Χαίντερλιν μέχρι τον Αρτώ, από τον Χάιντεγκερ (παρά την α­πιστία του) ως την Σιμόνη Βέιλ, από τον Πασκάλ ως τον Παπαδιαμάντη και άλλους Έλληνες όπως ο Π. Γιαννόπουλος, ο Πικιώνης, ο Σπ. Κυριαζόπουλος, ο Πεντζίκης, ο Λορεντζάτος και μερικοί σημερινοί. Αυτοί αποτέλεσαν (και αποτελούν) τους αληθινούς αντιστασιακούς, γιατί α­ντιστάθηκαν και αντιστέκονται στο πνεύμα του γιγαντισμού, του άθεου ουμανι­σμού και του μηδενισμού που πάει να τυλίξει ολάκερο τον κόσμο. Τί άλλο είναι σε τελική ανάλυση η οικονομία της αγοράς από ένα τέτοιο πνεύμα; Τί άλλο είναι από ένα πνεύμα που συρρικνώνει τον άν­θρωπο σε επίπεδο μισθωτού σκλάβου ο οποίος δουλεύει για να αγοράζει; Και πού μένει περιθώριο για τον «δημιουργό άν­θρωπο» που θέλει ο Στ. Ρ. μέσα σε αυτά τα πλαίσια; Αν δεν υπήρχε η μόνιμη «ρωγ­μή» που δημιουργεί η τέχνη -ό,τι έχει μείνει από δαύτη στην Δύση- η διασκέ­δαση (που κατά μεγάλο μέρος μεταφρά­ζεται σε αλκοολισμό) και ο τουρισμός, που τείνει να αποτελεί την παγκόσμια εναλλακτική λύση -εξίσου ορθολογιστι­κή- οι άνθρωποι θα έσκαζαν, προπαντός όσοι στην Ευρώπη δεν έχουν καμιά χρι­στιανική ή άλλη πνευματική αναφορά. Γιατί βέβαια υπάρχουν κι εκεί πιστοί, είτε Ρωμαιοκαθολικοί είτε Διαμαρτυρό­μενοι. Δεν μπορούμε όλα να τα διαγράψουμε από «ορθοδοξοθεολογικό ζήλο». Ένας άνθρωπος που γεννήθηκε Προτεστά­ντης μέσα από αυτή την πίστη γνωρίζει τον Χριστιανισμό. Και μέσα από αυτήν προχωρεί στη ζωή του. Αλλά δεν θα πά­με τόσο μακριά. Θα γυρίσουμε στο θέμα του ατόμου μνημονεύοντας έναν ποιητή που λησμόνησα να αναφέρω πρωτύτερα και που μας τον θύμισε πρόσφατα ο Ζήσιμος Λορεντζάτος στο βιβλίο του Διό­σκουροι: τον Γιώργο Σαραντάρη.
Ο Σαραντάρης, λοιπόν, έθεσε σε ανύ­ποπτο χρόνο για τα δικά μας μέτρα στην Ελλάδα -γύρω στο 1938- ζήτημα δυτι­κού πολιτισμού και Ορθοδοξίας και στο δοκίμιο του Η παρουσία του ανθρώπου μελετά την κατάσταση του ανθρώπου ως ατόμου και μάλιστα ως ηδονιστή ατόμου με την κληρονομιά την ευρωπαϊκή, που κυρίεψε μετα-αναγεννησιακά τον κόσμο, δηλαδή την κληρονομιά της ηδονής: γιατί το άτομο δεν υπάρχει χωρίς την ηδονή. Όταν νικήσει την ηδονή «περνάει» σε άλ­λη κατάσταση. Λέει ακόμα ο Σαραντάρης πως μέγα πρόβλημα του ατόμου αποτελεί το γεγονός του θανάτου και ίσως να είναι το μόνο πρόβλημα που το απασχο­λεί. Γιατί βέβαια ως άτομο βρίσκεται δώθε από τον θάνατο. Εάν πραγματικά συνειδητοποιήσει τον θάνατο, μπορεί να κάνει ένα βήμα πέρα από την ηδονή, μπορεί δηλαδή να αρχίσει να ακεραιώνεται ως άνθρωπος. Εννοείται πως ο Σαραντάρης έχει μέσα του (σαν σκέψη και σαν ύπαρξη) το «κατ’ εικόνα», γι’ αυτό συνά­πτει τον άνθρωπο με την αιωνιότητα και όχι με τον θάνατο. Και, ακόμη, έχει προσανατολιστεί στο Πρόσωπο: το θεανθρώπινο πρόσωπο ως μοναδικό ιστορικό γε­γονός που δίνει πραγματική ύπαρξη στον άνθρωπο.
