«Οὐδὲν γὰρ πτωχότερον διανοίας ἐκτὸς Θεοῦ φιλοσοφούσης τὰ τοῦ Θεοῦ» (Δεν υπάρχει πιο φτωχό πράγμα της διανοίας, του να θέλει να φιλοσοφεί, να θεολογεί τα του Θεού, χωρίς τον Θεό)
Άγιος Διάδοχος Επίσκοπος Φωτικής
«Οὐδὲν γὰρ πτωχότερον διανοίας ἐκτὸς Θεοῦ φιλοσοφούσης τὰ τοῦ Θεοῦ» (Δεν υπάρχει πιο φτωχό πράγμα της διανοίας, του να θέλει να φιλοσοφεί, να θεολογεί τα του Θεού, χωρίς τον Θεό)
Άγιος Διάδοχος Επίσκοπος Φωτικής
Είναι η τεχνολογία που απομονώνει τον άνθρωπο ή μήπως τελικά στις μέρες μας ο άνθρωπος, αφού μπορεί λόγω της τεχνολογίας, έχει αυτοθέλητα, εγκαταλείψει την επιθυμία της σχέσης;
Ο άνθρωπος σήμερα κατοικεί στην οθόνη! Δεν κοιτάζει πια ευθέως κι εκ του σύνεγγυς το πρόσωπο του συνανθρώπου του αλλά το απομακρυσμένο, φιλτραρισμένο και καλλωπισμένο ψηφιακό του είδωλο. Κάθε φορά που το δάχτυλο σέρνεται πάνω στην οθόνη, επιβεβαιώνεται το γεγονός ότι έχουμε περάσει, ασυνείδητα ίσως, το κατώφλι μιας νέας ανθρωπολογικής και κοινωνικής συνθήκης. Ο σύγχρονος πολίτης βιώνει μια καινοφανή αντίφαση: Ενώ ζει σε καθεστώς υπερσύνδεσης, έχει σε μεγάλο βαθμό, ελαχιστοποιήσει τη δια ζώσης κοινωνικότητά του. Η τεχνολογία από εργαλείο μετουσιώθηκε σε περιβάλλον! Στην πραγματικότητα όμως, η ψηφιακή ‘συνύπαρξη’ μοιάζει περισσότερο με απέραντη μοναξιά μέσα στην εκκωφαντική σιωπή τής απομόνωσης παρά με κοινωνικοποίηση.
Η ανθρώπινη καρδιά, από τότε που γεννήθηκε πάνω στη γη, κουβαλά μέσα της μια μυστική νοσταλγία. Δεν γνωρίζει πάντοτε τι είναι αυτό που ποθεί, ούτε μπορεί να το περιγράφει με λόγια. Ωστόσο, σε στιγμές σιωπής και βαθιάς εσωτερικής καθαρότητας, κάτι μέσα της αναστενάζει, σαν να θυμάται έναν χαμένο Παράδεισο. Αυτός ο αναστεναγμός είναι η κλήση του Θεού. Είναι η φωνή του Χριστού που μιλά στον άνθρωπο ήδη πριν ο άνθρωπος προφέρει το πρώτο Του όνομα.
Από αυτή τη θεία νοσταλγία γεννιέται ο Πατερικός λόγος. Οι Πατέρες της Εκκλησίας, οι άγιοι που βίωσαν την παρουσία του Θεού όχι ως ιδέα αλλά ως πραγματικότητα, τόλμησαν να πουν αυτό που πολλές φορές δεν τολμά να πει η ανθρώπινη γλώσσα: ότι ο Θεός δεν είναι απρόσιτος. Δεν είναι μακριά. Δεν είναι απλώς ο Δημιουργός του κόσμου. Είναι ο Αγαπημένος της ψυχής· ο Νυμφίος που έρχεται να συναντήσει τον άνθρωπο στο μυστήριο της
Αυτή η ενασχόληση δεν είναι θεολογική πραγματεία με ακαδημαϊκή διάθεση, ούτε φιλοσοφική ανάλυση. Είναι μια πορεία· μια σταδιακή ανάβαση της ψυχής προς το φως. Είναι μια προσπάθεια να αποτυπωθεί, όσο επιτρέπει ο λόγος, η λεπτή, τρυφερή και άκρως προσωπική σχέση που γεννιέται ανάμεσα στον άνθρωπο και τον Ιησού Χριστό. Αυτή η σχέση είναι έρωτας· όχι σαρκικός, όχι συναισθηματικός, αλλά θείος, άκτιστος, καθαγιασμένος.
