“Εγωτίτιδα”: Η νέα ελληνική ασθένεια (Παναγιώτης Τριτάρης)

(11 άτομα το έχουν διαβάσει)

Είσαι σε μια παρέα, αρχίζεις να λες κάτι και πριν φτάσεις στο ρήμα έρχεται το «Εγώ…» να σε διακόψει. Καλώς ήρθες στη σύγχρονη ελληνική συζήτηση.

Getty Images/Ideal Image

 

Κάτι έχει αλλάξει στο ελληνικό κουβεντολόι της παρέας. Και δεν είναι ότι μιλάμε περισσότερο, είναι ότι σχεδόν κανείς δεν περιμένει πια να ακούσει τον άλλον μέχρι τέλους. Το παρατηρώ όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια και, από τη στιγμή που άρχισα να του δίνω σημασία, το ακούω παντού. Κάποιος αρχίζει να λέει ότι πέρασε δύσκολα με τη δουλειά του. Δεν έχει φτάσει καν στο ρήμα και ο απέναντι έχει ήδη οπλίσει: «Εγώ να δεις τι πέρασα». Άλλος αναφέρει έναν πόνο στο γόνατο. «Εγώ έχω μέση». Ταξίδεψες στην Ιταλία; Εγώ πήγα Ιαπωνία. Έμεινες δύο ώρες στην κίνηση; Εγώ τρεις, και μάλιστα με βροχή. Σου πέθανε η γάτα; Εγώ είχα σκύλο. Δεν είναι συζήτηση. Είναι ένα ιδιότυπο πρωτάθλημα προσωπικής εμπειρίας, όπου κανείς δεν ξέρει ακριβώς το έπαθλο, αλλά όλοι θέλουν να βγουν πρώτοι. Το ονόμασα «εγωτίτιδα», γιατί ακούγεται σαν πάθηση και, κυρίως όσο πάει προχωρά σε μόνιμη βλάβη.

 

Ο ναρκισσισμός της συνομιλίας

Η κοινωνιολογία έχει ήδη βρει την ορολογία, το ονομάζουν «conversational narcissism», τη συνήθεια να αρπάζουμε το νήμα της κουβέντας από τον άλλον και να το ξαναφέρνουμε πάνω μας. Ξεχώρισε μάλιστα την απάντηση που στηρίζει τον συνομιλητή από εκείνη που μετατοπίζει το ενδιαφέρον προς εμάς. Το δεύτερο είναι το αγαπημένο μας εθνικό σπορ. Δεν υπάρχει, βέβαια, κάποια έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ που να μετρά πόσα «εγώ» χωρούν σε έναν καφέ ούτε απόδειξη ότι οι Έλληνες διακόπτουν περισσότερο από τους Δανούς. Η “εγωτίτιδα” εδώ είναι ένας νεολογισμός, όχι κλινική διάγνωση. Αλλά περιγράφει ένα αναγνωρίσιμο μοτίβο, τη μετατροπή της ακρόασης από πράξη ενδιαφέροντος σε μικρή αναμονή μέχρι να έρθει ξανά η σειρά μας.

Δεν νομίζω ότι ο Έλληνας γεννήθηκε έτσι. Για πολλές δεκαετίες υπήρχε κάτι που σήμερα μοιάζει σχεδόν εξωτικό, η κοινωνική απαξίωση της περιαυτολογίας. Στο χωριό, στη γειτονιά, στο οικογενειακό τραπέζι, μπορούσες να είσαι υπερήφανος, φωνακλάς, ξερόλας, ακόμη και ανυπόφορος -ως Έλληνες έχουμε μεγάλη παράδοση και στα τέσσερα- αλλά το συνεχές «εγώ έκανα, εγώ πήγα, εγώ ξέρω» είχε κόστος. Η παρέα σε μάζευε, η γιαγιά σε απόπαιρνε, ο θείος σου έριχνε ένα «μαζέψου…» βλέμμα και το καφενείο ολόκληρο είχε στήσει έναν αυτοσχέδιο και πάντα λειτουργικό μηχανισμό κοινωνικού ελέγχου, την λεγόμενη καζούρα. Η αυτοδιαφήμιση θεωρούνταν λόξα για τους ψωνισμένους, την καλή κουβέντα έπρεπε, ιδανικά, να την πει κάποιος άλλος για σένα.

 

Από το”εμείς” στο “εγώ“

Ύστερα άλλαξε η χώρα. Αστικοποίηση, οικονομική άνοδος, κατανάλωση, τηλεόραση, lifestyle, η μεταπολιτευτική λατρεία της προσωπικής επιτυχίας, και κατόπιν η μεγάλη οικονομική κρίση που έφερε μαζί της θυμό, ανασφάλεια και βαθιά δυσπιστία προς θεσμούς και συλλογικές βεβαιότητες. Το 2025 μόλις το 24% των Ελλήνων δήλωνε υψηλή ή σχετικά υψηλή εμπιστοσύνη στην κεντρική κυβέρνηση, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ. Δεν σημαίνει βεβαίως ότι όποιος δεν εμπιστεύεται το κράτος διακόπτει τον φίλο του στο τραπέζι. Δείχνει όμως το κοινωνικό φόντο μιας χώρας που έμαθε να στηρίζεται πολύ στον στενό της κύκλο και, ταυτόχρονα, να αντιμετωπίζει τον έξω κόσμο με επιφύλαξη. Όταν το συλλογικό «εμείς» στενεύει, το προσωπικό «εγώ» βρίσκει χώρο.

