Υπερανθρωπισμός, longevity και το αιώνιο πρόβλημα του θανάτου (Σωτηρία Ορφανίδου)

(13 άτομα το έχουν διαβάσει)

Αναγεννητικές θεραπείες, longevity (μακροζωία), συμπληρώματα, εξατομικευμένοι οροί, πλασμαφαίρεση, βρέθηκαν ξαφνικά στις οθόνες μας εξαιτίας μιας θλιβερής κατάληξης στο περιβάλλον ενός ιατρείου που προσέφερε υπηρεσίες ευεξίας και μακροζωίας. Ωστόσο, η τάση αυτή δεν είναι κάτι καινούργιο ούτε απευθύνεται μονάχα σε VIP πελάτες, αλλά διαθέτει επίσης εναλλακτικές ευρείας, λαϊκής κατανάλωσης καθώς και μορφές biohacking μέσω σκευασμάτων και προσιτών ψηφιακών συσκευών. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια ολόκληρη νέα βιομηχανία κι έναν αναδυόμενο σύγχρονο τρόπος ζωής.

Στο παρόν κείμενο γίνεται μια προσπάθεια σύνδεσης αυτής της αναδυόμενης κουλτούρας με την τεχνολογία και την ιδιαίτερα στιβαρή σήμερα πεποίθηση σχετικά με την παντοδυναμία της μηχανής, η οποία φέρεται να έχει την ισχύ να μας σώσει από κάθε είδους ανεπιθύμητη εξέλιξη και να πραγματοποιήσει κάθε μας επιθυμία. Επίσης, παρουσιάζεται η άμεση γενεαλογική σύνδεση της κουλτούρας αυτής με ένα σύγχρονο ιδεολογικό και φιλοσοφικό ρεύμα, αυτό του Υπερανθρωπισμού.

Ι. Το σύγχρονο κυνήγι της μακροζωίας

Αρχικά θα πρέπει να σημειωθεί ότι η μελέτη της μακροζωίας είναι κάτι που ήδη υπήρχε στη σύγχρονη επιστήμη τις προηγούμενες δεκαετίες. Όσον αφορά τη χώρα μας, είναι πλέον ευρέως γνωστά τα επιστημονικά συμπεράσματα σχετικά με τα οφέλη της μεσογειακής διατροφής και του ελαιόλαδου, καθώς και τα στοιχεία που τοποθετούν κατοίκους της Κρήτης και της Ικαρίας ανάμεσα στους μακροβιότερους ανθρώπους του πλανήτη. Στις μελέτες αυτές προέκυψαν στοιχεία υπέρ της μακροβιότητας που σχετίζονταν με τη φυσική δραστηριότητα στην ύπαιθρο, τη διατροφή φυσικών τροφών τοπικής παραγωγής, την κατανάλωση βοτάνων, την έλλειψη στρες, τους στενούς κοινωνικούς δεσμούς κ.λπ.[1]

Παρότι τέτοια συμπεράσματα υιοθετήθηκαν από την ιατρική συμβουλευτική τα προηγούμενα χρόνια, σήμερα παρατηρείται αισθητά η μετατόπιση προς μια πιο τεχνική αντιμετώπιση του ζητήματος της υγείας και της μακροβιότητας. Αυτό δεν είναι παράξενο, αν σκεφτεί κανείς ότι η εποχή μας έγινε τα τελευταία χρόνια πιο τεχνολογική, πιο ψηφιακή, δηλαδή ακόμη πιο μηχανιστική και λιγότερο φυσιοκεντρική. Μπορεί το fitness και το well-being να είναι σήμερα ισχυρές τάσεις, ωστόσο φαίνεται να έχουν σημαντικό μερίδιο οι τεχνοκρατικές τους εκδοχές: κλειστά δωμάτια-κουτιά για σκληρή προπόνηση αντί για ανοιχτά στάδια ή μονοπάτια, χαπάκια βιταμινών, αμινοξέων κ.ά. ουσιών αντί για τις φυσικές διατροφικές πηγές τους, συνεδρίες anti-stress αντί για χαλαρωτικές βόλτες στην ύπαιθρο ή με κάποιο αγαπητό πρόσωπο. Ταυτόχρονα, η κουλτούρα του βιοχακαρίσματος (biohacking) με τη βοήθεια της ψηφιακής τεχνολογίας και της Τεχνητής Νοημοσύνης έχει εξοπλίσει τους καταναλωτές με εφαρμογές και συσκευές, ώστε να ελέγχουν και να αξιολογούν ανά πάσα στιγμή τα βιομετρικά στοιχεία και την κατάσταση της υγείας τους: καρδιακός ρυθμός, θερμοκρασία, βήματα, σάκχαρο, ποιότητα ύπνου κ.ο.κ.

