«Μην πιστέψεις ότι θα διαπρέψει ποτέ στα μεγάλα κατορθώματα όποιος είναι αμελής στα μικρά»
Μέγας Βασίλειος
«Μην πιστέψεις ότι θα διαπρέψει ποτέ στα μεγάλα κατορθώματα όποιος είναι αμελής στα μικρά»
Μέγας Βασίλειος
Ζητάμε πολλά από τον Χριστό. Ζητάμε υγεία, εργασία, προστασία, να πάνε καλά τα παιδιά μας, να θεραπευθεί ένας άρρωστος, να σωθεί ένας γάμος, να λυθεί μια οικονομική δυσκολία, να ανοίξει ένας δρόμος που έκλεισε, να φύγει ένας πειρασμός.
Τρέχουμε στην Παναγία, επικαλούμαστε τους Αγίους, κάνουμε Παρακλήσεις, ανάβουμε κεριά, γράφουμε ονόματα, κάνουμε τάματα, πηγαίνουμε σε προσκυνήματα, παρακαλούμε, κλαίμε, επιμένουμε. Και καλά κάνουμε. Παιδιά του Θεού είμαστε και στον Θεό θα προστρέξουμε. Αλλά μέσα σε αυτή την αδιάκοπη ροή των αιτημάτων μας αποφεύγουμε συνήθως μια πολύ απλή και πολύ δύσκολη ερώτηση. Εμείς τι είμαστε διατεθειμένοι να προσφέρουμε στον Χριστό; Τι προσφέρουμε στην Παναγία; Τι δίνουμε στους Αγίους, τους οποίους τόσο εύκολα επικαλούμαστε; Διαβάστε περισσότερα »
Οι ζυγώτες είναι ζώντα ανθρώπινα κύτταρα, πλήρεις άνθρωποι που αλληλεπιδρούν δυναμικά με το περιβάλλον τους και προχωρούν ενεργά στο επόμενο στάδιο ανάπτυξης και δραστηριότητάς τους
Ο Χριστιανισμός δεν είναι απλώς ένα σύστημα πίστεων ή μια ηθική διδασκαλία· είναι μια ζωντανή σχέση ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο, μια κίνηση συνεχούς πρόσκλησης και απάντησης. Μέσα στους αιώνες, το ευαγγελικό μήνυμα στάθηκε σαν φως που φωτίζει· αλλά και σαν καθρέφτης που αποκαλύπτει. Ο άνθρωπος, αδύναμος και ταυτόχρονα θεοφόρος, καλείται να περπατήσει ανάμεσα στο ιδεώδες του Χριστού και στην πραγματικότητα της ύπαρξής του.
Η ιστορία των χριστιανών είναι η ιστορία αυτής της πορείας: μιας διαρκούς προσπάθειας να ζήσουν το θείο μέσα στην ανθρώπινη ατέλεια, να φανερώσουν τον Θεό μέσα από τα όρια του κόσμου. Η πίστη γίνεται αγώνας, η αγάπη σταυρός, η ελπίδα αναπνοή. Ο Θεός παραμένει ο ίδιος, μα ο τρόπος που Τον ζούμε μεταβάλλεται. Στις εποχές της ακμής, η Εκκλησία ανασαίνει τη χάρη· στις εποχές της πτώσης, τη θυμάται. Μα σε κάθε στιγμή, η παρουσία του Θεού δεν εκλείπει· απλώς ζητά ανοιχτές καρδιές για να φανερωθεί.
Αυτό το έργο δεν έρχεται να εξιδανικεύσει ούτε να κρίνει, αλλά να στοχαστεί. Να αναζητήσει τη γέφυρα ανάμεσα στην πίστη που ομολογείται και στην πίστη που βιώνεται. Γιατί το ερώτημα δεν είναι αν ο Χριστιανισμός και οι χριστιανοί συμφωνούν· αλλά πώς, μέσα στην αντίθεσή τους, συνεχίζει να φανερώνεται το μυστήριο της σωτηρίας.
