Στη σύγχρονη συνθήκη παρατηρείται μια ολοένα εντεινόμενη τάση να ερμηνεύονται τα ανθρώπινα φαινόμενα αποκλειστικά υπό το πρίσμα της επιστημονικής αντικειμενοποίησης, κατά την οποίαν η εμπειρία αναλύεται, μετριέται και εντάσσεται σε γενικά ή ειδικά σχήματα εξήγησης. Εντός αυτού του πλαισίου, το προσωπικό βίωμα υποβαθμίζεται ή ακόμη και αποσιωπάται, ενώ η φιλοσοφική και υποκειμενική θέαση του κόσμου αντιμετωπίζεται ως δευτερεύουσα ή μη αξιόπιστη. Ωστόσο, η ίδια αυτή επιστημονική διαμεσολάβηση δεν είναι ουδέτερη: συγκροτείται εντός ιστορικών, ιδεολογικών και οικονομικών πλαισίων, τα οποία επηρεάζουν τόσο τα ερωτήματα που τίθενται όσο και τις απαντήσεις που προκρίνονται.
Η γνώση, ακόμη και όταν εμφανίζεται ως αντικειμενική, φέρει τα ίχνη των συμφερόντων και των προϋποθέσεων που τη διαμορφώνουν. Κατ’ αυτόν τον τρόπον, η μονομερής προσφυγή σε επιστημονικά σχήματα όχι μόνο περιορίζει το εύρος της κατανόησης, αλλά ενδέχεται να αποκρύπτει τις ίδιες τις δυνάμεις που τα καθιστούν κυρίαρχα. Απέναντι σε αυτήν την κατάσταση, η ατομική, αδιαμεσολάβητη θέαση του κόσμου αναδεικνύεται ως αναγκαίο αντίβαρο: όχι ως άρνηση της γνώσης, αλλά ως επαναδιεκδίκηση της εμπειρίας από το ίδιο το υποκείμενο που τη βιώνει και τη νοηματοδοτεί.
Παράλληλα, αξίζει να επισημανθεί ότι οι επιστημονικές αναλύσεις, ακριβώς λόγω της εξάρτησής τους από μεταβαλλόμενα πρότυπα και μεθοδολογίες, φέρουν έναν εγγενώς εφήμερο χαρακτήρα: ό,τι σήμερα εμφανίζεται ως έγκυρο, αύριο δύναται να αναθεωρηθεί ή να εγκαταλειφθεί. Η ιστορία της γνώσης βρίθει από τέτοιες μετατοπίσεις, από την ανατροπή της αριστοτελικής φυσικής έως τη διαδοχή θεωριών στη νεότερη επιστήμη. Αντιθέτως, ορισμένες μείζονες φιλοσοφικές προσεγγίσεις διατηρούν μια αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα στον χρόνο, ακριβώς επειδή δεν περιορίζονται σε περιγραφές φαινομένων, αλλά αγγίζουν θεμελιώδεις όρους της ύπαρξης.
Η απορία του Σωκράτη, η οντολογική διερώτηση του Αριστοτέλη, η μεθοδολογική αμφιβολία του Ρενέ Ντεκάρτ ή η κριτική του Λόγου στον Ιμμάνουελ Καντ, εξακολουθούν να συνομιλούν ζωντανά με το παρόν, όχι επειδή προσφέρουν οριστικές απαντήσεις, αλλά επειδή διατυπώνουν ερωτήματα που δεν εξαντλούνται ιστορικά. Έτσι, ενώ η επιστημονική σκέψη προοδεύει μέσα από τη διαδοχική υπέρβαση των ίδιων της των θέσεων, η φιλοσοφία διατηρεί – κατά κανόνα – μια διαχρονική ισχύ, ακριβώς επειδή επανέρχεται αδιάκοπα στα ίδια, αμετάθετα ερωτήματα της ανθρώπινης ύπαρξης.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο επιστημονισμός – ως καταχρηστική εξάπλωση της επιστήμης πέρα από τα ίδια της τα όρια – διατρέχει τον κίνδυνο να εκτοπίσει τη βαθιά ανθρώπινη και ποιητική θέαση του κόσμου, εκείνη δηλαδή που δεν εξαντλείται στην εξήγηση, αλλά επιμένει στο νόημα, το βίωμα και το θαύμα του δεδομένου. Η πραγματικότητα, αντί να προσεγγίζεται ως πολυσημική και ανοιχτή σε ερμηνείες, τείνει να περιορίζεται σε αυτό που μπορεί να αποδειχθεί, να μετρηθεί ή να αναπαραχθεί. Υπό αυτούς τους όρους, η απολυτότητα υποκαθιστά την αναζήτηση, η αμφιβολία παροπλίζεται ως αδυναμία και όχι ως δημιουργική δύναμη, ενώ κάθε μορφή σχετικισμού εκλαμβάνεται ως απειλή αντί ως αναγκαία υπενθύμιση των ορίων της γνώσης. Έτσι, η ανθρώπινη εμπειρία κινδυνεύει να αποστερηθεί από τη διάσταση εκείνη που τη καθιστά ουσιωδώς ανθρώπινη: την ικανότητα να βλέπει πέρα από το δεδομένο, να αμφιβάλλει, να ερμηνεύει και τελικά να νοηματοδοτεί τον κόσμο όχι μόνο ως αντικείμενο γνώσης, αλλά ως χώρο ύπαρξης.