Τα λέω αυτά γιατί υπάρχουν σελίδες στον Στ. Ρ. όπου αναφέρεται στο «άτο­μο» και το «πρόσωπο», αν και το βάρος γι’ αυτόν στα πρόσφατα γραπτά του α­φορά στην εξατομίκευση. Ποιο είναι το πρόβλημα; Το πρόβλημα είναι ότι η κα­τάσταση του ατόμου υπάρχει και ενερ­γείται όπου δεν υπάρχει καμιά αναφορά στην Καθολική Αλήθεια, στο Πρόσωπο του Χριστού, χωρίς το οποίο δεν υπάρχει Εκκλησία. Στην άλλη περίπτωση, όταν έχουμε βάπτισμα και ενέργεια της Χάρης δια του μυστηρίου, είτε υπάρχει ενεργη­τική πίστη και συνείδηση πιστού είτε όχι, υπάρχει και κάτι πέρα από το άτομο. Το άτομο, με άλλα λόγια, μπορεί να φτιάξει μια πόλη σαν την Νέα Υόρκη ή την Αθή­να, να υψώσει μεγαθήρια, να ανοίξει λεω­φόρους, να χτίσει θέατρα, μουσεία και κινηματογράφους ΑΛΛΑ ΝΑ ΜΕΝΕΙ ΧΩΡΙΣ ΧΑΡΗ. Ακόμη πιο λιανά: μπορεί να φτά­νει σε «αποτέλεσμα μεγάλου ιστορικού διανύσματος» αλλά να μένει «εκτός νυμφώνος», ήγουν εκτός σωτηρίας.
Τί θα κάνουμε, επομένως, εμείς οι ά­μοιροι Έλληνες που κουβαλάμε το βά­πτισμά μας και ταυτόχρονα μας στριμώγνουν μέσα στην «νέα τάξη πραγμάτων», εξευρωπαϊσμένη, αμερικανοποιημένη και παγκοσμιοποιημένη;(6) Θα πούμε βάλτε τα όλα σε παρένθεση και ελάτε να εξατομι­κευτούμε; Το άτομο για τον άνθρωπο της πνευματικής μας παράδοσης συνιστά έκπτωση από κάτι καλύτερο, ακόμη κι αν αυτό το κάτι δεν έχει «ιστορικό διάνυ­σμα». Ιδού το πρόβλημα και ας το μελε­τήσουν οι αναγνώστες και του Ράμφου και αυτών εδώ των γραμμών. Και ιδού η δυσκολία της ιδιαιτερότητας αυτής της χώρας μαζί με πολλά αλλά σπουδαία που δεν τα μελετά κανείς και κανέναν δεν εν­διαφέρουν: η κοινωνία αυτή διασχίζεται από βαθιά κρίση κι αυτό επιβεβαιώνεται από την κατάσταση των εκπαιδευτικών μας πραγμάτων. Στο ίδιο βιβλίο του Πεγκύ που ανέφερα σε προηγούμενη σελίδα υπάρχει μια παράγραφος που ταιριάζει γάντι στην περίπτωση μας:
«Η κρίση στην εκπαίδευση δεν είναι μια κρίση της εκπαίδευσης. Δεν υπάρχει κρίση της εκπαίδευσης. Δεν υπήρξε ποτέ. Οι κρίσεις της εκπαίδευσης δεν είναι κρί­σεις δικές της, είναι κρίσεις της ζωής. […] Όταν μια κοινωνία δεν μπορεί να εκπαι­δεύσει, δεν είναι γιατί της λείπει κατά τύχη ένα όργανο η μία βιομηχανία. Όταν μια κοινωνία δεν μπορεί να διδάξει, είναι γιατί αυτή η κοινωνία δεν μπορεί να δι­δαχθεί. Είναι γιατί ντρέπεται, είναι γιατί φοβάται να εκπαιδεύσει τον εαυτό της. Σε όλη την ανθρωπότητα ισχύει ότι διδά­σκω κατά βάθος σημαίνει διδάσκομαι. Μια κοινωνία που δεν εκπαιδεύει είναι μια κοινωνία που δεν αγαπά τον εαυτό της. Που δεν τον εκτιμά, και αυτή ακριβώς είναι η περίπτωση της σύγχρονης κοινω­νίας» (όπ. π. σ. 15-16).
