«Η πιο μεγάλη τιμωρία για τον άνθρωπο είναι να τον “παραδώσει” ο Θεός στο ίδιο θέλημά του. Στην εποχή μας, που απέρριψε τον Χριστό, κανείς δεν κατανοεί την ολοφάνερη αυτή δουλεία»
Άγιος Σωφρόνιος Σαχάρωφ
«Η πιο μεγάλη τιμωρία για τον άνθρωπο είναι να τον “παραδώσει” ο Θεός στο ίδιο θέλημά του. Στην εποχή μας, που απέρριψε τον Χριστό, κανείς δεν κατανοεί την ολοφάνερη αυτή δουλεία»
Άγιος Σωφρόνιος Σαχάρωφ
Υπάρχουν στιγμές στη ζωή όπου ο άνθρωπος νιώθει πως η καθημερινότητα δεν αρκεί. Κάτι μέσα του τον καλεί σε μεγαλύτερο βάθος, σε περισσότερη αλήθεια, σε έναν τρόπο ύπαρξης που δεν εξαντλείται στους θορύβους και στους ρυθμούς της εποχής. Αυτή η εσωτερική κίνηση δεν είναι τυχαία. Είναι η διακριτική πρόσκληση του Θεού, που αγγίζει την καρδιά χωρίς θόρυβο, αλλά με μια γαλήνη που δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Κάθε άνθρωπος κουβαλά μέσα του μια μυστική προσδοκία: να ακουμπήσει σε κάτι αληθινό, να βρει έναν λόγο ύπαρξης που να αντέχει στον χρόνο και στη φθορά. Κάποιες φορές αυτή η προσδοκία εκφράζεται ως δίψα για νόημα, άλλες ως λαχτάρα για ειρήνη, άλλες ως αναζήτηση αγάπης που να μη ματαιώνεται.
Σε όλες όμως τις περιπτώσεις, πίσω από τον ανθρώπινο πόθο κρύβεται ένας άλλος πόθος· ο θείος. Δεν αναζητούμε μόνον τον Θεό· ο Θεός μας αναζητά πρώτος.
Τα κείμενα που ακολουθούν δεν επιχειρούν να περιγράφουν το άρρητο, ούτε να ορίσουν τον Θεό με λόγια. Προσπαθούν όμως να φωτίσουν την εσωτερική πορεία της ψυχής προς Εκείνον: την κλήση που ακούγεται αθόρυβα, τη συνάντηση που γεννιέται στη σιωπή, την τρυφερότητα που αποκαλύπτεται μέσα στην καθημερινότητα.
Δεν γράφονται για να αναλύσουν, αλλά για να συνοδεύσουν· όχι για να εξηγήσουν τον Θεό, αλλά για να βοηθήσουν να γίνει αισθητός. Γιατί η σχέση με Εκείνον δεν είναι ιδέα ή θεωρία· είναι δρόμος, ζωή και καρδιακή μεταμόρφωση.
Κι όταν η καρδιά αρχίζει να αναγνωρίζει τη φωνή Του, τότε όλα αποκτούν νέο νόημα: Ο φόβος υποχωρεί, οι πληγές μαλακώνουν, και ο άνθρωπος συναντά μια αγάπη που υπήρχε πάντοτε· απλώς περίμενε να γίνει δεκτή.
Η σιωπηλή κλήση, η εσωτερική συνάντηση, η τρυφερότητα της θεϊκής παρουσίας, η μεταμόρφωση της καρδιάς και η βαθιά ελευθερία που γεννά η εμπιστοσύνη, αποτελούν τα στάδια ενός μυστικού ταξιδιού που κάθε ψυχή καλείται να περπατήσει.
Αν αυτά τα λόγια κατορθώσουν να απαλύνουν έναν φόβο, να ζεστάνουν μια πληγωμένη καρδιά ή να προσφέρουν έναν μικρό φάρο ελπίδας, τότε ο σκοπός τους έχει εκπληρωθεί. Το σημαντικότερο δεν είναι να γνωρίσουμε τον δρόμο τέλεια, αλλά να κάνουμε το πρώτο βήμα. Γιατί ο Θεός μάς περιμένει πάντα εκεί όπου η καρδιά ανοίγει, έστω και λίγο.
