Αναζητώντας την αλήθεια (Γεώργιος Μαντζαρίδης, Ομότιμος Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.)

Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλασμένος μὲ αἰώνια προοπτική. Αὐτὸ μαρτυρεῖται καὶ ἀπὸ τὸν βαθύτερο πόθο του γιά ἀθανασία καὶ αἰώνια ζωή. Οἱ Χριστιανοί, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ὀντολογικὴ ἔφεση γιὰ αἰωνιότητα, ἔχουν καὶ τὴν βεβαιότητα τῆς πίστεώς τους. Συνεπῶς κάθε ἄνθρωπος, καὶ ἰδιαίτερα ὁ Χριστιανός, δὲν πρέπει νὰ περιορίζεται στὴν καθημερινότητα, ἀλλὰ νὰ ἔχει τὸν νοῦ του στραμμένο πρὸς τὴν αἰωνιότητα. Νὰ τοποθετεῖ τὴν καθημερινότητά του στὴν προοπτικὴ τῆς αἰώνιας ζωῆς ποὺ θὰ ἀκολουθήσει με τὰ τὴν ἀνάστασή του.Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν προσδίδει τὴν ἀπαιτούμενη ἀξία στὸν χρόνο τῆς καθημερινῆς ζωῆς, ἀλλὰ καὶ ἀντιμετωπίζει εὐκολότερα τοὺς καθημερινοὺς κόπους καὶ πειρασμούς. Ἀναλογιζόμενος τὴν σπουδαιότητα τοῦ χρόνου τῆς καθημερινῆς ζωῆς του καὶ λαμβάνοντας ὑπόψη τὶς αἰώνιες συνέπειες τῆς καλῆς ἢ τῆς κακῆς διαχειρίσεώς του ὀφείλει νὰ μὴν παρασύρεται ἀπὸ τὸ στεῖρο πνεῦμα τῆς ἀκηδίας, ἀλλὰ νὰ καλλιεργεῖ τὴν ἀρετὴ καὶ νὰ ἀντιμετωπίζει δημιουργικὰ ὅλες τὶς συγκυρίες τῆς ζωῆς προετοιμαζόμενος γιὰ τὴν αἰωνιότητα.

Ἡ τοποθέτηση αὐτὴ ἀνοίγει στὸν ἄνθρωπο θετικὴ προοπτικὴ γιὰ τὴν προσέγγιση τῆς ἀλήθειας καὶ τὴν νοηματοδότηση τῆς ζωῆς. Ὅποιος περιορίζεται στὰ γήινα καὶ ἐγκλωβίζεται στὴν κοσμικὴ ἀναγκαιότητα εἶναι σὰν νὰ ἔχει τὸ κεφάλι του βυθισμένο στὸ νερό, καὶ ἀδυνατεῖ νὰ ἀναπνεύσει τὸν ἀέρα τῆς ἐλευθερίας τοῦ Πνεύματος1. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ἀναγκαστικά ὅτι πρέπει ὁ καθένας νὰ σταματήσει νὰ φροντίζει γιὰ τὰ γήινα, ὅπως οἱ ἀσκητὲς τῆς ἐρήμου, ἀλλὰ νὰ μὴν ἐγκλωβίζεται σὲ αὐτὰ καὶ νὰ ἀνακαλύπτει καὶ μέσα ἀπὸ αὐτὰ τὴν ὁδὸ πρὸς τὴν ἀλήθεια.

Ὅλοι καλοῦνται ἀπὸ τὸν Χριστὸ νὰ μὴν παρασύρονται ἀπὸ τὶς βιοτικὲς μέριμνες καὶ τὶς κοσμικὲς ἀπολαύσεις, ἀλλὰ νὰ ἀγρυπνοῦν, γιὰ νὰ μὴ παγιδευτοῦν στὴν ματαιότητα καὶ αἰφνιδιαστοῦν ἀπὸ τὸν ἐρχομὸ τῆς ἡμέρας τοῦ Κυρίου2. Ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ἀναζητεῖ τὴν αὐθεντικὴ ἀλήθεια. Ἀδυνατεῖ ὅμως νὰ τὴν ἀνακαλύψει μόνος του καὶ ἀντιλαμβάνεται ὅτι τὴν ἀγνοεῖ. Αὐτὸ μαρτυρεῖ καὶ ὁ βωμὸς τῶν ἀρχαίων Ἀθηναίων γιὰ τὸν Ἄγνωστο Θεό, ποὺ ἔδωσε στὸν Ἀπόστολο Παῦλο τὴν ἀφορμὴ γιὰ τὴν ὁμιλία του στὸν Ἄρειο Πάγο3.