Ο σκοπός του έργου αυτού είναι απλός: Να οδηγήσει τον αναγνώστη σε μια βαθύτερη συνάντηση με τον Χριστό· να του θυμίσει ότι η πίστη δεν είναι καθήκον, αλλά σχέση· ότι ο Θεός δεν περιμένει από εμάς μια εξωτερική θρησκευτική συμπεριφορά, αλλά την καρδιά μας.
Κι όταν όλα σωπάσουν (οι φωνές, οι αγωνίες, οι φόβοι) μένει μια μόνη αλήθεια, απλή και άγια, ότι: Ο Χριστός είναι η ζωή μας, ο έρωτας της ψυχής μας και το φως που ποτέ δεν δύει.
Ο Χριστός είναι Εκείνος που αφυπνίζει την εσωτερική ακρόαση της ψυχής. Είναι το πλέον άξιο “αντικείμενο” του ανθρώπινου πόθου, η ομορφιά που δεν εξαντλείται, η τελειότητα που δεν γνωρίζει όρια. Μέσα Του συμπυκνώνεται η βαθύτερη λαχτάρα της ανθρώπινης ύπαρξης, η προσδοκία για το απόλυτο και το αληθινό.
Γι᾽ αυτό και η προσευχή των αγίων γίνεται επίκληση: «Κύριε, χάραξε μέσα στα μάτια της ψυχής μου την εικόνα του Υιού Σου». Είναι η κραυγή μιας καρδιάς που αναζητά όχι απλώς μια μορφή, αλλά την ίδια την παρουσία του Θεανθρώπου να φωτίζει τον νου και να διαμορφώνει το «είναι».
Όποιος αγαπά τον Χριστό ως Νυμφίο της ψυχής του, ποθεί να Τον αντικρίζει αδιάκοπα. Όπως ο άνθρωπος που αγαπά βαθιά θέλει το αγαπημένο πρόσωπο πάντοτε μπροστά του, έτσι και η ψυχή που γνώρισε τον Κύριο επιθυμεί η μορφή Του να σφραγίζει κάθε σκέψη, κάθε φαντασία, κάθε ανάσα. Διότι δεν υπάρχει ομορφότερη θέα από τη λάμψη του Προσώπου Του.
Και όταν ανοίγουν τα μάτια το ξημέρωμα, η πρώτη κίνηση της καρδιάς είναι να στραφεί προς Εκείνον και να Τον χαιρετήσει με τρυφερή νοσταλγία. Τα χείλη ψιθυρίζουν τον ύμνο που διδάσκει η Εκκλησία και επαναλαμβάνουν μαζί με τις αγγελικές δυνάμεις: «Σέ προσκυνοῦμε, Δυνατέ· ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος». Έτσι αρχίζει η μέρα του ανθρώπου που αγάπησε τον Νυμφίο:
* με μνήμη Θεού,
* με λαχτάρα συνάντησης και
* με την ταπεινή βεβαιότητα ότι κάθε αυγή είναι μια νέα πρόσκληση για κοινωνία με Εκείνον.