Μερικές φορές όταν σμίγει πίστη με ποίηση τα πράγματα ξελαμπικάρουν, το φως απλώνει γύρω μας μια διαφάνεια ει­κόνων, όπως φωτίζεται η πλάση μετά την βροχή. Αυτή είναι η περίπτωση του Πεγκύ. Με τρία ρήματα τα λέει όλα: ντρέ­πομαι, φοβάμαι, δεν αγαπώ τον εαυτό μου: ιδού το τρίπτυχο της «σύγχρονης κοινωνίας» λέει αυτός, και της ελληνικής προσθέτω. Με εξατομικεύσεις ραμφικές ή χωρίς, με τρομερές αναλύσεις για το άτομο και το πρόσωπο ή χωρίς, τα τρία αυτά ρήματα (ντρέπομαι, φοβάμαι, δεν αγαπώ τον εαυτό μου) φωτίζουν το πλέγ­μα της υποκρισίας μας και της ανημπόριας μας. Δεν θέλω να ανοίγω συνέχεια καινούργια θέματα, αλλά πίσω από τα τρία αυτά ρήματα υπάρχει η άβυσσος της ενοχής που χωρίς πίστη (δηλαδή αίσθηση λυτρωμού και αίσθηση σωτηρίας) δεν υ­περβαίνεται. Και εδώ βρίσκεται το πρό­βλημα το οποίο δεν θέλει να θέσει ο Στ. Ρ. (το αφήνει ίσως… στους θεολόγους): ότι η μετεώριση του Έλληνα και της κοινωνίας του οφείλεται σε έλλειμμα πίστης, σε μέγα χάσμα που άνοιξε μέσα τους η ιστορία -η ιστορία των Φώτων που εισέ­βαλε σ’ αυτή την μικρή χώρα και ανέσκαψε τα πάντα. Φορώντας άλλοτε το προ­σωπείο του αρχαίου φιλοσόφου κι άλλο­τε του διαφωτιστή και δουλεύοντας τον περισσότερο καιρό με «κατηγορίες σκέ­ψης» (ορισμένες από τις οποίες δανείζε­ται από τον Καστοριάδη, που είναι κι αυτός μέγας εισηγητής της αυτονομίας και όλων των όρων που αρχίζουν από την αντωνυμία αυτό-) βλέπει την Εκκλησία είτε ως Λατρεία (επομένως όχι ως ζωή ΚΑΙΝΗ), είτε ως αγκύλωση εκτός ιστορίας, φορτώνοντας στον άγιο Γρηγόριο Παλαμά τα λάθη της ορθόδοξης θεολογίας. Μα τότε γιατί μίλησαν όλοι οι μεγάλοι θεο­λόγοι των νεώτερων χρόνων -εννοώ του 20ού αι.- για εκκοσμίκευση και για πα­ραμόρφωση εμπειριών και σημασιών της εκκλησιαστικής παράδοσης; Αυτό δεν ση­μαίνει είσοδο της ιστορίας και του κόσμου μέσα στην Εκκλησία σε σημείο που επέρ­χεται η αλλοίωση και φτάνουν σήμερα να κατηγορούν τον νυν Αρχιεπίσκοπο για «άσκηση πολιτικής» και εθνικιστική ιδεολο­γία; Πώς, λοιπόν, έμεινε η Ορθοδοξία εκτός ιστορίας; Δεν έχουμε γύρω μας ορ­θόδοξες εθνικές εκκλησίες; Πού το βρή­καν αυτό το εθνικές, αν όχι από την εθνικοκρατική ιδεολογία που άνθισε στην Ευρώπη μετά την Γαλλική Επανάσταση;
Αλλά για να φέρω τον λόγο ξανά στις πρόσφατες εξελίξεις θα αναφερθώ στο ο­λοσέλιδο σχεδόν άρθρο του της 25ης Ιου­νίου 2000, όπου διαβάσαμε το αποκορύ­φωμα της επίθεσής του κατά της εκκλη­σιαστικής συνείδησης, πίστης, θεώρησης και παράδοσης παρουσιασμένο σ’ όλο του το μεγαλείο.