Ἡ ἀπολυτοποίηση τῆς ὕλης ποὺ χαρακτήριζε τὴν ἀνθρώπινη διανόηση κατὰ τοὺς προηγούμενους αἰῶνες ἔπαυσε πλέον νὰ ἔχει τὴν πρωτοκαθεδρία στὴν ἀνθρώπινη σκέψη. Δὲν συνέβη βέβαια τὸ ἴδιο καὶ στὴν πράξη τῆς καθημερινῆς ζωῆς. Στὸ θεωρητικὸ ὅμως ἐπίπεδο μὲ τὴν νεώτερη φυσικὴ ἐπιστήμη ἡ κυριαρχία τῆς ὕλης ὑποχώρησε καὶ καταχωρίστηκε ὁριστικὰ στὸ παρελθόν.

Ταυτόχρονα διευκολύνθηκε ἡ παραμελημένη πνευματικὴ προσέγγισή της, ποὺ ἀπουσίαζε κατὰ κάποιον μονοφυσιτίζοντα τρόπο ἀπὸ τὴν χριστιανικὴ σκέψη, ὅπως καὶ ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν θεολογία. Ἡ ἀνάπτυξη τῆς Κβαντομηχανικῆς καὶ ὅλων τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν ἔφερε στὴν ἐπιφάνεια ἐκπληκτικὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως, ποὺ ἀποκαλύπτουν ἀλήθειες τῆς πανσοφίας καὶ παντοδυναμίας τοῦ Δημιουργοῦ.

Ὅλα, ὅσα γνωρίζει ἢ μπορεῖ νὰ γνωρίσει μὲ τὴν ἐπιστήμη ὁ ἄνθρωπος μέσα στὸ σύμπαν, εἶναι ἔργα τοῦ Θεοῦ. Ὁλόκληρη ἡ δημιουργία προβάλλει ὡς μία συμπυκνωμένη ἐνέργεια καὶ πληροφορία, ποὺ περικλείει θεϊκὰ μηνύματα.

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐρευνᾶ ἐπιστημονικὰ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου, προσεγγίζει τὰ μηνύματα αὐτά, τοὺς «λόγους» τῶν ὄντων, καὶ προσκαλεῖται σὲ «διάλογο» μὲ τὸν Δημιουργό του. Ἔτσι μπορεῖ νὰ διακρίνει τὴν σοφία τοῦ Δημιουργοῦ καὶ νὰ δεχθεῖ τοὺς λόγους του, ποὺ διευκρινίζονται σὲ ἄλλο ἐπίπεδο μὲ τὶς θεῖες ἐντολές.

Οἱ μερικότεροι «λόγοι τῶν ὄντων» ἀνάγονται καὶ συνοψίζονται στὸν ἐνυπόστατο Θεὸ Λόγο, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος ὅλων τῶν δημιουργημάτων· «τὰ πάντα δι’ αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν ἔκτισται»4. Καὶ οἱ μερικότερες θεϊκὲς ἐντολές, ποὺ παρέχονται μὲ τὴν Βίβλο καὶ τὴν Ἐκκλησία, ἀποκαλύπτουν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ Λόγου μὲ τὴν παρέμβασή του στὴν ἱστορία τοῦ κόσμου καὶ συνοψίζονται στὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης μὲ τὴν διπλὴ κατεύθυνσή της, τὴν ὁριζόντια καὶ τὴν κατακόρυφη· τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον.