Και τότε μπήκαν τα social media και έλυσαν (για την ακρίβεια… διέλυσαν) οριστικά το πρόβλημα της σεμνότητας και της αυτοσυγκράτησης. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, για να ενημερώσεις διακόσιους ανθρώπους τι έφαγες, πού πήγες και πώς αισθάνεσαι, έπρεπε να είσαι είτε διάσημος είτε εντελώς ψώνιο με μεγάλο κοινωνικό κύκλο. Σήμερα χρειάζεσαι μόνο μπαταρία και καλό σήμα στο smartphone. Η ίδια η αρχιτεκτονική των πλατφορμών μάς εκπαιδεύει στην αυτοπαρουσίαση, η φωτογραφία μου, η άποψή μου, το story μου, η διαδρομή μου, το πιάτο μου, η αγανάκτησή μου. Υπάρχουν αμέτρητες έρευνες που βρίσκουν μία ξεκάθαρη συσχέτιση ανάμεσα στον μεγαλοπρεπή ναρκισσισμό και στη συμπεριφορά στα κοινωνικά δίκτυα, ιδιαίτερα στις μορφές αυτοπαρουσίασης. Αυτό δεν σημαίνει ότι το Instagram μάς έκανε νάρκισσους. Σημαίνει ότι έφτιαξε ένα περιβάλλον εξαιρετικά φιλικό προς τη συνεχή προβολή του εαυτού.

Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι το μοντέλο της οθόνης πέρασε σιγά σιγά και στην κανονική κουβέντα. Στο feed δεν χρειάζεται να ακούσεις κανέναν μέχρι τέλους, απλά κάνεις scroll. Στη συζήτηση δεν υπάρχει scroll, οπότε εφευρέθηκε η διακοπή. Ο συνομιλητής γίνεται κάτι σαν περιεχόμενο που πρέπει να προσπεράσεις για να ανεβάσεις το δικό σου. Δεν ακούμε για να καταλάβουμε, μοιάζει σαν να περιμένουμε το πρώτο άνοιγμα για να εισβάλουμε. Η ιστορία του άλλου λειτουργεί ως hyperlink προς τη δική μας, σ’ εκείνο το διαρκές «Εγώ» που ακούγεται αμέτρητες φορές σε ένα τραπέζι.

 

Το πιο ενοχλητικό κομμάτι

Η “εγωτίτιδα” δεν είναι ακριβώς εγωισμός με την παλιά έννοια. Ο κλασικός εγωιστής ήξερε ότι ήταν εγωιστής και, συνήθως, είχε και μια κάποια μεγαλοπρέπεια ή έστω ένα υπαρκτό άλλοθι κοινωνικής αυταρέσκειας. Ο σημερινός «εγωτιστής» (ξανά συγνώμη για τον νεολογισμό…) πιστεύει συχνά ότι συμμετέχει κανονικά στη συζήτηση. Σου απαντά με μια δική του ιστορία επειδή νομίζει πως έτσι σε καταλαβαίνει. Μόνο που στο τέλος της βραδιάς έχεις μάθει πού πήγε διακοπές, πόσο δύσκολα μεγάλωσε, ποιος τον αδίκησε στη δουλειά, πόσο καλή σχέση έχει με τα παιδιά του και ποια μάρκα ελαιόλαδο παίρνει. Εκείνος για σένα γνωρίζει περίπου το μικρό σου όνομα -αν το θυμάται και αυτό.

Ίσως γι’ αυτό σήμερα ο άνθρωπος που ξέρει πραγματικά να ακούει αρχίζει να αποκτά μια σχεδόν παράξενη γοητεία. Σε αφήνει να τελειώσεις, σε ρωτά κάτι πάνω σε αυτό που είπες και δεν ψάχνει διαρκώς το σκρολάρισμα προς την δική του ιστορία. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη μόρφωση, ενσυναίσθηση ή κάποιο σεμινάριο επικοινωνίας. Αρκεί, που και που, να ακούσει μια ολόκληρη πρόταση χωρίς να αρχίσει την επόμενη με «Εγώ». Κάποτε αυτό λεγόταν απλώς κουβέντα. Και πρέπει επειγόντως να την ξαναβρούμε πριν ακουστεί -σε ακούω να το ετοιμάζεις- το επόμενο «Εγώ..»

 

 

(Πηγή: newmoney.gr)

Κοινοποίηση:
[Ψήφοι: 0 Βαθμολογία: 0]
Both comments and pings are currently closed.
Powered by WordPress and ShopThemes