Σήμερα το κυνήγι της μακροζωίας αποκτά ισχυρή επιστημονική και τεχνολογική συνιστώσα. Στον μετανεωτερικό άνθρωπο –ο οποίος μπορεί κάλλιστα να οριστεί ως μετάνθρωπος– δεν αρκούν στατιστικές και επιδημιολογικές μελέτες και συμπεράσματά τους, συσσωρευμένη γνώση διατροφολογίας ή παραδοσιακές μορφές άσκησης και συχνές επισκέψεις στους πάγκους της λαϊκής αγοράς για αναζήτηση φρέσκιας, γήινης τροφής. Καθώς οι απαντήσεις πλέον στα περισσότερα προβλήματα δίνονται μέσω της τεχνολογίας και της μηχανής, η μακροζωία και η ευζωία αναζητά τις λύσεις στις βιοτεχνολογικές εφαρμογές.

Η αγορά και το μάρκετινγκ, πάντοτε σε ρόλο ταγών τέτοιων εξελίξεων, οδηγούν δυναμικά την κούρσα της μακροζωίας σε τεχνολογικά μονοπάτια. Τα λεγόμενα πρωτόκολλα μακροζωίας (longevity protocols) εφαρμόζονται και στη χώρα μας σε «κλινικές μακροζωίας», δηλαδή σε γραφεία ή ιατρεία που δεν έχουν καμία σχέση με εξοπλισμένα νοσοκομειακά περιβάλλοντα. Εκεί εφαρμόζονται μέθοδοι όπως η κυτταρική αναζωογόνηση και η αναστροφή της βιολογικής ηλικίας (δηλ. καθυστέρηση της γήρανσης), εφαρμογές της αναγεννητικής ιατρικής, βιοϊατρικές εξετάσεις, αναλύσεις και παρεμβάσεις, μοριακές στοχευμένες παρεμβάσεις αλλά και ενδοφλέβια έγχυση ουσιών!

 

Αφήνοντας κατά μέρος τα τεράστια ζητήματα ασφάλειας που εγείρονται για τη χρήση σκευασμάτων και ενδοφλέβιων θεραπειών σε μη νοσοκομειακά περιβάλλοντα, όπως φαίνεται να είναι οι περισσότερες κλινικές μακροζωίας, ας δούμε ποιον ρόλο απέκτησε σε όλα αυτά η οντότητα της μηχανής, με την ευρεία έννοιά της, και ποιο ιδεολογικό υπόβαθρο βρίσκεται κάτω από αυτές τις φιλόδοξες επιδιώξεις.

 

ΙΙ. Η παντοδυναμία της μηχανής

Οι βιοτεχνολογικές εφαρμογές βασίζονται σε μεγάλο βαθμό σήμερα σε ιατροτεχνολογικά μηχανήματα. Ισχυροί και εξειδικευμένοι αναλυτές, προηγμένα απεικονιστικά μηχανήματα, υπερβαρικοί θάλαμοι οξυγόνου, κλίνες φωτοβιοτροποποίησης, μηχανήματα πλασμαφαίρεσης, αισθητήρες, Τεχνητή Νοημοσύνη και έξυπνα συστήματα, όλα στην υπηρεσία της αναστολής της φθοράς του χρόνου και του γήρατος. Με απλά λόγια, τις απαιτούμενες ριζικές υπερβάσεις για ευζωία και μακροζωία προσδοκά ο άνθρωπος κυρίαρχα από τη μηχανή˙ ούτε από την αλλαγή του περιβάλλοντος, ούτε από τον ανθρώπινο παράγοντα – είτε αυτό σημαίνει τον γιατρό είτε την αλλαγή του τρόπου ζωής του ίδιου του υποκειμένου.