Ὅπως σημειώνει καὶ ὁ ὅσιος Σωφρόνιος, «ἡ γλῶσσα τοῦ Θεοῦ εἶναι γλῶσσα ὑπαρξιακή. Μιλᾶ μὲ ἱστορικὰ γεγονότα, μὲ τὰ φαινόμενα τῆς βιολογικῆς ζωῆς· τὸ κάθε φαινόμενο τῆς ζωῆς σὲ ὅλες τὶς ἐκφάνσεις του εἶναι κατὰ τὴ μία ἢ τὴν ἄλλη ἔννοια λόγος Θεοῦ. Καὶ ὅλοι ἐμεῖς θὰ μπορούσαμε νὰ ἀντλοῦμε ἀδιάκοπα ὅλο καὶ νέες γνώσεις ἀπὸ τὴν ἐπαφή μας μὲ τὴν ζωή… Πάντοτε μᾶς ἀπευθύνει τὴν κλήση νὰ παραδώσουμε ἐξ ὁλοκλήρου τὴν ζωή μας σὲ Αὐτόν, ἀνεπιφύλακτα, ὡς τὴν μοναδικὴ συνθήκη γιὰ νὰ ὁλοκληρωθεῖ ἡ ἕνωση μαζί Του. “Ἂν δὲν πεθάνουμε, δὲν θὰ ζήσουμε”»5.

Οἱ ἀποκαλύψεις αὐτὲς τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο ὡς ἀποκαλύψεις ἀγάπης πρέπει νὰ συλλαμβάνονται ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο μὲ ὅλες τὶς αἰσθήσεις τῆς ὑπάρξεώς του καὶ ὄχι μόνο μὲ τὶς σωματικές. Ἄλλωστε γνωρίζουμε ὅτι οἱ σωματικὲς αἰσθήσεις παρέχουν στὸν ἄνθρωπο μερικὲς μόνο πληροφορίες. Ἔτσι π.χ. ἀντιλαμβάνεται ὁ ἄνθρωπος τὸν κόσμο μέσα σὲ τρεῖς διαστάσεις, ἐνῶ ἡ σύγχρονη φυσικὴ διδάσκει ὅτι ὑπάρχουν ἕνδεκα διαστάσεις, ποὺ ἀδυνατεῖ νὰ τὶς συλλάβει.

Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὶς σωματικὲς αἰσθήσεις ὑπάρχουν καὶ ἀντίστοιχες πνευματικές. Οἱ σωματικὲς αἰσθήσεις μᾶς πληροφοροῦν γιὰ τὰ ὑλικὰ πράγματα καὶ οἱ πνευματικὲς γιὰ τὰ ὑπεραισθητά. Ἔτσι, οἱ σωματικοὶ ὀφθαλμοὶ ἀντιλαμβάνονται τὴν ὑλικὴ ἐπιφάνεια τῶν πραγμάτων, ἐνῶ οἱ πνευματικοὶ ὀφθαλμοὶ διαπερνοῦν τὴν ὑλικὴ ἐπιφάνεια καὶ εἰσχωροῦν σὲ βαθύτερα ἐπίπεδα. Στὴν πατερικὴ μάλιστα γραμματεία γίνεται λόγος γιὰ δύο πνευματικοὺς ὀφθαλμοὺς μὲ δύο διαφορετικὲς λειτουργίες. Ὁ ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς συλλαμβάνει τὰ «κρυπτὰ»
στὶς φύσεις τῶν πραγμάτων καὶ τῶν προσώπων, ἐνῶ ὁ ἄλλος τὴν ἄκτιστη δόξα τοῦ Θεοῦ, ὅταν Αὐτὸς εὐδοκεῖ νὰ φανερωθεῖ στὸν ἄνθρωπο6.