Μιλάει εκεί για το φαινόμενο της «παρακρούσεως» που κατέλαβε πλήθος πι­στών, ιεροκηρύκων και λαϊκών και που κατ’ αυτόν «αποτελεί εκδήλωση νοσηρή της συλλογικής μας ψυχής, άξια ειδικής αναλύσεως», την οποία και επιχειρεί ευ­θύς πιο κάτω. Παραλληλίζει το «φαινό­μενο» με «επιληπτική κατάσταση» και το ονομάζει «κοινωνικό σεληνιασμό»,στον οποίο αφιερώνει το μισό σχεδόν άρθρο του. Ότι υπάρχει νοσηρή πλευρά στους χώρους της χριστιανικής ή παραχριστιανικής και γενικότερα θρησκευτικής ζωής δεν βλέπω γιατί πρέπει να το αρνηθούμε, την στιγμή που ειδήσεις για φαινόμενα τέτοιας νοσηρότητας και μάλιστα ακραία έρχονται από όλο τον κόσμο. Όμως, τέ­τοια νοσηρότητα δεν παρουσιάζεται μό­νο σε θρησκευτικούς χώρους άλλα και σε άλλους (βλ. γήπεδα, βλ. ρεσιτάλ μοντέρ­νας μουσικής, όπου παρατηρούνται πλεί­στα  φαινόμενα  υστερίας ή  «σεληνιασμού» και άγρια επεισόδια και βανδαλι­σμοί). Γιατί δεν κάνει καμιά αναφορά σε αυτά; Δεν εκφράζουν αυτά και εδώ στην Ελλάδα κοινωνική νοσηρότητα; Γιατί πρέ­πει να υπογραμμιστεί ειδικά η νοσηρό­τητα που συνδέεται με τον χριστιανικό χώρο; Αλλά το σημαντικότερο είναι άλ­λο: στις δύο παλλαϊκές συγκεντρώσεις της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας μπορεί να μας υποδείξει ο Στ. Ράμφος ποια είναι τα συμπτώματα του «σεληνιασμού» και πώς εκδηλώθηκαν; Το ζήτημα, όμως, α­ποκτά και άλλη διάσταση όταν διαβα­στεί η ακόλουθη φράση του: «Προσωπι­κώς συνιστώ να συνδέσουμε τις επιληπτοειδείς καταστάσεις με τον ομαδικό σεληνιασμό, που θεωρώ νόσο της συνειδήσεως οφειλομένη σε θύλακες αγκυλωμένου χρό­νου μέσα της» (εγώ υπογραμμίζω). Συνδέει τους θύλακες αυτούς με «επιβολή στο πνεύμα μας του μεσαιωνικού συμβο­λισμού της Εκκλησίας, η οποία δεν έχει κάνει βήμα εμπρός μετά τις ησυχαστικές έριδες του δεκάτου τετάρτου αιώνος, μο­λονότι η κοινωνική πραγματικότης έχει εκ βάθρων ανατραπεί».