Στην ανθρώπινη συνείδηση η μηχανή κάνει σχεδόν τα πάντα, είναι προσιτή, γρήγορη, ζητά απλώς ενέργεια, ρεύμα ή μπαταρία και πλέον είναι αναλώσιμη, αφού αν παρουσιάσει βλάβη, τη διαδέχεται αμέσως μια επόμενη. Συμβιώνουμε κάθε λεπτό κυριολεκτικά με μια πολύ ισχυρή μηχανή που συμπυκνώνει πλήθος δυνατοτήτων, το smartphone μας, το οποίο έχει εξελιχθεί ήδη σε βασικό συστατικό της κουλτούρας μας. Άλλωστε, γεννηθήκαμε μέσα σε ένα τεχνικό περιβάλλον με μηχανές ολόγυρά μας, που εκτελούν πλήθος εργασιών καθημερινά και μεγαλώσαμε στην εποχή των υπολογιστών και του αυτοματισμού, διανύοντας σήμερα την καρδιά της ψηφιακής επανάστασης. «[Μ]όλις ο άνθρωπος αποκτήσει συνείδηση, βρίσκει μπροστά του την Τεχνική – είναι “ήδη εκεί”. Η Τεχνική είναι το περιβάλλον στο οποίο εισέρχεται και εντάσσεται».[2]

Το πρόβλημά μας είναι ότι η συμβίωσή μας με τις μηχανές, ακόμη και με τις αόρατες, δηλαδή τις ψηφιακές εφαρμογές με τις οποίες συνομιλούμε και ζητάμε λύσεις στα διάφορα προβλήματά μας (εργασίας, πρακτικής καθημερινότητας, συμβουλές ακόμη και για ζητήματα υγείας ή προσωπικά θέματα), μάς έχουν παρασύρει να πιστεύουμε με σχεδόν θρησκευτικό τρόπο στην παντοδυναμία τους και να αγνοούμε τους περιορισμούς τους. Σε αυτό συμβάλλει έντονα η κουλτούρα και η παιδεία μας, το μάρκετινγκ και η διαφήμιση, καθώς και η δημόσια παρουσίασή τους από τα ΜΜΕ˙ η έμφαση δίνεται στις «θαυμαστές» δυνατότητές τους και στη διαθεσιμότητά τους, και όχι στους περιορισμούς ή στις αστοχίες τους – με εξαίρεση κάποιες καταστροφικές κορώνες που τολμούν να κλονίσουν το δόγμα της παντοδυναμίας των μηχανών διατυπώνοντας σενάρια αποκαλυπτικού χαρακτήρα.

Έτσι, καταλήγουμε να αναμένουμε σήμερα το θαύμα από τη μηχανή. «Όταν ο άνθρωπος και πάλιν “εθαύμασεν”, είχε παραδεχθή ότι ο κόσμος εξελίσσεται, όπως λειτουργούν τα μηχανήματα. Δια τούτο η Ευρώπη όχι μόνον περιώρισε την έννοιαν του θαύματος, αλλ’ εθεώρησε τελικώς υπό την έννοιαν αυτήν τας εντυπώσεις των αμαθών, γεγονότα, των οποίων οι άνθρωποι δεν υποπτεύουν τα φ υ σ ι κ ά  α ί τ ι α»[3]. Διότι, ο προσηλυτισμός στη θρησκεία της μηχανής σήμερα συμβαίνει, ενώ ταυτόχρονα μαθαίνουμε και διδασκόμαστε όλο και λιγότερα για τους κανόνες της πραγματικής φύσης και της βιολογίας. Καθιστούμε έτσι τους εαυτούς μας αδαείς για το αντικείμενο τροποποίησης των μηχανών –που είναι η φύση και η ανθρώπινη βιολογία– μη αντιλαμβανόμενοι ότι, αντί να γινόμαστε μέρος της λαμπερής «τεχνικής προόδου», στην πραγματικότητα βυθιζόμαστε σε έναν ανορθολογισμό νέο-σκοταδιστικού χαρακτήρα. Απομένουμε έτσι, λόγω της άγνοιάς μας, έκθετοι στις υποσχέσεις της μηχανής και της βιομηχανίας της, αφού δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε τις ανακρίβειες που φέρουν οι υποσχόμενες «σίγουρες» και «θαυμαστές» λύσεις, οι οποίες είναι σε μεγάλο βαθμό όχι απλώς ανέφικτες, αλλά μπορούν να αποβούν ιδιαίτερα επικίνδυνες.