Οἱ δυνατότητες τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴν γνώση τῆς ἀλήθειας εἶναι περιορισμένες. Τὰ μέσα ποὺ διαθέτει καὶ τὰ συστήματα ποὺ χρησιμοποιεῖ εἶναι χρήσιμα ἀλλὰ ἀβέβαια καὶ συμβατικά. Μὲ τὴν ἐπιστήμη καὶ τὴν θρησκεία ποὺ κατασκευάζει προσπαθεῖ νὰ προσεγγίσει φυσικὲς καὶ μεταφυσικὲς ἀλήθειες, ποὺ εἶναι ἀπαραίτητες γιὰ τὴν ζωή καὶ τὴν καταξίωσή του. Ὁ Θεός, γράφει ἡ Παλαιὰ Διαθήκη, «ἔδωκεν ἀνθρώποις ἐπιστήμην ἐνδοξάζεσθαι ἐν τοῖς θαυμασίοις αὐτοῦ»7. Καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει γιὰ τοὺς «ἔξω σοφοὺς» ὅτι «γνόντες τὸν Θεὸν οὐχ ὡς Θεὸν ἐδόξασαν»· ἔφθασαν δηλαδὴ στὴν ἔννοια τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ὄχι στὴν πρέπουσα ἀλήθειά του, στὴν ἀλήθεια τοῦ ἀκτίστου8.

Ἡ ἐπιστημονικὴ διερεύνηση καὶ ἑρμηνεία τοῦ τρόπου λειτουργίας τῆς φύσεως ὄχι μόνο δὲν μειώνει, ἀλλὰ καὶ ἐπαυξάνει τὸν θαυμασμὸ τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴν σοφία τοῦ Θεοῦ9. Αὐτὸ γίνεται ἐμφανέστερο σήμερα μὲ τὴν βαθύτερη διερεύνηση τοῦ μακρόκοσμου καὶ τοῦ μικρόκοσμου, ἰδιαίτερα μάλιστα στὴν περιοχὴ τῆς βιολογίας, ὅπου διαπιστώνεται ἐμπειρικὰ καὶ πειραματικὰ ἡ ἀσύλληπτη σοφία τῆς δημιουργίας, ὅπως καὶ ἡ ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπου νὰ τὴν συλλάβει.

Οἱ ἀλήθειες ποὺ προσεγγίζει ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν ἐπιστήμη καὶ τὴν θρησκεία εἶναι πάντοτε περιορισμένες καὶ σχετικές· βρίσκονται στὸ ἐπίπεδο τοῦ κτιστοῦ καὶ ἀδυνατοῦν νὰ εἰσδύσουν στὸ ἄκτιστο. Ἀδυνατοῦν νὰ προσφέρουν στὸν ἄνθρωπο τὴν αὐθεντικὴ καὶ ἀπόλυτη ἀλήθεια ποὺ ἐξάγει ἀπὸ τὴν σχετικότητα καὶ ἐλευθερώνει ἀπὸ τὴν θνητότητα. Αὐτὸ δὲν ἰσχύει μόνο γιὰ τὶς ἐπιστημονικὲς ἀλήθειες, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὶς θρησκευτικὲς ποὺ κατασκευάζει ὁ κτιστὸς καὶ περιορισμένος ἀνθρώπινος νοῦς.

Οἱ χριστιανικὲς ἀλήθειες διαφέρουν οὐσιαστικὰ ἀπὸ τὶς ἐπιστημονικὲς καὶ τὶς θρησκευτικές. Εἶναι ἀλήθειες ποὺ ἔχουν ἄκτιστη προέλευση· ἀλήθειες ζωῆς, ποὺ προσφέρονται ὡς ἄκτιστη δωρεὰ μὲ προσωπικὴ σχέση καὶ κοινωνία. Οἱ ἀλήθειες αὐτὲς δὲν συγκρούονται οὔτε εἶναι ποτὲ δυνατὸ νὰ συγκρουσθοῦν μὲ τὴν ἐπιστήμη, γιατὶ ἔχουν διαφορετικὴ φύση καὶ κινοῦνται σὲ ἄλλο ἐπίπεδο· στὸ ἐπίπεδο τῆς ἐλευθερίας τοῦ προσώπου. Εἶναι ἀλήθειες ποὺ ὑποστασιάζονται στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, τοῦ σαρκωθέντος Λόγου τοῦ Θεοῦ10, καὶ ἀποκαλύπτονται μὲ τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· τοῦ Πνεύματος τῆς ἀληθείας καὶ τῆς ἐλευθερίας ποὺ πνέει ὅπου θέλει11.