Και αυτή η φανέρωση δεν εξαρτάται τόσο από την τελειότητα του ανθρώπου όσο από την ταπείνωση της καρδιάς του. Ο χριστιανός καλείται να ζει όχι ως εκπρόσωπος ενός ηθικού συστήματος, αλλά ως μάρτυρας μιας σχέσης. Να φανερώνει μέσα στον κόσμο όχι μια απρόσιτη τελειότητα, αλλά την αλήθεια ενός Θεού που καταδέχεται να κατοικήσει στην ανθρώπινη ατέλεια για να τη μεταμορφώσει.
Έτσι, η ζωή του χριστιανού γίνεται μια συνεχής διάβαση ανάμεσα σε δύο χώρους:
* στον χώρο του Θεού, όπου όλα είναι φως, καθαρότητα, νόημα, αγάπη·
* στον χώρο του ανθρώπου, όπου όλα δοκιμάζονται, περιορίζονται, πληγώνονται.
Αυτή η διάβαση δεν είναι ήττα· είναι το πεδίο της σωτηρίας. Διότι εκεί, στην ένταση ανάμεσα στο ιδεώδες και στο πραγματικό, γεννιέται η αληθινή μετάνοια, η αληθινή ταπείνωση, η αληθινή ελπίδα. Ο άνθρωπος που αγωνίζεται να αγαπήσει, να συγχωρήσει, να προσευχηθεί, να σταθεί στο φως, ακόμη και όταν δεν τα καταφέρνει, γίνεται μάρτυρας ενός Θεού που εργάζεται μέσα στη μικρότητα του ανθρώπου.
Ο Χριστιανισμός δεν ζητά από τον άνθρωπο να γίνει άγγελος· ζητά
* να γίνει αληθινός,
* να δει τη δική του αδυναμία, όχι ως κατάκριση, αλλά ως τόπο όπου η χάρη μπορεί να βλαστήσει,
* να καταλάβει ότι η αξία του δεν βρίσκεται στην τελειότητά του, αλλά στην αγάπη Εκείνου που δεν παύει να τον σηκώνει.
Στην πραγματικότητα, το ιδεώδες του Χριστού δεν είναι μια απρόσιτη κορυφή· είναι μια πρόσκληση ζωής. Και η πραγματικότητα του ανθρώπου δεν είναι εμπόδιο· είναι το χώμα όπου φυτεύεται ο σπόρος της σωτηρίας.
Έτσι, ο Χριστιανισμός παραμένει πάντοτε δυνατότητα:
* δυνατότητα μεταμόρφωσης,
* δυνατότητα κοινωνίας,
* δυνατότητα φωτός.
Και ο Χριστιανός παραμένει πάντοτε οδοιπόρος: άνθρωπος που προσπαθεί, πέφτει, σηκώνεται, προσεύχεται, πορεύεται.
Γιατί στο τέλος, αυτό που μετράει δεν είναι η απόσταση που χωρίζει τον άνθρωπο από το ιδεώδες· αλλά η κατεύθυνση προς την οποία κινείται η καρδιά του. Και μια καρδιά που κινείται προς τον Χριστό, ακόμα και αργά, ακόμα και ατελώς, βρίσκεται πάντοτε στον δρόμο της σωτηρίας.
Μέσα στην Εκκλησία του Χριστού ο Τίμιος Πρόδρομος απολαμβάνει μεγάλη τιμή, την οποία πρώτα του απέδωσε ο Κύριος, όπως φαίνεται από το ιερό Ευαγγέλιο (Ματθ. 11:11). Σπάνια άνθρωπος, ή μάλλον δεν υπάρχει άλλος άνθρωπος ο οποίος να συνεδύασε τόσα χαρίσματα όσα ο Τίμιος Πρόδρομος. Ασκητής και Προφήτης, Μεγαλομάρτυς, Κήρυξ της Αληθείας, Πρόδρομος του Δεσπότου Χριστού. Αλλά εκείνο το οποίο μου φαίνεται ότι κάνει αγιότερο τον Τίμιο Πρόδρομο δεν είναι τόσο η άσκησή του – υπήρχαν και άλλοι τότε ασκητές στην εποχή του, και μάλιστα ολόκληρο τάγμα Εβραίων ασκητών, οι λεγόμενοι Εσσαίοι – αλλά η μεγάλη του ταπείνωση.