Υπό αυτή την προοπτική, καθίσταται φανερό ότι το ζητούμενο της εποχής δεν εξαντλείται σε μια ακόμη στα(τισ)τική εξήγηση της πραγματικότητας, αλλά σε μια βαθύτερη κατανόηση που αγγίζει τον εσωτερικό πυρήνα του ανθρώπου. Η ποσοτικοποίηση των φαινομένων, όσο χρήσιμη κι αν είναι, αδυνατεί να συλλάβει εκείνο το μύχιο και «καρδιακό» στοιχείο της εμπειρίας, όπου το νόημα δεν παράγεται από αριθμούς αλλά από τη ζωντανή σχέση του υποκειμένου με τον κόσμο. Η κατανόηση αυτή δεν είναι λιγότερο έγκυρη επειδή δεν μετριέται· αντιθέτως, αποτελεί τον όρο δυνατότητας κάθε ουσιαστικής πρόσληψης της πραγματικότητας, καθώς επαναφέρει τον άνθρωπο στο κέντρο της εμπειρίας του, όχι ως παρατηρητή δεδομένων, αλλά ως φορέα νοήματος και ζωής.
Προς επίρρωση των παραπάνω, η ιστορία της επιστήμης προσφέρει χαρακτηριστικά παραδείγματα κατά τα οποία κατηγορηματικές διαβεβαιώσεις αποδείχθηκαν αργότερα ατελείς ή λανθασμένες. Ενδεικτικά, στο πλαίσιο της κλασικής φυσικής του Ισαάκ Νεύτωνα, η αντίληψη περί απόλυτου χρόνου και χώρου θεωρήθηκε για αιώνες αδιαμφισβήτητη, μέχρις ότου ο Άλμπερτ Αϊνστάιν ανέτρεψε αυτό το σχήμα με τη θεωρία της σχετικότητας, αποδεικνύοντας ότι ο χρόνος και ο χώρος είναι σχετικοί και εξαρτώμενοι από τον παρατηρητή. Αντίστοιχα, στην ιατρική η θεωρία των «μιάσματος» ως αιτίας των ασθενειών επικρατούσε για μεγάλο διάστημα, έως ότου αντικαταστάθηκε από τη μικροβιακή θεωρία, η οποία έθεσε τις βάσεις της σύγχρονης ιατρικής κατανόησης. Ακόμη, η υπόθεση του σταθερού και αναλλοίωτου σύμπαντος υποχώρησε μετά τις ανακαλύψεις της κοσμολογίας του εικοστού αιώνα, που κατέδειξαν ότι το σύμπαν διαστέλλεται και μεταβάλλεται διαρκώς. Τα παραδείγματα αυτά δεν αναιρούν τη σπουδαιότητα της επιστήμης, αλλά υπογραμμίζουν τον αναθεωρητικό της χαρακτήρα, αποκαλύπτοντας ότι η γνώση της παραμένει πάντοτε εν εξελίξει και υπό διαρκή αναθεώρηση.
Το παράδειγμα της θεωρίας του μιάσματος αναδεικνύει εύγλωττα τον χαρακτήρα της επιστημολογικής διαδικασίας. (Η θεωρία του «μιάσματος» ήταν μια παλιά ιατρική αντίληψη που εξηγούσε τις ασθένειες ως αποτέλεσμα «κακού» ή μολυσμένου αέρα, τον οποίο αποκαλούσαν «μίασμα». Πίστευαν λανθασμένα – πριν από την κατίσχυση της μικροβιακής θεωρίας των ασθενειών – ότι οι επιδημίες προκαλούνται από αναθυμιάσεις που προέρχονται από σάπια οργανική ύλη, έλη ή βρώμικες περιοχές, και ότι η εισπνοή αυτού του αέρα οδηγεί σε νόσηση). Ας μη λησμονούμε ότι η γνώση συγκροτείται μέσα από Παραδείγματα (κατά τον Τόμας Κουν) που, σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή, φαίνονται σχεδόν αδιαμφισβήτητα και καθολικά έγκυρα, αποδίδοντας μια εντύπωση σταθερότητας και διαχρονικότητας.