Ταυτόχρονα ὅμως οἱ χριστιανικὲς ἀλήθειες ἔχουν καὶ τὸ κτιστὸ ἔνδυμά τους, ποὺ εἶναι πάντοτε ἀτελὲς καὶ σχετικὸ μὲ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν ἐποχή του. Τὸ ἔνδυμα αὐτὸ ἀδυνατεῖ ἀπὸ τὴν φύση του νὰ περικλείσει τὸ ἄκτιστο περιεχόμενό τους. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ὀρθόδοξη θεολογία ἔχει ἀποφατικὸ χαρακτήρα. Δὲν ἐξαντλεῖ μὲ τὶς διατυπώσεις καὶ τοὺς ὁρισμούς της τὴν ἀλήθεια τῆς θεογνωσίας, ἀλλὰ τὴν περιγράφει καὶ κατευθύνει συμβολικῶς πρὸς αὐτήν. Γι’ αὐτὸ εἶναι πάντοτε ἀπαραίτητη ἡ παρουσία «ζωντανῶν μαρτύρων», τῶν ἁγίων, γιὰ τὴν διατήρηση «σὲ κάθε δεδομένη ἱστορικὴ στιγμὴ» τῆς αὐθεντικῆς θεογνωσίας12.

Ἐπιπλέον τὸ κτιστὸ ἔνδυμα τῶν χριστιανικῶν ἀληθειῶν συνδέεται κάθε φορὰ μὲ τὸ κοσμοείδωλο, τὴν γλῶσσα, τὸ περιβάλλον καὶ τὸ πολιτιστικὸ ἐπίπεδο τῶν πιστῶν. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸ νὰ ἐπιχειροῦν οἱ ἐκκλησιαστικοὶ παράγοντες νὰ ὑπαγορεύουν στὴν ἐπιστήμη καὶ στὴν ἐπιστημονικὴ ἔρευνα περιορισμοὺς στὸ ἐπίπεδο τοῦ κτιστοῦ, ὅταν αὐτὲς δὲν ἀντιστρατεύονται στοὺς «λόγους» τοῦ Δημιουργοῦ Λόγου. Ὅπως δὲν εἶναι ὀρθὸ καὶ ἡ ἐπιστημονικὴ κοινότητα νὰ ἐπιχειρεῖ νά προβάλει στὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν θεολογία τὶς μεταφυσικὲς θεωρίες της ὡς ἀναμφισβήτητες. Ἄλλωστε ἡ ἴδια ἡ ἐπιστήμη βεβαιώνει μὲ τὴν ἐξέλιξή της τὴν σχετικότητα καὶ τὴν ρευστότητα τῶν ἀληθειῶν της. Μόνο οἱ ἑκατέρωθεν ἐκτροπὲς δημιουργοῦν συγκρούσεις μεταξὺ θεολογίας καὶ ἐπιστήμης.

Ἡ ὀρθόδοξη χριστιανικὴ θεολογία, μὲ ἀπόλυτο σεβασμὸ τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου γιὰ γνώση καὶ ἄσκηση τῆς κυριαρχικῆς του ἐξουσίας μέσα στὸν κόσμο, δὲν κηδεμονεύει οὔτε ἐπιβάλλει τὶς θέσεις της στὴν ἐπιστήμη, ὅπως ἐπιδίωκε ὁ Ρωμαιοκαθολικισμὸς κατὰ τὸν μεσαίωνα. Φαινόμενα, ὅπως αὐτὰ ποὺ ἀναφέρονται γιὰ τὸν πρωτεργάτη τῆς ἐξελίξεως τῆς νεώτερης ἐπιστήμης Γαλιλαῖο, εἶναι ἄγνωστα στὴν ὀρθόδοξη καὶ τὴν πατερικὴ παράδοση. Ἡ χριστιανικὴ ἀλήθεια δὲν εἶναι οὔτε πρέπει νὰ ἐκλαμβάνεται ὡς θεωρία ἢ ἰδεολογία, ὅπως συμβαίνει συχνά, ἀλλὰ ὡς κοινωνία καὶ μετοχὴ ἔνθεης ζωῆς μέσα στὸν κόσμο καὶ τὴν ἱστορία.