Εδώ βρίσκεται το ψαχνό σε ολόκληρο τον προβληματισμό του Στ. Ράμφου. Το πρόβλημα του φιλοσόφου μας είναι πολι­τικό και κοινωνικό κατά βάθος, δεν είναι φιλοσοφικό και θεολογικό. Τον Ράμφο δεν τον ενδιαφέρει ότι η θεολογία του ησυχασμού είναι ενσωματωμένη στην Ορθόδοξη Εκκλησία, ούτε ότι ο Γρηγόριος ο Παλαμάς ανακεφαλαιώνει την πατερική παράδοση. Δεν τον ενδιαφέρει ότι στο κέ­ντρο της παλαμικής θεολογίας βρίσκεται το γεγονός της «θεώσεως», αλλά τον εν­διαφέρει ότι «η κοινωνική πραγματικό­της έχει εκ βάθρων ανατραπεί». Μα πό­τε «η κοινωνική πραγματικότης» καθό­ρισε το πνεύμα της Εκκλησίας, την θεο­λογία της και την πίστη της; Δεν είναι μια μόνιμη «σταθερά» στην ορθόδοξη παρά­δοση ότι η Εκκλησία είναι εν τω κόσμω, μη ούσα εκ του κόσμου; Ότι δηλαδή η πορεία της και η όλη βιοτή της ΔΕΝ ΕΞΑΡ­ΤΑΤΑΙ από τις διάφορες εξελίξεις της κοι­νωνίας και του κόσμου, απλούστατα γιατί η ΑΛΗΘΕΙΑ της είναι αφ’ ενός άκτιστη αφ’ ετέρου σαρκωμένη; Δεν είναι σαν να ζητάει προσαρμογή και συνθηκολόγηση της Εκκλησίας στο πνεύμα του κόσμου; Διατυπώνοντας την θέση: «Ζούμε στο 2000, γινόμαστε μέλος της ΟΝΕ, χειριζόμαστε ηλεκτρονικούς υπολογιστές και επισκε­πτόμαστε ή μετέχουμε στο Διαδίκτυο· ό­μως ένα μέρος της ψυχής και του εαυτού μας βρίσκεται τουλάχιστον έξι αιώνες πί­σω» είναι σαν να απαιτεί εξάλειψη της πνευματικής ΜΝΗΜΗΣ η οποία, σημειω­τέον, δεν εγκλωβίζεται στους έξι αιώνες που την θέλει να λειτουργεί αγκυλωτικά, άλλα διανύει όλο το διάστημα της δισχιλιετούς χριστιανικής παράδοσης, για να μην πούμε τίποτε για την αρχαιοελληνική πραγματικότητα που μεταμορφωμένη ζει μέσα στην Εκκλησία. Και από που κι ως που οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές και το Διαδίκτυο θα αποκτήσουν πνευματικές διαστάσεις στην συνείδηση των σημερι­νών Ελλήνων, ή το παρόν τους θα διο­γκωθεί σε τέτοιο σημείο, που να καταπιεί κάθε προηγούμενη πνευματική ιστο­ρική διάσταση; Είναι αδύνατο άνθρωπος που ζει στην Ελλάδα, με συνείδηση πι­στού και με συνείδηση των παγκόσμιων σημερινών προβλημάτων, να απαιτεί α­πόλυτη συνθηκολόγηση στα δρώμενα της εποχής και στις ΝΕΕΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΕΣ. Αυτό αποτελεί την απόλυτη αλλοτρίωση. Τα «ζωηφόρα στοιχεία της πνευματικής μας παραδόσεως, όπως η μυθική αντίλη­ψη ή ο αποφατισμός» -καθώς γράφει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου του Μια καλο­καιρινή ευτυχία τρίζει (Αρμός 1999). αλή­θεια, δεν υπάρχει μια χαιρεκακία σ’ αυτό τον τίτλο;-δεν πρόκειται να «ελευθερώ­σουν τις δυνάμεις που αιώνες τώρα υπνώττουν μέσα τους», γιατί τα στοιχεία αυτά δεν υπάρχουν αυτοδύναμα αλλά σε σχέση, αναφορά και σύμπνοια με πνευ­ματική παράδοση, δηλαδή υπερβατική πί­στη (και προ και μετά Χριστόν).