Η άγνοιά μας αυτή δεν είναι αμελητέα. Διότι, ζούμε στον αιώνα της τεχνολογίας και όχι της επιστήμης. Διανύουμε την εποχή της τεχνικής πραγμάτωσης του ανέφικτου και όχι της γνώσης των νόμων του φυσικού κόσμου. Η ίδια η εκπαίδευση έχει προσανατολιστεί έντονα στις δεξιότητες του χρήστη της μηχανής και όχι του γνώστη της επιστήμης που βρίσκεται πίσω από αυτήν και τελικά μας αφήνει έκθετους σε μια συνθήκη νεο-πρωτογονισμού αφού «[η] υπερβολική τεχνολογία ξαναφέρνει τον άνθρωπο στην κατάσταση του πρωτόγονου»[4].

Ως καλά εκπαιδευμένοι χρήστες, αλλά όχι τόσο ικανοί γνώστες, και στη δίνη της χρησιμοθηρίας της τεχνολογίας μας θεωρούμε δεδομένο, για να χρησιμοποιήσουμε ένα απλό παράδειγμα, ότι ένα αεροπλάνο πετάει, τείνουμε όμως να ξεχάσουμε ότι το αεροπλάνο δεν καταργεί τους νόμους της βαρύτητας, αλλά απλώς αξιοποιεί άλλους φυσικούς νόμους όπως η άντωση για να πετάξει και το ίδιο συμβαίνει με κάθε άλλη μηχανή. Η βαρύτητα είναι ακόμη εκεί, κι ας μας δίνεται η ψευδαίσθηση ότι καταργήθηκε ή ότι νικήθηκε. Είναι πάντοτε εκεί, έτοιμη μόλις κάτι δεν λειτουργήσει όπως θα ήταν αναμενόμενο, να οδηγήσει το ακυβέρνητο αεροπλάνο να συντριβεί με ορμή στο έδαφος.

Όσο θα αυξάνει η άγνοιά μας για το θεμελιώδες επιστημονικό υπόβαθρο της μηχανής (πόσω μάλλον της ψηφιακής) και η επιστήμη θα απορροφάται ολοένα και περισσότερο από την τεχνολογία μεταλλασσόμενη σε τεχνοεπιστήμη, η ψευδαίσθησή μας για την παντοδυναμία της μηχανής θα γιγαντώνεται. Και παρότι η ματαιοδοξία, η φιλοδοξία, ο άκριτος θαυμασμός, η επιθυμία μπορεί να οδηγήσουν ακόμη και τον γνώστη σε ατοπήματα και υπερεκτίμηση της μηχανής, ωστόσο δεν παύουν να προσφέρουν ένα απαραίτητο ορθολογικό ανάχωμα.

 

ΙΙΙ. Το ιδεολογικό υπόβαθρο του Υπερανθρωπισμού[5] για τη μακροζωία

Η σύγχρονη επιταγή για μακροζωία και ευζωία με τη βοήθεια τεχνητών μεθόδων βρίσκει το απαραίτητο ιδεολογικό της υπόβαθρο στο φιλοσοφικό ρεύμα του Υπερανθρωπισμού. Ο Υπερανθρωπισμός –ο οποίος διαχωρίζει σθεναρά τη θέση του από τον σαφώς αντι-ανθρωπιστικό Μετανθρωπισμό– δηλώνει πως οι ρίζες του βρίσκονται στον ορθολογικό ανθρωπισμό[6] και δίνει έμφαση στην τεχνολογία, «την οποία αναγνωρίζει ως το κλειδί της εξελικτικής πορείας προς το “επόμενο” στάδιο του ανθρώπου»[7].

Βασικά αξιώματα της υπερανθρωπιστικής ιδεολογίας είναι η πεποίθηση ότι «η γήρανση είναι ασθένεια» και επίσης ότι «η βελτίωση και η ενίσχυση του ανθρώπινου σώματος και εγκεφάλου είναι απαραίτητες για να μπορέσει ο άνθρωπος να κυριαρχήσει», όπως διατυπώνονται στο Μανιφέστο του Υπερανθρωπιστή[8]. Έτσι, ο υπερανθρωπισμός προάγει την «ανθρώπινη αναβάθμιση», δηλαδή την παρέμβαση με τεχνητά μέσα στον ανθρώπινο οργανισμό με στόχο τη βελτίωση των ιδιοτήτων και των ικανοτήτων του ανθρώπου, σε διανοητικό, συναισθηματικό και βιολογικό επίπεδο. «Θα χρειαστεί να αλλάξουμε τη βιοχημεία μας και να ξανασχεδιάσουμε το σώμα και το νου μας», διακηρύσσει ο διεθνούς φήμης εκλαϊκευτής των κινημάτων του τεχνοφουτουρισμού, του μετανθρωπισμού και του υπερανθρωπισμού Yuval Noah Harari[9].