Ο Απόστολος Παύλος είδε τον Χριστό, συνομίλησε με τον Χριστό. Δι’ αποκαλύψεως Ιησού Χριστού παρέλαβε το Ευαγγέλιο (βλ. Γαλ. 1:11-12)· από Αυτόν άκουσε, και είχε την χάρη και το κύρος να είναι όντως Απόστολος του Χριστού και να μπορέσει κι αυτός να κοπιάσει υπέρ του Ευαγγελίου και να κηρύξει το Ευαγγέλιο.
Το Ευαγγέλιο λοιπόν το παρέλαβε ο Απόστολος Παύλος κι αυτό παρέδωσε. Δεν μπορεί κανείς να παραδώσει κάτι αν δεν το παραλάβει. Πρέπει να παραλάβει για να παραδώσει.
Δεύτερον, αυτό το Ευαγγέλιο που παρέλαβε και παρέδωσε ο Απόστολος Παύλος, όπως και οι άλλοι άγιοι Απόστολοι, είναι Ευαγγέλιο το οποίο στηρίζει τους ανθρώπους στην ζωή τους. Δεν είναι μόνον για την μέλλουσα ζωή, αλλά είναι και για την παρούσα ζωή. Διότι ακολουθώντας κανείς το Ευαγγέλιο του Χριστού γνωρίζει ποιος είναι ο προορισμός του, γνωρίζει γιατί ζει και γνωρίζει πως πρέπει να ζει, ώστε η ζωή του να είναι αξιοποιημένη.
Αλλά είναι και το Ευαγγέλιο το οποίο σώζει και τον άνθρωπο διότι του χαρίζει την αιώνια ζωή. Αυτές λοιπόν οι τρεις ιδιότητες του Ιερού Ευαγγελίου που μας παραδίδει ο Απόστολος Παύλος ισχύουν μέχρι σήμερα. Αυτό το Ευαγγέλιο, το ίδιο Ευαγγέλιο κι εμείς παραλάβαμε στην αγία Εκκλησία από τους αγίους Αποστόλους και τους διαδόχους τους, τους αγίους Πατέρες της Εκκλησίας μας, την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας μας και γι’ αυτό είμαστε και σίγουροι ότι αυτό το Ευαγγέλιο, είναι το αληθινό Ευαγγέλιο του Χριστού. Διότι δεν το παραλάβαμε από ανθρώπους, οι οποίοι δίδασκαν διδασκαλίες και εντάλματα ανθρώπων, αλλά το παραλάβαμε από την αγία Εκκλησία, η οποία είναι και ο φύλαξ του Ευαγγελίου του Χριστού.
Η εικόνα ως φυλακή και ο άνθρωπος δέσμιος του μυαλού του.
Υπάρχουν άνθρωποι που δεν ζουν απλώς μια ζωή. Υποδύονται μια ζωή. Χτίζουν γύρω τους μια προσεκτικά επιμελημένη εικόνα, ένα κοινωνικά αποδεκτό πρόσωπο, ένα βιογραφικό ύφος ύπαρξης, όπου κάθε επιλογή, κάθε σχέση, κάθε δημόσια κίνηση και κάθε σιωπή υπηρετεί έναν μεγαλύτερο στόχο, να μη ραγίσει η εικόνα. Στην αρχή αυτό μπορεί να μοιάζει με πειθαρχία, φιλοδοξία ή κοινωνική ωριμότητα. Με τον καιρό, όμως, γίνεται κάτι βαθύτερο και πιο ασφυκτικό. Γίνεται ένας μηχανισμός αυτοεγκλωβισμού, όπου ο άνθρωπος παύει να αναρωτιέται τι πραγματικά θέλει και αρχίζει να σκέφτεται μόνο τι επιτρέπεται να θέλει, τι φαίνεται σωστό, τι ταιριάζει στο προφίλ του, τι υπηρετεί την καριέρα του, τι δεν διαταράσσει το αφήγημα που έχει κατασκευάσει για τον εαυτό του.