Ο αντίλογος κάποτε πρέπει να σταματή­σει. Ελπίζω να μην προκαλέσει μεγαλύ­τερη σύγχυση από αυτήν που επικρατεί. Ελπίζω ακόμη να μη διαβαστεί με τον συνήθη συναισθηματικό τρόπο ή μ’ έναν αποκλειστικά διανοητικό. Η πνευματική μας παράδοση υπαγορεύει νουν βουτηγ­μένο στην καρδιά. Ο νους ενεργεί την «χειρουργία», αλλά η καρδιά ξεπλένει με αίμα και δάκρυ. Όμως, η καρδιά πρέπει να διατηρείται καθαρή για να ενεργήσει μαλακτικά και «φιλάνθρωπα». Γιατί το Ευαγγέλιο έχει προειδοποιήσει από εκείνα τα χρόνια «ότι αυτά που μολύνουν τον άνθρωπο προέρχονται από την καρ­διά» (Ματθ. 15, 18). Αν, λοιπόν, δεν θε­ραπεύουμε την καρδιά μας, για ποια θε­ραπεία της κρίσης μπορεί να γίνει λόγος και για ποια αυτοσυνειδησία;
Κλείνοντας και αφού υπενθυμίσω στον Στέλιο Ράμφο τα όσα κατά καιρούς έχει γράψει για την όραση, το βλέμμα, την θέα (ως μέθεξη), την οπτική -που αποτελούν ό,τι καλύτερο γι’ αυτά έχει γραφτεί στα ελληνικά- και όπου, εάν εμβαθύνουμε, μπορεί να μας φανερωθούν όλες οι αρνη­τικές όψεις της μηχανικής χρήσης της ό­ρασης στον σύγχρονο κόσμο και των α­νάλογων συσκευών (τηλεόραση, κομπιού­τερ), θα παραθέσω ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Φιλόσοφος και θείος έρως («Τήνος» 1989, σ. 181). Το απόσπασμα αυ­τό, δοσμένο λογοτεχνικά, αποτυπώνει μια χριστιανική θεώρηση της ζωής που κάθε άλ­λο παρά περιέχεται στα πρόσφατα άρθρα της Καθημερινής. Είναι το ακόλουθο:
«Ένα θριαμβευτικό ανοιξιάτικο πρωϊνό, προ εξαετίας, έτυχε να διασχίζω την παλιά αγορά των Ιωαννίνων. Η ατμό­σφαιρα ήταν τόσο κρυστάλλινη, η διαύ­γεια τόσο καθοριστική, ώστε να διακρί­νονται ανάγλυφα όχι μόνο τα πράγματα αλλά και αυτές οι φωνές των εμπόρων. Το πολύχρωμο βουητό που παρακολου­θεί συνήθως τέτοιες συναθροίσεις είχε χαθή και την θέσι του κατέλαβε πανηγυρι­κά, μετά το χειμωνιάτικο σφίξιμο, μια εα­ρινή ακοσμία, η οποία δεν χαλάρωνε α­πλώς τους αρμούς αλλά διέλυε κυριολε­κτικά στα εξ ων συνετέθη το σύνολο. Μέ­σα στο ηλιόλουστο αυτό σκόρπισμα πρόβαλε τότε αιφνίδια, από το διπλανό σο­κάκι, ένας παππάς. Πέρασε βιαστικά με σκυφτό το κεφάλι σα να μην τον άγγιζαν όσα συνέβαιναν γύρω. Σε δύο λεπτά είχε διασχίσει τον εμπορικό δρόμο, έστριψε και τον έχασα. Αυτά τα δύο λεπτά όμως ή­ταν αρκετά: όλα συσχηματίσθηκαν μαζί του και βρήκα τον άξονα που έλειπε. Το μαύρο ράσο έδεσε με μιας τα πάντα ε­πάνω του σαν μεταφυσική ελπίδα, το σκόρπισμα έγινε ως δια μαγείας άνοιξι και η αγορά που βγήκε από την αγωνία της διαλύσεως, συνέχισε αναπαυμένη μυ­στικά τον πρωινό διονυσιασμό της. Κάτι είχε αλλάξει ριζικά με του ιερέως το πέ­ρασμα. Το μαύρο φως του ράσου ένωσε, σαν άλλος σταυρός, φωνές, ανθρώπους, πράγματα και ο σκυφτός παππάς επήρε με τον θάνατο του σχήματος που έφερε, το βάρος του σκορπίσματος».