Ταυτοχρόνως, οι βιοϊατρικές μέθοδοι που προτείνει ο υπερανθρωπισμός για την αναβάθμιση ενός υγιούς ανθρώπου βασίζονται σε ιατρικές θεραπείες που είναι ήδη γνωστές και εφαρμόζονται ως θεραπεία σε ασθενείς για διάφορες –και συνήθως σοβαρές– ασθένειες. Για να το πετύχει αυτό, ο υπερανθρωπισμός σκόπιμα και έντεχνα θολώνει το όριο μεταξύ υγείας και νόσου, και κατά συνέπεια επιτάσσει τη ρευστοποίηση του ορίου μεταξύ αναβάθμισης και θεραπείας, προσφέροντας με αυτόν τον τρόπο το απαραίτητο άλλοθι για τη χρήση ήδη γνωστών –και συχνά ισχυρά παρεμβατικών– θεραπευτικών μεθόδων σε υγιείς, κάτι που η παραδοσιακή ιατρική και η αντίστοιχη κανονιστική νομοθεσία (προς το παρόν!) δεν έχουν αποδεχτεί επίσημα ως δόκιμη και ασφαλή πρακτική.[10]

Η επέκταση της ζωής και η αναστολή του γήρατος είναι για τους υπερανθρωπιστές το πιο άμεσο μέτρο κατά του θανάτου. Θεωρούν πως σήμερα μέσω της τεχνολογίας η επέκταση της ζωής είναι εφικτή, έως ότου η τεχνοεπιστήμη προοδεύσει ακόμη περισσότερο, ώστε να δώσει πιο ριζικές λύσεις, οι οποίες θα προσεγγίζουν πιο κοντά στην αθανασία. Σε αυτή τη βάση, άλλωστε, βασίζεται η κατάψυξη των σωμάτων μέσω της –αρκετά τολμηρής και φουτουριστικής– κρυογονικής μεθόδου˙ τα κρυοσυντηρημένα σώματα θα «αναζωογονηθούν» όταν θα είναι διαθέσιμη μελλοντικά η ανάλογη θεραπεία.[11]

 

ΙV. Θανατισμός και η υπερανθρωπιστική απόρριψη του θανάτου

«Οι υπερανθρωπιστές επιμένουν πως το εάν κάτι είναι φυσικό ή όχι, είναι ανεξάρτητο του εάν είναι καλό ή επιθυμητό», γράφει ο πρώην καθηγητής φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης Nick Bostrom, σημαντικός εκπρόσωπος του Υπερανθρωπισμού.[12] Με τον τρόπο αυτό διαχωρίζει ο υπερανθρωπιστής τη θέση του από τον ντετερμινισμό της φύσης, αλλά επιπλέον δηλώνει τη σαφή πρόθεσή του να την παρακάμψει, να την υπερβεί ή ακόμη και να την καταργήσει, εφόσον η επιδίωξή του το επιτάσσει, αναλόγως με τις επιθυμίες του.

Όσον αφορά τον θάνατο, προκύπτει ότι για τους υπερανθρωπιστές η άνευ όρων αποδοχή του βιολογικού θανάτου συνιστά σοβαρό ατόπημα, αν όχι το μείζον υπερανθρωπιστικό «αμάρτημα». Γράφει ο Bostrom:

«Πριν τον υπερανθρωπισμό, η μοναδική ελπίδα διαφυγής του θανάτου ήταν μέσω της μετενσάρκωσης ή της υπερφυσικής ανάστασης. Και όσοι θεωρούσαν αυτά τα θρησκευτικά δόγματα ως αποκυήματα της ανθρώπινης φαντασίας δεν είχαν άλλη εναλλακτική λύση, παρά να αποδεχτούν ότι ο θάνατος είναι ένα αναπόφευκτο γεγονός της ύπαρξής μας. Εκκοσμικευμένες κοσμοθεωρίες, συμπεριλαμβανομένου του παραδοσιακού ανθρωπισμού, κατά κανόνα προσφέρουν κάποιου είδους εξήγηση ως προς το γιατί ο θάνατος δεν είναι τελικά κάτι τόσο κακό. Ορισμένοι υπαρξιστές έφτασαν ακόμη στο σημείο να υποστηρίζουν ότι ο θάνατος είναι απαραίτητος, ώστε να δίνει νόημα στη ζωή!. Το γεγονός ότι οι άνθρωποι θα πρέπει να επινοήσουν δικαιολογίες για τον θάνατο είναι κατανοητό. Μέχρι προσφάτως δεν υπήρχε τίποτε απολύτως που θα μπορούσαμε να κάνουμε γι’ αυτό, κι έως ένα βαθμό ήταν λογικό να δημιουργηθούν παρηγορητικές φιλοσοφίες, σύμφωνα με τις οποίες ο θάνατος σε προχωρημένη ηλικία είναι κάτι καλό (“θανατισμός”).  Όμως, εάν τέτοιες πεποιθήσεις ήταν κάποτε σχετικά ακίνδυνες και ίσως παρείχαν κάποιο θεραπευτικό όφελος, πλέον ο σκοπός τους έχει ξεπεραστεί. Σήμερα, μπορούμε να βλέπουμε στο μέλλον μπροστά μας την πιθανότητα να καταλύσουμε τελικά τη γήρανση και έχουμε την επιλογή να λάβουμε ενεργά μέτρα, ώστε να παραμείνουμε ζωντανοί έως τότε, μέσω των τεχνικών επέκτασης της ζωής και, ως τελευταίας λύσης, της κρυονικής. Όλα αυτά καθιστούν τις ψευδαισθήσεις των θανατιστικών φιλοσοφιών ως επικίνδυνες, για την ακρίβεια θανατηφόρες, καθώς διδάσκουν την αβοηθητότητα και ενθαρρύνουν την παθητικότητα».[13]

Ο Harari επίσης έχει αφιερώσει ένα ολόκληρο υποκεφάλαιο στο ζήτημα με τίτλο «Οι τελευταίες μέρες του θανάτου» στο δημοφιλές και προκλητικό έργο του Homo Deus. «Εφόσον ο θάνατος αποτελεί κατάφωρη παραβίαση αυτού του δικαιώματος [σ.σ. του θεμελιώδους δικαιώματος στη ζωή], αποτελεί έγκλημα κατά της ανθρωπότητας και οφείλουμε να του κηρύξουμε τον πόλεμο».[14]

 

V. Να πεθαίνει κανείς ή να μην πεθαίνει;

Υπάρχει η δυνατότητα πράγματι ο θάνατος να γίνει προαιρετικός, δηλαδή να μην είναι πλέον αναπόφευκτος; Ο «προαιρετικός θάνατος» αποτελεί ακόμη μία υπόσχεση μεσσιανικού χαρακτήρα –αν όχι ρητορικό τέχνασμα– εκ μέρους του Υπερανθρωπισμού. «Η υπερανθρωπιστική θέση όσον αφορά την ηθική του θανάτου είναι απολύτως σαφής: ο θάνατος θα πρέπει να είναι προαιρετικός. Αυτό σημαίνει ότι ο καθένας θα πρέπει να είναι ελεύθερος να επεκτείνει τη ζωή του και να φροντίσει για την κρυονική συντήρηση του μη έμψυχου πια σώματός του»[15].

Γίνεται σαφές ότι, ο υπερανθρωπιστικός προσηλυτισμός εστιάζει ιδιαίτερα στην ανατροπή της γνωστής και βιωμένης έως σήμερα υπάρχουσας φυσικής και βιολογικής τάξης, ενώ οι υπερανθρωπιστές θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως ζηλωτές της απόρριψης του θανάτου. Γι’ αυτούς, άξιο θαυμασμού είναι μονάχα το ανθρώπινο πνεύμα και η επιστημοσύνη, ενώ απορρίπτεται η κληροδοτημένη φυσική και βιολογική λειτουργία, η εξέλιξη, το γήρας και τελικά η θνητότητα του σώματος. Το πνεύμα αναμένεται να επιβληθεί βίαια στην ύλη σε μια μετανεωτερική αποθέωση του καρτεσιανού δυισμού, καθώς οι τρόποι που προσφέρονται για την αναστολή του γήρατος και τελικά την υπερνίκηση του θανάτου βασίζονται εξ ολοκλήρου στη βιοεπιστήμη και στις βιοτεχνολογικές εφαρμογές της.

