Σε μια εποχή όπου η γνώση υψώνεται σχεδόν σε απόλυτη αξία, τα αρχαία λόγια της Γραφής ηχούν παράδοξα, σχεδόν αντιστικτικά: «Ὁ προστιθεὶς γνῶσιν προσθήσει ἄλγημα» (Παλαιά Διαθήκη)[1], και «Ἡ γνῶσις φυσιοῖ» (Καινή Διαθήκη)[2]. Και οι δύο φράσεις, ενώ δεν απορρίπτουν την γνώση, αποκαλύπτουν τα όριά της και τους κινδύνους που την συνοδεύουν. Δεν είναι η γνώση αυτή καθεαυτή που τίθεται υπό κρίση, αλλά η στάση μας απέναντί της.
Η πρώτη διαπίστωση μοιάζει να αναφέρεται στο βάρος της συνείδησης. Όσο ο άνθρωπος διεισδύει βαθύτερα στα πράγματα, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεται την πολυπλοκότητα, την αδικία, την φθορά του κόσμου. Η αθωότητα υποχωρεί μπροστά στην διαύγεια, και μαζί της χάνεται μια μορφή εσωτερικής ανάπαυσης. Η γνώση δεν είναι απλώς φως του νου και της καρδιάς, αλλ’ είναι και ευθύνη, και συχνά πόνος-άλγος.
Η δεύτερη ρήση φωτίζει έναν διαφορετικό κίνδυνο: την υπερηφάνεια. Η γνώση, όταν γίνεται αυτοσκοπός, καταξίωση και ατομικό κτήμα, τείνει να διογκώνει τον άνθρωπο, να τον κλείνει στον εαυτό του, να τον μονώνει από τους άλλους. Του δημιουργεί την ψευδαίσθηση μιας αυτάρκειας και μιας ικανότητας ότι μπορεί να κατανοήσει, να ελέγξει, ακόμη και να κρίνει τα πάντα. Τότε, ενώ η γνώση του υπόσχεται απεριόριστη πνευματική ελευθερία και συνεχή διανοητική εξέλιξη, καταλήγει συχνά σε μια λεπτή μορφή αυτο-ειδωλοποίησης, σε μια απώλεια συνειδητοποίησης των ουσιαστικών και εφήμερων δυνατοτήτων του, σε μια λήθη της μηδαμινότητάς του, σε μία «ὕβριν» (κατά τους αρχαίους Έλληνες), σε μια εγωπαθή ικανοποίηση.
Κι όμως, η χριστιανική παράδοση δεν προτρέπει στην άγνοια. Αντίθετα, αναγνωρίζει τη γνώση ως δώρο, ως μέσο κατανόησης της δημιουργίας[3]. Εκείνο, όμως, που θέτει σαν ουσιαστικό κριτήριο είναι οι αρετές: η αγάπη, η ταπείνωση, η διάκριση. Και τότε η γνώση βρίσκει το αληθινό της νόημα, όταν υπηρετεί τις αρετές αυτές και δεν τις υποκαθιστά με διανοητικά σχήματα.
Η αγάπη, για παράδειγμα, δεν είναι αποτέλεσμα συσσώρευσης πληροφοριών· είναι το πλάτυμα της καρδιάς μας, η ελευθέρωση από τον στενόμυαλο νου μας, το ανιδιοτελές άνοιγμα προς τον άλλον. Η ταπείνωση δεν γεννιέται από την επιστημονική γνώση, από το εύρος των επιτευγμάτων μας, αλλά από την επίγνωση των περιορισμένων επίγειων δυνατοτήτων μας. Και η διάκριση δεν είναι απλώς μια διανοητική ικανότητα, αλλά καρπός εσωτερικής καλλιέργειας.
Ίσως, λοιπόν, το ζητούμενο της εποχής μας δεν είναι να μειώσουμε τη γνώση, αλλά να την επανατοποθετήσουμε. Να πάψει να είναι αυτοσκοπός και να γίνει μέσο· να ενταχθεί σε μια ευρύτερη πνευματική προοπτική, όπου ο άνθρωπος δεν μετριέται από το πόσα γνωρίζει, αλλά από το πόσο αγαπά.
Τελικά, η γνώση, που δεν συνοδεύεται από ταπείνωση, μπορεί να «φυσιοῖ», και η γνώση, που δεν φωτίζεται από την αγάπη, μπορεί να «προσθέτει ἄλγημα». Εκείνη όμως που ενώνεται με τις αρετές μεταμορφώνεται: από επώδυνο βάρος γίνεται πνευματική σοφία, και από επηρμένη δύναμη γίνεται ταπεινή διακονία.
____________________
[1] «Όποιος τις γνώσεις του πληθαίνει, τα βάσανά του μεγαλώνει» (Εκκλ. 1, 18).
[2] «Η γνώση μάς κάνει να φουσκώνουμε με υπερηφάνεια» (1 Κορ. 8, 2).
[3] Πρβλ.: «Τὰ γὰρ ἀόρατα αὐτοῦ [=Θεοῦ] ἀπὸ κτίσεως κόσμου τοῖς ποιήμασι νοούμενα καθορᾶται» [=Διότι οι αόρατες ιδιότητες του Θεού βλέπονται καθαρά αφ’ ότου δημιουργήθηκε ο κόσμος και γίνονται νοητές δια μέσου των δημιουργημάτων] (Ρωμ. 1, 20).




Posted in
Tags: 