Αυτό το φως που ενώνει μας ενδιαφέ­ρει και όχι τα αναβοσβήνοντα φώτα που χωρίζουν.

Πολύδροσο Ιούνιος-Αύγουστος 2000

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Με τα θέματα αυτά είχα ασχοληθεί εκτενέστατα στο βιβλίο Η κρίση του πολιτισμού και συγκεκριμένα στην Πρώτη Ενότητα που είχε ως θέμα της: Ο Μαρξ και οι αντικειμενικές συνθήκες. Ανασκευή. Οι θε­τικές επιστήμες. Ο Μπερντιάγιεφ και ο Χέρτσεν. Λογοκρατία και Αποκαλυπτικός λόγος. (Εκδ. Αρμός. 1997, σ. 37-66.)

2. Εκδ. «Στιγμή», 1984.

3. Για τα πράγματα αυτά και μάλιστα στην καρδιά της Ευρώπης, στη Γαλλία, μίλησε με πολύ αληθινή γλώσσα ο Σάρλ Πεγκύ (1873-1914) που μας τον θύ­μισε πρόσφατα ο Κώστας Τσιρόπουλος εκδίδοντας το βιβλίο του Σημειώσεις για την κρίση των καιρών μας στην νέα εκδοτική σειρά του «Αναλόγιο». Η «κρί­ση» βλέπετε δεν είναι καινούργια, για τον Πεγκύ μά­λιστα ταυτίζεται σχεδόν με την Νεωτερικότητα. Ο Πεγκύ ήταν από τους πρώτους που κατήγγειλαν την «παγκόσμια φιλοχρηματία του νεώτερου κόσμου» καθώς και τον διωγμό που υφίσταται η πνευματικό­τητα στον 20ό αιώνα. Διέκρινε εγκαίρως την έκπτω­ση σε όλα τα επίπεδα όπως την διέκριναν και τόσοι άλλοι φωτισμένοι άνθρωποι. Όμως ο κόσμος παρά τις φωνές τους προχώρησε πάνω σ’ αυτό που κατήγγειλαν: στο χρήμα και στον τεχνικό πολιτισμό. Οι Έλληνες έπρεπε να είμαστε από τους πρώτους που να διακρίνουμε το μέγεθος της «απάτης».

4. Ο εκ των βασικών στελεχών της εφημερίδας Καθη­μερινή Αντ. Καρακούσης σε άρθρο του με τίτλο «Το Ίντερνετ και εμείς…» παραθέτει στοιχεία έρευνας στην Αμερική. Γράφει: «Η δεύτερη έρευνα διενεργή­θηκε στα κολέγια της Αμερικής με το ερώτημα προς τους σπουδαστές «τί θεωρούν πιο in;» κατά σειρά προτεραιότητας. Και ιδού οι απαντήσεις: Το 73% το Ίντερνετ, το 71% την μπίρα, το 68% τα κλάμπ, το 64% το κινητό τηλέφωνο, το 59% την απασχόληση και μό­λις το 35% την εισαγωγή στο Πανεπιστήμιο». Ο κ. Καρακούσης… ενθουσιασμένος φαίνεται από τις κα­ταπληκτικές απαντήσεις των Αμερικανών κολεγιό­παιδων, συστήνει στους ιθύνοντες της ελληνικής κυβέρνησης να τα παρατήσουν όλα και να ρίξουν το βάρος στην απορρόφηση της νέας τεχνολογίας. Ούτε αυτός ούτε εκείνοι φαίνεται να συνδέουν την ιλιγγιώ­δη αυτή ανάπτυξη μ’ έναν μηδενιστικό πολιτισμό χω­ρίς μνήμη και χωρίς παράδοση. Ένας φιλόσοφος «μυημένος» τουλάχιστον στην πλατωνική σοφία μπο­ρεί να έχει ανάλογη στάση;