[…] Αναγκαίο και ωφέλιμο είναι να ομιλήσουμε περί του μαρτυρικού και οσιακού τέλους του οσίου Αθανασίου, ο οποίος αξιώθηκε να θυσιασθεί «ὑπὲρ τῆς ποίμνης αὐτοῦ». Επειδή, λοιπόν, πολλοί ήσαν εκείνοι που προσέρχονταν σ’ αυτόν «ἐκ παντὸς μέρους τῆς οἰκουμένης» για να χειραγωγηθούν «πρός ἀρετήν» και να τύχουν ψυχικής σωτηρίας, εκείνος, λόγω του πλήθους των μοναχών, αποφάσισε να κτίσει ευρυχωρότερο ναό. Ενώ λοιπόν, η ανοικοδόμηση του ναού βρισκόταν στην τελική της φάση και χρειαζόταν να γίνει η ολοκλήρωση της κατασκευής του ιερού Βήματος, ο ιερός Πατήρ ετοιμαζόταν να αρχίσει το έργο τούτο.
Ἡ ἄποψη ὅτι τὸ θέμα τῆς ἐνδυμασίας, μέσα στὰ πλαίσια τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ἀγῶνος καὶ τῆς σωτηρίας τῆς ψυχῆς, δὲν εἶναι καὶ τόσο σημαντικὸ πράγμα, εἶναι λανθασμένη.
Ἂς δοῦμε, κατ’ ἀρχήν, γιατί ὁ ἄνθρωπος χρησιμοποιεῖ τὴν ἐνδυμασία. Διαβάστε περισσότερα »
Ορισμένες νίκες, όταν αποκτώνται με κόστος τον σεβασμό προς τον εαυτό μας, μοιάζουν τελικά περισσότερο με ήττες παρά με θριάμβους
Η ιστορία μιας θαυμάστριας ανοίγει μια δύσκολη συζήτηση. Υπάρχουν άραγε όρια σε όσα είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε για να πετύχουμε αυτό που επιθυμούμε; Η είδηση ότι μια νεαρή Ελληνίδα δήλωσε πως πούλησε φωτογραφίες των ποδιών της προκειμένου να συγκεντρώσει τα χρήματα για να ταξιδέψει και να παρακολουθήσει συναυλία του αγαπημένου της καλλιτέχνη Χάρι Στάιλς στο Στάδιο Γουέμπλεϊ, προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις. Άλλοι τη θεώρησαν μια αθώα ιστορία αφοσίωσης. Ορισμένοι στάθηκαν στο γεγονός ως κάτι ακραίο, ενώ αρκετοί αναρωτήθηκαν αν τελικά «ο καθένας κάνει ό,τι θέλει». Ίσως όμως η ουσία να βρίσκεται αλλού.
Το περιστατικό, ανεξάρτητα από τις προσωπικές επιλογές της συγκεκριμένης κοπέλας, αποτελεί αφορμή να αναρωτηθούμε αν ζούμε σε μια εποχή όπου ο σκοπός τείνει να αγιάζει τα μέσα. Αν η επιθυμία μετατρέπεται σε απόλυτη προτεραιότητα, τότε κάθε εμπόδιο μοιάζει να πρέπει να ξεπεραστεί με οποιοδήποτε τίμημα. Δεν πρόκειται μόνο για μία συναυλία. Το ίδιο σκεπτικό συναντάται παντού. Στην αναζήτηση της δημοσιότητας, στην οικονομική επιτυχία, στην επαγγελματική ανέλιξη, ακόμη και στις προσωπικές σχέσεις. Σταδιακά καλλιεργείται η αντίληψη ότι δεν έχει τόση σημασία ο τρόπος με τον οποίο φτάνει κανείς στον στόχο, αρκεί να τον κατακτήσει. Κάπως έτσι, η αξιοπρέπεια μετατρέπεται από αδιαπραγμάτευτη αξία σε διαπραγματεύσιμο αγαθό.
Το ερώτημα, όμως, δεν είναι αν η συγκεκριμένη επιλογή ήταν νόμιμη ή παράνομη. Είναι βαθύτερο. Ποια είναι τα όρια που θέτει ο ίδιος ο άνθρωπος στον εαυτό του;