Γιὰ ὅ,τι καὶ ἂν κάμῃ ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος, πιστεύει πὼς τὴν πρώτην θέσιν πρέπει νὰ ἔχῃ ἡ καλὴ εἰκόνα, ὁποὺ θὰ δοθῇ πρὸς τὰ ἔξω. Ὁποιαδήποτε πρᾶξις του κρίνεται ὄχι καθ’ ἑαυτήν, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν ἐντύπωσιν ὁποὺ θὰ δημιουργήσῃ εἰς τὸ εὐρύτερον κοινόν. Ἔτσι, συχνά, κανεὶς λαμβάνει τούτην ἢ ἐκείνην τὴν ἀπόφασιν, ὄχι ἐπειδὴ ἔχει βεβαιωθῆ γιὰ τὴν ὀρθότητά της, ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸν διακαιώνει ἢ ὄχι ἡ κοινὴ γνώμη.
Ἐδῶ καὶ πολλὲς δεκαετίες, τουλάχιστον, ἡ δημοτικότης καὶ ἡ ἀποδοχὴ τῆς κοινῆς γνώμης ἦσαν τὰ κριτήρια τῆς ρωμαιοκαθολικῆς ἐκκλησίας. Φαίνεται ὅμως ὅτι, εἰς τὶς ἡμέρες μας, ἡ ἀνευθυνότης τῶν κριτηρίων αὐτῶν ἄρχισε νὰ εἰσβάλῃ ἐντὸς τῶν πυλῶν τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Γι’ αὐτὸ καὶ διάφοροι «ἐκπρόσωποί» της ἀναζητοῦν σήμερα «νέους τρόπους» ἐκφράσεως τῆς Ἀληθείας, «νέους τρόπους» προσεγγίσεως τῶν πιστῶν, μέσα ἀπὸ μία προσπάθεια, τῆς ὁποίας τὴν αἰχμὴν τοῦ δόρατος ἀποτελεῖ ἡ ὑποκριτικῶς ὀνομαζομένη «λειτουργικὴ ἀναγέννησις», γιὰ νὰ ἀποφευχθῇ τεχνηέντως ὁ κακόηχος μέν, ἀλλ’ ἀντικειμενικὸς ὅρος «λειτουργικὴ μεταρρύθμισις».