Ένα άλλο… ενθαρρυντικό κείμενο για τα εν Αμερική συμβαίνοντα -που βεβαίως διαδίδονται αν όχι επιβάλλονται απανταχού της γης- δημοσιεύεται στην Ελευθεροτυπία (24 Μαρ. 2000) και υπογράφε­ται από την Αφροδίτη Πολίτη. Τίτλος του «Το μωρό μου, ο φωστήρας». Το κείμενο αυτό μας ενημερώνει αρχίζοντας ότι η ελληνική αγορά έχει πλημμυρίσει από «υπολογιστές-παιχνίδια», «φτιαγμένους ειδικά για μωρά και νήπια, που φιλοδοξούν να εξοικειώ­σουν τα Ελληνόπουλα προσχολικής ηλικίας με το ποντίκι και το πληκτρολόγιο». Συνεχίζοντας γράφει ότι «το νέο κύμα στην αγορά εκπαιδευτικού υλικού αφορά προϊόντα που απευθύνονται κυριολεκτικά σε βρέφη (από ηλικίας τριών μηνών και επάνω) και έχει δημιουργήσει σάλο στον αγγλόφωνο κόσμο: «Μωρό Αϊνστάιν», «Μωρό Σαίξπηρ». «Πνευματώδες ξεκί­νημα», «Μωρό Εγκέφαλος», «Το μωρό σας διαβά­ζει!», είναι κάποιοι από τους τίτλους των εκπαιδευ­τικών πακέτων που υποστηρίζουν ότι «διεγείρουν την ανάπτυξη του εγκεφάλου τα κρίσιμα χρόνια της βρεφικής ηλικίας».
Και φαίνεται πως «παρά τις αντιδράσεις παιδο­ψυχολόγων», καθώς γράφει, στην Αμερική συμβαίνει το εξής καταπληκτικό που σίγουρα θα ενθουσίαζε ακόμη περισσότερο τον κ. Καρακούση που μας έδω­σε τα στοιχεία που παρέθεσα πιο πάνω. Ιδού ποιο είναι αυτό: «Από το ’97 μέχρι σήμερα οι πωλήσεις λογισμικού που απευθύνεται σε μωρά και νήπια έ­χουν διπλασιαστεί, ενώ νεοσύστατες εταιρείες όπως η "Baby Einstein Co" μέσα στο τρέχον έτος υπολογί­ζουν να έχουν τζίρο δεκάδων εκατομμυρίων δολα­ρίων». Όλα αυτά για να αντικατασταθεί η ανύπαρ­κτη σήμερα γιαγιά και βεβαίως η τηλεόραση (η οποία υπήρξε και εξακολουθεί για χρόνια -και εδώ στην Ελλάδα- η χαρισματική «νταντά» και για να προκύψουν παιδιά-φωστήρες που… εξ απαλών ονύ­χων θα παραδίδονται σε διεύρυνση της διάνοιας τους!

5. Βλ. στο βιβλίο Μια καλοκαιρινή ευτυχία τρίζει (Αρ­μός) την συνέντευξή του στο τεύχος 1 του Ερουρέμ (1995) και ειδικότερα τις σ. 24-50.

6. Το σημείο αυτό πρέπει να διαβαστεί και με ευρύ­τερη σημασία: τί θα κάνουν οι απανταχού της Γης βα­πτισμένοι και χρισμένοι με την Χάρη όταν τους ε­γκλωβίσουν μέσα στην αυτάρκεια της ενθαδικότητας και του άθεου διαφωτισμένου κόσμου που ζει χωρίς δράμα αιωνιότητας, μετάνοιας, σωτηρίας, θεανθρωπίας και μεταμόρφωσης; Και ακόμη πιο πέρα: τί διε­ξόδους έχει ένας νέος άνθρωπος που η παρεχόμενη παιδεία -παγκοσμίως- τον κλείνει μέσα στον κόσμο και του παρουσιάζει τις θρησκείες ως απάτες και ψευ­δαισθήσεις και εν πολλοίς την Τεχνολογία ως την νέα υπερθρησκεία;

[Ψήφοι: 0 Βαθμολογία: 0]