
Η κοινωνία προβάλλει την υποχρέωση να είμαστε «ευτυχισμένοι»,
ενώ η εσωτερική πραγματικότητα μπορεί να είναι διαφορετική
Ζούμε σε μια εποχή, όπου η «ευτυχία» έχει αναχθεί σε ύψιστο στόχο. Βιβλία αυτοβελτίωσης, διαφημίσεις, μέσα κοινωνικής δικτύωσης και σύγχρονες ιδεολογίες υπόσχονται έναν δρόμο προς την ευτυχία μέσω της επιτυχίας, της κατανάλωσης, των εμπειριών ή της συνεχούς ικανοποίησης των επιθυμιών μας. Εν τούτοις, όσο περισσότερο η κοινωνία μας αναζητεί την ευτυχία, τόσο περισσότερο φαίνεται να αυξάνονται το άγχος, η μοναξιά, η απογοήτευση και οι ποικίλες ψυχοσωματικές παθήσεις.
Μήπως λοιπόν αναζητούμε κάτι διαφορετικό, από αυτό που έχει πραγματικά ανάγκη η ανθρώπινη ψυχή;
Η ίδια η λέξη «ευτυχία» παραπέμπει ετυμολογικά στην «καλή (=εὐ) τύχη». Υπονοεί μια κατάσταση που εξαρτάται, σε μεγάλο βαθμό, από ευνοϊκές συνθήκες: υγεία, οικονομική άνεση, επιτυχία, αναγνώριση, ευχάριστες εμπειρίες, αίσια έκβαση των πραγμάτων. Όταν όλα πηγαίνουν καλά, ο άνθρωπος αισθάνεται «ευτυχισμένος». Όταν όμως οι συνθήκες αλλάζουν, τότε η «ευτυχία» του κλονίζεται ή χάνεται.
Αντίθετα, η πνευματική μας παράδοση δεν τοποθετεί στο κέντρο την ευτυχία, αλλά την χαρά και την μακαριότητα.
Η χαρά δεν είναι απλώς ένα ευχάριστο συναίσθημα. Είναι μια βαθύτερη κατάσταση ικανοποίησης της ψυχής, η οποία δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τις εξωτερικές συνθήκες. Γι’ αυτό και οι άγιοι, οι μάρτυρες και οι άνθρωποι της πίστης μιλούσαν για χαρά ακόμη και μέσα στις δοκιμασίες και στα βάσανά τους. Έτσι, η χαρά γεννάται από το νόημα, την αγάπη, την κοινωνία με τον Θεό και την βεβαιότητα ότι η ζωή δεν εξαντλείται στα πρόσκαιρα γεγονότα.
Ακόμη βαθύτερη είναι η έννοια της μακαριότητας.Ετυμολογικά, «μακαριότητα είναι η γαλήνη, η έλλειψη ανησυχίας, η κατάσταση ηρεμίας και η απαλλαγή από τα πάθη».
Έτσι, ο «μακάριος» άνθρωπος δεν είναι εκείνος που διαθέτει τα περισσότερα αγαθά, ή απολαμβάνει τις περισσότερες ηδονές, αλλά εκείνος που βρίσκεται σε ψυχική ειρήνη, σε σωστή σχέση με τον Θεό, με τον συνάνθρωπο, αλλά και με τον ίδιο του τον εαυτό. Τότε, η μακαριότητα δεν ταυτίζεται με την διαρκή ευχαρίστηση, αλλά με την πληρότητα της ύπαρξης.
Το πρόβλημα της σύγχρονης κουλτούρας είναι ότι συχνά συγχέει την χαρά με την ευχαρίστηση. Η ευχαρίστηση είναι πραγματική και θεμιτή, αλλά έχει περιορισμένη διάρκεια. Η απόλαυση ενός γεύματος, μιας αγοράς, μιας επιτυχίας ή μιας διασκέδασης προσφέρει σύντομη ικανοποίηση. Πολύ γρήγορα ο άνθρωπος συνηθίζει αυτό που απέκτησε και αναζητά κάτι περισσότερο, κάτι καινούργιο. Έτσι δημιουργείται μία ατέρμονη αναζήτηση νέων συγκινήσεων και απολαύσεων..
Επομένως, όταν η ευτυχία ταυτίζεται με την συνεχή ικανοποίηση των επιθυμιών, τότε ο άνθρωπος καταλήγει συχνά σε ένα φαύλο κύκλο: όσο περισσότερο κυνηγά την ευτυχία, τόσο περισσότερο του διαφεύγει. Τότε οι προσδοκίες αυξάνονται, οι συγκρίσεις με τους άλλους γίνονται εντονότερες και κάθε έλλειψη βιώνεται ως προσωπική αποτυχία.
Η χαρά, αντίθετα, δεν αποκτάται μέσα από την αγωνιώδη αναζήτησή της. Αναδύεται ως καρπός ενός διαφορετικού τρόπου ζωής. Γεννάται μέσα από την ευγνωμοσύνη, την προσφορά, τις αυθεντικές σχέσεις, την αγάπη, την συγχώρηση και την σωστή πνευματική ζωή. Δεν απαιτεί να είναι όλα τέλεια, γι’ αυτό μπορεί να συνυπάρχει με τον μόχθο, τον πόνο, την αβεβαιότητα και την δοκιμασία.
Ίσως γι’ αυτό οι προηγούμενες γενιές, παρά τις μεγαλύτερες υλικές στερήσεις τους, συχνά διέθεταν μια εσωτερική ανθεκτικότητα, που σήμερα μοιάζει να σπανίζει. Οι παλαιότεροι άνθρωποι δεν περίμεναν να είναι συνεχώς ευτυχισμένοι.Αναζητούσαν νόημα, πίστη, αγάπη και βαθιές κοινωνικές σχέσεις. Ενεργούσαν με φιλότιμο και θυσιάζονταν για τους άλλους. Και μέσα από όλα αυτά βίωναν μια χαρά, που δεν ήταν ατομιστική, και γι’ αυτό διαρκούσε και γέμιζε την ζωή τους. Η εποχή μας λοιπόν, ίσως, χρειάζεται λιγότερη εμμονή με την «ευτυχία» και περισσότερη αναζήτηση της χαράς. Διότι η ευτυχία, που βασίζεται στις εξωτερικές συνθήκες, έρχεται και παρέρχεται.Η εσωτερική χαρά και η ψυχική, όμως, μπορούν να παραμένουν, ακόμη και όταν οι συνθήκες της ζωής γίνονται δύσκολες.
Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι πόσες απολαύσεις μπορούμε να αισθανθούμε, αλλά πόσο πνευματικό βάθος έχει η ζωή μας, ώστε να γεννάται αυθόρμητα η χαρά και η μακαριότητα. Γιατί η «ευτυχία» μπορεί να είναι ένα ευχάριστο, αλλά συνήθως προσωρινό, συναίσθημα της ζωής μας, ενώ η χαρά και η μακαριότητα διαρκούν και αποτελούν τρόπο ύπαρξης.



Posted in
Tags: 