Ωστόσο, η ιστορία της επιστήμης δείχνει ότι κάθε τέτοιο Παράδειγμα φέρει εντός του έναν παροδικό πυρήνα, καθώς είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τα όρια, τις μεθόδους και τις παραδοχές της εποχής του. Η επιστημολογία, επομένως, δεν εγγυάται την αιωνιότητα της γνώσης, αλλά την ιστορική της δυναμική: η εκάστοτε θεωρία προβάλλεται ως πλήρης και οριστική, για να καταστεί εν τέλει ένα στάδιο σε μια συνεχή διαδικασία αναθεώρησης. Έτσι, η φαινομενική αιωνιότητα της επιστημονικής αλήθειας αποδεικνύεται, στο πρακτικό πεδίο, μια διαρκώς μεταβαλλόμενη ισορροπία μεταξύ βεβαιότητας και ανατροπής.
Στον φιλοσοφικό στοχασμό, σε αντίθεση με την επιστημονική αποφατικότητα, η έμφαση δεν βρίσκεται τόσο στη διατύπωση οριστικών απαντήσεων όσο στη δυνατότητα της σκέψης να ανοίγει ορίζοντες νοήματος. Η φιλοσοφία δεν αποσκοπεί πρωτίστως στο να κλείσει τα ερωτήματα, αλλά στο να τα διατηρεί ζωντανά, να τα επεξεργάζεται και να τα επανανοηματοδοτεί. Για αυτό και περισσότερο «σημαίνει» και «συμβολίζει» παρά αποφαίνεται με κατηγορηματικό τρόπο: οι έννοιές της δεν λειτουργούν ως κλειστά συμπεράσματα, αλλά ως ανοιχτά πεδία ερμηνείας, ικανά να υποδεχθούν πολλαπλές αναγνώσεις.
Αυτή η εγγενής ανοιχτότητα είναι που προσδίδει στη φιλοσοφία τη διαχρονική της «αίγλη». Και αυτό επειδή δεν εξαντλείται σε συγκεκριμένα εμπειρικά δεδομένα ή σε ιστορικά περιορισμένα επιστημονικά μοντέλα και δεν φθείρεται από την πρόοδο της γνώσης με τον ίδιο τρόπο που φθείρονται οι επιμέρους επιστημονικές θεωρίες. Αντιθέτως, οι μεγάλες φιλοσοφικές έννοιες – όπως η αλήθεια, η ύπαρξη, η ελευθερία ή το νόημα – διατηρούν τη ζωντάνια τους ακριβώς επειδή δεν αποτυπώνονται σε μία και μόνη ερμηνεία, αλλά συνεχίζουν να συνομιλούν με την κάθε εποχή. Έτσι, ενώ η επιστήμη προοδεύει μέσα από την αντικατάσταση των θεωριών της, η φιλοσοφία επιβιώνει και ανανεώνεται μέσα από την επανερμηνεία των ίδιων θεμελιωδών ερωτημάτων. Η αξία της δεν έγκειται σε οριστικές «λύσεις», αλλά στη δύναμη να προκαλεί τη σκέψη, να μετατοπίζει το βλέμμα και να διατηρεί ες αεί προσπελάσιμο τον χώρο της κατανόησης. Προς τούτο και το κλέος της δεν είναι προϊόν βεβαιότητας, αλλά καρπός μιας διαρκούς, ζωντανής και ανεξάντλητης αναζήτησης.
Τέλος, στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, όπου η γνώση τείνει να αυτοματοποιείται και η σκέψη να προτυποποιείται σε αλγοριθμικά σχήματα, η φιλοσοφία αναλαμβάνει έναν καίριο ρόλο θεματοφύλακα της ηθικής νοημοσύνης. Δεν ανταγωνίζεται την τεχνική ισχύ της αυτοματοποιημένης νόησης, αλλά υπενθυμίζει τα όρια, τις προϋποθέσεις και το νόημα της ίδιας της σκέψης. Εκεί όπου η μηχανή επεξεργάζεται, η φιλοσοφία ερμηνεύει· εκεί όπου η αλγοριθμική ικανότητα παράγει απαντήσεις, η φιλοσοφία διασώζει το δικαίωμα του ερωτήματος. Με τον τρόπον αυτό, διαφυλάσσει την ανθρώπινη ικανότητα να στοχάζεται ελεύθερα, να αμφιβάλλει δημιουργικά και να νοηματοδοτεί τον κόσμο πέρα από την απλή υπολογιστική του αναπαράσταση.
(Πηγή: antifono.gr)



Posted in
Tags: 