Η προαναφερθείσα φράση του Bostrom «[ο]ι υπερανθρωπιστές επιμένουν πως το εάν κάτι είναι φυσικό ή όχι, είναι ανεξάρτητο του εάν είναι καλό ή επιθυμητό» αποκτά το πλήρες νόημά της, δηλαδή πως για τους υπερανθρωπιστές εφόσον κάτι κρίνεται ως καλό ή επιθυμητό, δεν έχει καμία σημασία εάν είναι φυσικό και αρμονικό με τη φύση, αρκεί να βρεθεί ο (τεχνητός) τρόπος να παρακαμφθεί ή να υπερβληθεί. Πρόκειται ουσιαστικά για μια σκληρή εφαρμογή της «ηθικής του γούστου», κατά την έννοια που έχει εισαγάγει ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος[16], προσαρμοσμένης στο πιο «καυτό» διαχρονικό πρόβλημα της ανθρωπότητας, αυτό του θανάτου.

Η προαγωγή της προαιρετικότητας του θανάτου κρύβει μέσα της την πρόθεση να δημιουργήσει στον «προσηλυτιζόμενο» το εσωτερικό δίλημμα, εάν θα επιλέξει να αφεθεί μοιρολατρικά στην ωρίμανση, στο γήρας και τελικά στον θάνατό του ή εάν θα ταχθεί υπέρ μιας δυναμικής τεχνητής παρέμβασης εναντίον του, οποιοδήποτε κόστος κι αν αυτό συνεπάγεται. Θα αρπάξει την «μαγική» ευκαιρία ο μετανεωτερικός άνθρωπος; Θα δοξάσει τα τεχνικά έργα του μέσα από την ίδια του την αθανασία; Θα επιλέξει να αρνηθεί τον θάνατο, αρνούμενος όμως ταυτόχρονα με τον τρόπο αυτό και την βιωμένη ζωή; Είναι μεγάλο το βάρος της απόφασης, σκληρό και συνάμα ενοχικό το δίλημμα για μια συνειδητή επιλογή ζωής ή θανάτου, και οπωσδήποτε δυναμικό και θελκτικό το υπερανθρωπιστικό μάρκετινγκ.

Γεγονός είναι πως ακόμη μία τάση, ένα σύστημα με διατυπωμένη φιλοσοφική και ιδεολογική θεμελίωση, τεχνολογική επικουρία και ξεκάθαρη πολιτικο-οικονομική δομή ως βασική της συνιστώσα καλεί τις μάζες να ακολουθήσουν μια νέα κοσμοθεώρηση και έναν προτεινόμενο τρόπο ζωής μέσα από μια ολόκληρη αγορά ευζωίας και μακροζωίας, που ξεκινά από απλά συμπληρώματα βιταμινών και μπορεί να εκτείνεται έως τις πανάκριβες εξειδικευμένες γονιδιακές θεραπείες και την οικονομικά απρόσιτη (και άκρως αμφιλεγόμενης αποτελεσματικότητας) κρυοσυντήρηση, για όσους μπορούν οικονομικά να τις υποστηρίξουν.

Όπως επισημαίνει ο κριτικός του υπερανθρωπισμού Ezra N. S. Lockhart συνδέοντας άμεσα τις υπερανθρωπιστικές επιδιώξεις και πρακτικές με τον καπιταλισμό, ο υπερανθρωπισμός είναι μια «τεχνολογικά εντατικοποιημένη και επιχειρηματικά εμπορευματοποιημένη» συνέχεια του ανθρωπισμού, αποτελώντας τελικά ο ίδιος μια «καπιταλιστική συνέχεια». Και τελικά στην πράξη, «αυτές οι επώνυμες τεχνολογίες λειτουργούν όχι μόνο ως αναβαθμίσεις, αλλά ως υποδομές διακυβέρνησης που εμπορευματοποιούν την υποκειμενικότητα, ρυθμίζουν τo θυμικό και τη συμπεριφορά και αναπαράγουν κοινωνικο-οικονομική διαστρωμάτωση».[17]

Παρόλα αυτά, η αναζήτηση της αθανασίας καλά κρατεί και οι σύγχρονοι αλχημιστές πειραματίζονται εντατικά επάνω στα ανθρώπινα πειραματόζωά τους, όχι μόνο σε βιολογικό αλλά και σε συμπεριφορικό επίπεδο. Ζητούμενο είναι το κυνήγι της αθανασίας να μην κοστίσει σε ανθρώπινες ζωές και να μην υπάρξουν μέσα από τα φουτουριστικά και φιλόδοξα πειράματα απώλειες οποιουδήποτε είδους, υλικές, σωματικές, διανοητικές, πνευματικές.

