«…Θεωρία γὰρ ἀχάλινωτος, τάχα ἂν καὶ κατὰ κρημνῶν ὤσειεν· ἀλλὰ φόβῳ στοιχειουμένους καὶ καθαιρομένους, καὶ ἵν’ οὕτως εἴπω, λεπτυνομένους εἰς ὕψος αἴρεσθαι…» Γρηγόριος Θεολόγος
(…)
Πρόκειται περὶ τοῦ τομέως τῆς Θεολογίας. Ἡ θεολογικὴ ζωτικότης τῆς Ἐκκλησίας, ἐντοπισθεῖσα εἰς τοὺς κοσμικοὺς θεολόγους τῶν Πανεπιστημίων μας, ἀποτελεῖ γεγονὸς ἄντικρυς ἀντίθετον πρὸς τὰς παραδόσεις τῆς Ὀρθοδοξίας μας. Καὶ τοῦτο εἶναι σημαντικόν. Διότι, τοιουτοτρόπως ἡ Θεολογία παύει νὰ ἐκλαμβάνεται ὡς θεῖον λειτούργημα, τὴν ἀναφορὰν ἔχον πρὸς τὴν περὶ Θεοῦ ἐνασχόλησιν καὶ θεραπείαν, γεγονὸς ἀπαιτοῦν βίου ἁγιότητα καὶ πνεύματος φωτισμόν. Ἀφήνεται δέ, κατὰ τεκμήριον, νὰ νοηθῇ, ὅτι ἡ Θεολογία εἶναι μία ἐπιστήμη, ὡς αἱ θεωρητικαὶ ἐπιστῆμαι, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ διακονήσῃ οἱοσδήποτε γνωρίζων θεολογικά τινα στοιχεῖα καὶ κατέχων ξένας γλώσσας, διὰ νὰ διαπορθμεύῃ ἐντεῦθεν τὴν Δυτικὴν σοφίαν. Ἐνῷ πᾶς τις πιστός, δὲν ἀγνοεῖ πόσον συνδεδεμένη εἶναι ἡ Θεολογία μας μὲ τὴν ἱερωσύνην, τὴν καθαρότητα τῆς ψυχῆς καὶ τὸν ἀσκητισμόν, ἀπὸ τοὺς πρώτους εἰσέτι χρόνους τοῦ χριστιανισμοῦ ἐν τῷ ἁγίῳ Βυζαντίῳ μας. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον φρονοῦμεν, ὅτι εἶναι μέγα σφάλμα ἡ διδασκαλία τῆς Θεολογίας εἰς τὰ Πανεπιστήμια τῶν Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης ὑπὸ λαϊκῶν θεολόγων, διότι δὲν εἶναι ἐπιστημονικόν τι εἶδος, ἀλλὰ συνάρτησις ἁγίου βίου, πεφωτισμένης διανοίας καὶ εἰδικῶν τινων γνώσεων. Καὶ ἡ πλευρὰ ἀκόμη, ἡ ὁποία θεωρεῖται ὡς ἀμιγῶς ἐπιστημονική, ὅπως εἶναι ἡ ἱστορία τῶν δογμάτων καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία, ὑπόκειται εἰς προσωπικὰς ἑρμηνείας κατ’ ἀναπόφευκτον τρόπον. Εἶναι μῦθος ἡ ἰδέα, ὅτι ὁ ἱστορικὸς δύναται νὰ παραμένῃ ἀντικειμενικός. Ἐφ’ ὅσον ἡ ἀντίληψις τοῦ οἱουδήποτε ἱστορικοῦ ἐπηρεάζεται ἐκ τῶν στοιχείων ἐκείνων, ποὺ συνιστοῦν τὴν ψυχοπνευματικήν του ὑπόστασιν, εἶναι ἀνέφικτος ἡ ἀντικειμενικὴ ἀπόδοσις τῆς ἱστορίας καὶ κινδυνωδεστάτη, προκειμένου περὶ θείων πραγμάτων. Καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι ὅσοι ἠθέλησαν νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὸν τρόπον σκέψεως τῶν Πατέρων, ἀπὸ τὰ ἴχνη των, ἠστόχησαν οἰκτρότατα καὶ περὶ τὴν πίστιν ἐναυάγησαν. Αὐτὸ τί ἄλλο σημαίνει ἤ, ὅτι ἡ ἁγιότης τῶν Πατέρων ἀποτελεῖ τὸ ἀσφαλέστερον ὄργανον, τὸ μοναδικόν, καθαρᾶς τῶν θείων καὶ ἀνθρωπίνων πραγμάτων γνώσεως; Ὥστε ἡ ἁγιότης συνεζευγμένη μὲ τὴν εἰδικὴν μάθησιν μορφώνουν τὸν θεολόγον, διότι κέντρον τῆς Θεολογίας εἶναι ὁ Χριστός, ὁ χορηγὸς τῆς ἁγιότητος.