Πρωταρχικὸ ὅμως χρέος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ αὐτογνωσία. Χωρὶς αὐτὴν δὲν μπορεῖ νὰ γίνεται λόγος γιὰ ἀλήθεια. «Τὸ ἑαυτὸν ἀγνοεῖν», λέει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, εἶναι «ἐσχάτης μανίας καὶ φρενίτιδος χαλεπώτερον». Φυσικὸς καρπὸς τῆς αὐτογνωσίας εἶναι ἡ ταπείνωση. Ὅσο βαθύτερα γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος τὸν ἑαυτό του, τόσο καλύτερα ἀντιλαμβάνεται τὴν ἀδυναμία του καὶ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴν κενοδοξία. Καὶ ὅσο καλύτερα ἀντιλαμβάνεται τὴν ἀδυναμία του καὶ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴν πλάνη τῆς κενοδοξίας, τόσο περισσότερο τὸν προσεγγίζει ὁ Θεός.

Ἡ αὐτογνωσία δὲν εἶναι κάποια πράξη πεπερασμένη. Εἶναι μιὰ ἀτέρμονη καὶ ἀτελείωτη ὁδός. Ἔχει πάντοτε κάποια ἀρχή, ἀλλὰ δὲν ἔχει τέλος. Ποτὲ δὲν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ γνωρίσει τελείως τὸν ἑαυτό του. Ἐπιπλέον, ἡ αὐτογνωσία χρειάζεται πάντοτε κάποια κριτήρια, ποὺ πρέπει διαρκῶς νὰ ἀναβαθμίζονται. Γιὰ τὸν Χριστιανὸ ἡ αὐτογνωσία ἀσκεῖται ὡς συμπόρευση μὲ τὸν Χριστό. Ὅσο περισσότερο συμπορεύεται ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸν Χριστὸ καὶ ἀνακρίνει τὸν ἑαυτό του μὲ τὸν συνοδοιπόρο του, ποὺ εἶναι καὶ τὸ πρότυπο τῆς τελειώσεώς του, τόσο βαθύτερα ἀντιλαμβάνεται τὴν ἀθλιότητα καὶ τὴν μηδαμινότητά του.

Μὲ τὴν αὐτογνωσία ἀντιμετωπίζει εὐκολότερα ὁ ἄνθρωπος τὴν ἔπαρση, ποὺ φαλκιδεύει καὶ τὶς ὅποιες ἀρετές του. Ἡ ἔπαρση ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν ἐμπάθεια καὶ τὴν καταστροφή, ἐνῶ ἡ ταπείνωση στὴν ἀρετὴ καὶ τὴν δημιουργία. Αὐτὸ ὑποδηλώνει καὶ τὸ μέγεθος τῆς εὐθύνης τῶν ἐπιστημόνων ποὺ ἐνεργοῦν ἀλαζονικὰ παραβιάζοντας τὴν τάξη καὶ τὴν ἁρμονία τῆς φύσεως. Ὁ κίνδυνος αὐτὸς γίνεται τρομακτικὰ ψηλαφητὸς στὶς ἡμέρες μας μὲ τὴν οἰκολογικὴ καταστροφὴ καὶ τὶς γονιδιακὲς μεταλλάξεις.