 

Σημειώσεις:

[1] Βλ. Stefanadis, C. I. (2011). Unveiling the secrets of longevity: The Ikaria study. Hellenic Journal of Cardiology, 52(6), 479-480. hellenicjcardiol.org

[2] Ελλύλ, Ζ. (2013). Το τεχνικό σύστημα (Γ. Δ. Ιωαννίδης, Μετφ.). Εκδόσεις Αλήστου Μνήμης, σελ. 418.

[3] Κυριαζόπουλος, Σ. Δ. (2025). Η καταγωγή του τεχνικού πνεύματος. Εκδόσεις Γρηγόρη, σ. 133, η έμφαση του πρωτοτύπου.

[4] Μπεκριδάκης, Δ. Ι. (2026). Τεχνοθεοκρατία: Ψηφιακός Λεβιάθαν και [επ]ανάσταση. Σε: Β. Αδραχτάς, Δ. Αρκάδας, & Δ. Ουλής, Happy end! Στη δίνη της καταστροφής. Εκδόσεις Αρμός, σ. 200.

[5] Κεφάλαιο αφιερωμένο στον Υπερανθρωπισμό θα βρει ο αναγνώστης στο βιβλίο της αρθρογράφου: Ορφανίδου, Σ. (2024). Μετανθρωπισμός: Η εξέλιξη ή το τέλος του Ανθρώπου;. Εκδόσεις Διαδρομή. (Κεφ. 4, Υπερανθρωπισμός,  μια ιδιαίτερη περίπτωση μετανθρωπιστικής φιλοδοξίας).

[6]  Nick  Bostrom,  A  History  of  Transhumanist  Thought,  σε:  Academic Writing Across the Disciplines, (Εds.) Michael Rectenwald & Lisa Carl, New York: Pearson Longman, 2011 (2005).

[7] Ferrando, F. (2019). Philosophical Posthumanism. Bloomsbury Academic.

[8] Natasha Vita-More, The Transhumanist Manifesto, https://www.humanityplus.org/the-

transhumanist-manifesto, Αρχική δημοσίευση 1983, Αναθ. 1998, v.2 2008 v.3 2020 v.4.

[9] Χαράρι, Γ. Ν. (2017). Homo Deus: Μια σύντομη ιστορία του μέλλοντος (Μ. Λαλιώτης, Μετφ.). Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σελ. 50.

[10] «Δεν υπάρχει κάποιο ξεκάθαρο όριο που να διαχωρίζει τη θεραπεία από την αναβάθμιση. Η ιατρική αρχίζει σχεδόν πάντα προσπαθώντας να γλιτώσει τους ανθρώπους από το να πέσουν κάτω από τη νόρμα, αλλά τα ίδια εργαλεία και η ίδια τεχνογνωσία μπορούν στη συνέχεια να χρησιμοποιηθούν για να ξεπεραστεί η νόρμα». Χαράρι, Γ. Ν. (2017). Homo Deus: Μια σύντομη ιστορία του μέλλοντος (Μ. Λαλιώτης, Μετφ.). Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σελ. 59.

[11] Βλ. σχετικά Vita-More, ό.π. και επίσης Ettinger, R. (1964). The Prospect of Immortality. Doubleday.

[12] Bostrom, N. (2003). The Transhumanist FAQ (Version 2.1). World Transhumanist Association. https://nickbostrom.com/views/transhumanist.pdf

[13] Bostrom, ό.π.

[14] Χαράρι, ό.π., σελ. 30.

[15] Bostrom, ό.π. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η συμπλήρωση της παραπάνω φράσης, που ενσωματώνει και εξαιρεί μια άλλη σύγχρονη τάση, αυτή της πολιτισμένης ευθανασίας: «Αυτό επίσης σημαίνει ότι η εκούσια ευθανασία, υπό συνθήκες ενημερωμένης συναίνεσης, αποτελεί βασικό ανθρώπινο δικαίωμα»!

[16] Λουδοβίκος, Ν. (2024). Παρα-Οντολογία ή η εκδίκηση των σημασιών σε: Να ξανασκεφτούμε τον ανθρωπισμό. Αθήνα: Εναλλακτικές Εκδόσεις.

[17] Lockhart, E. N. S. (2025). Transhumanism as Capitalist Continuity: Branded Bodies in the Age of Platform Sovereignty. Humans, 5(3), 21. https://doi.org/10.3390/humans5030021

 

 

(Πηγή: antifono.gr)

Κοινοποίηση:
[Ψήφοι: 0 Βαθμολογία: 0]
Both comments and pings are currently closed.
Powered by WordPress and ShopThemes