Η ανθρώπινη καρδιά, από τότε που γεννήθηκε πάνω στη γη, κουβαλά μέσα της μια μυστική νοσταλγία. Δεν γνωρίζει πάντοτε τι είναι αυτό που ποθεί, ούτε μπορεί να το περιγράφει με λόγια. Ωστόσο, σε στιγμές σιωπής και βαθιάς εσωτερικής καθαρότητας, κάτι μέσα της αναστενάζει, σαν να θυμάται έναν χαμένο Παράδεισο. Αυτός ο αναστεναγμός είναι η κλήση του Θεού. Είναι η φωνή του Χριστού που μιλά στον άνθρωπο ήδη πριν ο άνθρωπος προφέρει το πρώτο Του όνομα.
Από αυτή τη θεία νοσταλγία γεννιέται ο Πατερικός λόγος. Οι Πατέρες της Εκκλησίας, οι άγιοι που βίωσαν την παρουσία του Θεού όχι ως ιδέα αλλά ως πραγματικότητα, τόλμησαν να πουν αυτό που πολλές φορές δεν τολμά να πει η ανθρώπινη γλώσσα: ότι ο Θεός δεν είναι απρόσιτος. Δεν είναι μακριά. Δεν είναι απλώς ο Δημιουργός του κόσμου. Είναι ο Αγαπημένος της ψυχής· ο Νυμφίος που έρχεται να συναντήσει τον άνθρωπο στο μυστήριο της
Αυτή η ενασχόληση δεν είναι θεολογική πραγματεία με ακαδημαϊκή διάθεση, ούτε φιλοσοφική ανάλυση. Είναι μια πορεία· μια σταδιακή ανάβαση της ψυχής προς το φως. Είναι μια προσπάθεια να αποτυπωθεί, όσο επιτρέπει ο λόγος, η λεπτή, τρυφερή και άκρως προσωπική σχέση που γεννιέται ανάμεσα στον άνθρωπο και τον Ιησού Χριστό. Αυτή η σχέση είναι έρωτας· όχι σαρκικός, όχι συναισθηματικός, αλλά θείος, άκτιστος, καθαγιασμένος.
Ο σκοπός του έργου αυτού είναι απλός: Να οδηγήσει τον αναγνώστη σε μια βαθύτερη συνάντηση με τον Χριστό· να του θυμίσει ότι η πίστη δεν είναι καθήκον, αλλά σχέση· ότι ο Θεός δεν περιμένει από εμάς μια εξωτερική θρησκευτική συμπεριφορά, αλλά την καρδιά μας.
Κι όταν όλα σωπάσουν (οι φωνές, οι αγωνίες, οι φόβοι) μένει μια μόνη αλήθεια, απλή και άγια, ότι: Ο Χριστός είναι η ζωή μας, ο έρωτας της ψυχής μας και το φως που ποτέ δεν δύει.
Ο Χριστός είναι Εκείνος που αφυπνίζει την εσωτερική ακρόαση της ψυχής. Είναι το πλέον άξιο “αντικείμενο” του ανθρώπινου πόθου, η ομορφιά που δεν εξαντλείται, η τελειότητα που δεν γνωρίζει όρια. Μέσα Του συμπυκνώνεται η βαθύτερη λαχτάρα της ανθρώπινης ύπαρξης, η προσδοκία για το απόλυτο και το αληθινό.
Γι᾽ αυτό και η προσευχή των αγίων γίνεται επίκληση: «Κύριε, χάραξε μέσα στα μάτια της ψυχής μου την εικόνα του Υιού Σου». Είναι η κραυγή μιας καρδιάς που αναζητά όχι απλώς μια μορφή, αλλά την ίδια την παρουσία του Θεανθρώπου να φωτίζει τον νου και να διαμορφώνει το «είναι».
Όποιος αγαπά τον Χριστό ως Νυμφίο της ψυχής του, ποθεί να Τον αντικρίζει αδιάκοπα. Όπως ο άνθρωπος που αγαπά βαθιά θέλει το αγαπημένο πρόσωπο πάντοτε μπροστά του, έτσι και η ψυχή που γνώρισε τον Κύριο επιθυμεί η μορφή Του να σφραγίζει κάθε σκέψη, κάθε φαντασία, κάθε ανάσα. Διότι δεν υπάρχει ομορφότερη θέα από τη λάμψη του Προσώπου Του.
Και όταν ανοίγουν τα μάτια το ξημέρωμα, η πρώτη κίνηση της καρδιάς είναι να στραφεί προς Εκείνον και να Τον χαιρετήσει με τρυφερή νοσταλγία. Τα χείλη ψιθυρίζουν τον ύμνο που διδάσκει η Εκκλησία και επαναλαμβάνουν μαζί με τις αγγελικές δυνάμεις: «Σέ προσκυνοῦμε, Δυνατέ· ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος». Έτσι αρχίζει η μέρα του ανθρώπου που αγάπησε τον Νυμφίο:
* με μνήμη Θεού,
* με λαχτάρα συνάντησης και
* με την ταπεινή βεβαιότητα ότι κάθε αυγή είναι μια νέα πρόσκληση για κοινωνία με Εκείνον.