Ἡ ἀλήθεια φανερώνεται στὸν ἄνθρωπο, ὅταν ἀνανήψει ἀπὸ τὴν λήθη στὴν ὁποία βρίσκεται καὶ ἀνοίξει τὴν καρδιά του στὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας. Αὐτὸ γίνεται μὲ τὴν μετάνοια ποὺ ἀρχίζει μὲ τὴν κάθαρση ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὸν φωτισμὸ τοῦ νοῦ καὶ συνεχίζεται μὲ τὴν μεταβολὴ τοῦ τρόπου σκέψεως καὶ ζωῆς. Τέλος, ἡ μεταβολὴ τοῦ τρόπου σκέψεως καὶ ζωῆς συντελεῖται ὡς συμπόρευση μὲ τὸν Χριστό, ποὺ εἶναι ταυτόχρονα ἡ ὁδὸς τῆς ἀληθινῆς ζωῆς13. Ἡ ὁδὸς αὐτὴ εἶναι ἀνοικτὴ γιὰ τὸν καθένα ἀλλὰ καὶ γιὰ ὁλόκληρη τὴν κοινωνία ποὺ βρίσκεται σήμερα σὲ κατάσταση γενικευμένης λήθης καὶ ἀκηδίας.

 

________________________

1 Βλ. Ἰσαὰκ Σύρου, Τὰ εὐρεθέντα ἀσκητικά, Λόγος 71, ἔκδ. Ἰωακείμ Σπετσιέρη, Ἀθῆναι 1895, σ. 278.
2 Βλ. Λουκ. 21,34.
3 Πράξ. 17,22 κ.ἑ.
4 Κολ. 1,16. Πρβλ. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Περὶ ἀποριῶν, PG 91, 1077C.
5 Ἁγίου Σωφρονίου Ἀθωνίτου, Πνευματικὰ Κεφάλαια, Ἱ. Μονὴ Τιμίου Προδρόμου, Ἔσσεξ Ἀγγλίας 2021, σσ. 181-2.
6 Βλ. Ἰσαὰκ Σύρου, Τὰ εὐρεθέντα ἀσκητικά, Λόγος 72, ἔκδ. Ἰωακείμ Σπετσιέρη, Ἀθῆναι 1895, σ. 281.
7 Σοφ. Σειρὰχ 38,6.
8 Ρωμ. 1,21. «Ἀλλ’ ἦλθον μέν, φησὶν (ὁ Παῦλος), εἰς ἔννοιαν θεοῦ, ἀλλ’ οὐχὶ τὴν πρέπουσαν θεῷ· οὐδὲ γὰρ παντουργόν, οὐ παντοδύναμον, οὐ παντεπίσκοπον, οὐ μόνον ἄναρχόν τε καὶ ἄκτιστον ἐδόξασαν αὐτόν». Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων 1,1,14, ἔκδ. Π. Χρήστου, Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Συγγράμματα, τόμ. 1, Θεσσαλονίκη 1962, σ. 377.
9 Ὁ Μ. Βασίλειος ἀναφερόμενος στὸ θέμα αὐτό, μὲ τὶς περιορισμένες μάλιστα ἀφορμὲς ποὺ
ὑπῆρχαν στὴν ἐποχή του, γράφει: «Οὐ γὰρ ἐλαττοῦται ἡ ἐπὶ τοῖς μεγίστοις ἔκπληξις, ἐπειδὰν ὁ τρόπος καθ’ ὃν γίνεταί τι τῶν παραδόξων ἐξευρεθῇ· εἰ δὲ μή, ἀλλὰ τό γε ἁπλοῦν τῆς πίστεως ἰσχυρότερον ἔστω τῶν λογικῶν ἀποδείξεων». Ὁμιλία εἰς τὴν Ἑξαήμερον 1,10, PG 29, 130A.
10 Βλ. Ἰωάν. 14,6.
11 Βλ. Ἰωάν. 3,8.
12 Βλ. Ἀρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Ὀψόμεθα τὸν Θεὸν καθώς ἐστι, Ἔσσεξ Ἀγγλίας 52010, σ. 143.
13 Βλ. Ἰωάν. 14,6.

 

(Πηγή: “AXIΛΛΙΟΥ ΠΟΛΙΣ”, ΕΞΑΜΗΝΙΑΙΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΥΡΝΑΒΟΥ, ΤΕΥΧΟΣ 07 / ΜΑΪΟΣ 2022)

[Ψήφοι: 3 Βαθμολογία: 5]