Η κοινωνική ζωή συχνά λειτουργεί σαν σκηνή. Ο άνθρωπος μαθαίνει από νωρίς να παρουσιάζει μια εκδοχή του εαυτού του ανάλογα με το περιβάλλον, το κοινό, τις προσδοκίες και τον ρόλο που θεωρεί ότι πρέπει να διατηρήσει. Αυτό από μόνο του δεν είναι αφύσικο. Όλοι, σε κάποιον βαθμό, προσαρμόζουμε τη συμπεριφορά μας. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η προσαρμογή γίνεται φυλακή. Όταν η εικόνα παύει να είναι ένα κοινωνικό εργαλείο και μετατρέπεται σε ταυτότητα. Όταν ο άνθρωπος δεν χρησιμοποιεί πια τη μάσκα για να κινηθεί μέσα στην κοινωνία, αλλά πιστεύει ότι χωρίς τη μάσκα δεν υπάρχει.
«Μαμά καί μπαμπά, τρία χρόνια τώρα εἶμαι σέ μιά κατάσταση κατάθλιψης. Καί μπορεῖ αὐτός ὁ κόσμος νά ἔχει τά ὡραῖα του, ἀλλά ἴσως ἕνας ἄλλος κόσμος νά εἶναι καλύτερος. Φέτος εἶναι ἡ χρονιά πού θά δώσω Πανελλήνιες ἐξετάσεις, ἀλλά φοβᾶμαι ὅτι δέν θά πάω καλά. Τό ξέρω ὅτι δέν θά πάω καλά καί ἔτσι θά καταλήξω μέ μιά δουλειά πού δέν θά μοῦ δίνει λεφτά. Πλέον δέν μέ εὐχαριστεῖ τίποτα ἀπό τή ζωή. Δέν μπορῶ νά δῶ τίποτα θετικό. Μαμά καί μπαμπά, δέν θέλω πιά νά ζῶ. Αὐτός ὁ κόσμος δέν εἶναι πιά γιά μένα»…
Τί κόσμο ἔχουμε ἑτοιμάσει γι’ αὐτά τά παιδιά; Πῶς δυό κορίτσια δεκαεπτά ἐτῶν φοροῦν τά ἀκουστικά τους καί πηδοῦν στό κενό ἀπό τήν ταράτσα τῆς πολυκατοικίας τους, ἔχοντας προσχεδιάσει τό ἀπονενοημένο διάβημα; Πῶς ἔχουμε καταφέρει νά κάνουμε ἐφιάλτη ἀκόμη καί τίς Πανελλήνιες;
Θρίαμβος τοῦ κυνισμοῦ
Κάποτε, στό μεσουράνημα τοῦ γουοκισμοῦ, εἶχαν διαβληθῆ κάποιες λέξεις ὡς ἀκατάλληλες πρός χρήση ἀπό τούς ἀνθρώπους, πού εἶχαν εὐαισθησία στά δικαιώματα ὅλων τῶν συνανθρώπων τους, δικαίων καί ἀδίκων. Γι’ αὐτό γινόταν προσπάθεια, μέσα μάλιστα καί ἀπό πανεπιστημιακά μαθήματα σέ ἐκπαιδευτικούς, νά ἀντικατασταθοῦν οἱ λέξεις αὐτές μέ ἄλλες λέξεις ἤ καί μέ περιφραστικές διατυπώσεις. Γίνονταν διάφορες προτάσεις. Γιά παράδειγμα: ἀντί κλέφτης, νά λέμε αὐτός πού νομίζει ὅτι ὅλα ἀνήκουν σέ ὅλους, ἀντί γιά ζητιάνος, νά λέμε αὐτός πού ζητᾶ ἰδιωτική χρηματοδότηση, ἐπίσης τόν πρωτόγονο νά τόν λέμε ἄνθρωπο μέ διαφορετική κουλτούρα καί τό πιό φρικτό: τόν κανιβαλισμό νά τόν ὀνομάζουμε ἐνδοφυλετική βρώση.
Στίς μέρες μας ὅλα αὐτά ἔχουν γίνει παρελθόν καί τά διαβάζουμε ὡς κάποια ἀστεῖα ἀνέκδοτα. Δέν ἦταν ἀνέκδοτα. Ἦταν ἡ ὑπερβολή πού μᾶς ἔφερε στό ἄλλο ἄκρο. Τώρα πιά δέν φοβόμαστε τίς λέξεις, ὅσο ἄγριες καί ἀπάνθρωπες καί ἄν εἶναι. Ἡ ἀφοβία μάλιστα ἔφθασε νά γίνη κυνισμός.