Ὡς εἶναι γνωστόν, ἡ Ἑλληνική γλῶσσα ἔχει βάθος ἱστορίας, μιᾶς ἱστορίας αἰώνων καί τυγχάνει ἐξόχως θαυμαστή καί ἔχει μεγάλη ἀξία.
Μέ τά γράμματα αὐτῆς τῆς γλώσσας διετυπώθη ἡ ὅλη κλασσική σκέψη καί φιλοσοφία καί δημιουργήθηκε ὁ ἀθάνατος ἑλληνικός πολιτισμός.
Σ’ αὐτήν τήν γλῶσσα ἐγράφησαν εὐθύς ἀμέσως τά Ἱερά Εὐαγγέλια, οἱ δέ μεγάλοι καί θεοφόροι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν ἑλληνική γλῶσσα διετύπωσαν μέ ἀκρίβεια τά ἱερά δόγματα καί μᾶς παρέδωκαν τά καταπληκτικά σοφά τους συγγράμματα.
Εἰδικῶς τά Ἱερά Εὐαγγέλια εἶναι γραμμένα στήν ἁπλοποιημένη μορφή τῆς ἀρχαίας ἀττικῆς διαλέκτου, τήν Ἑλληνιστική Κοινή. Ἡ δέ σημερινή νέα ἑλληνική γλῶσσα ἀποτελεῖ ἐξέλιξη τῆς Κοινῆς.
Εἶναι, πράγματι, χαρακτηριστικό, ὅτι ἐκ τῶν 4.900 περίπου λέξεων, πού ἔχουμε στήν Καινή Διαθήκη, οἱ 2.280 λέγονται καί σήμερον κοινῶς, οἱ 2.200 νοοῦνται καλῶς καί μόνον 400 παραμένουν κάπως ἄγνωστοι.





