
«Ποτέ άλλοτε οι άνθρωποι δεν είχαν τόση ανάγκη την ιδιωτικότητα·
ποτέ άλλοτε δεν άνοιγαν τόσο πρόθυμα τα παράθυρα της προσωπικής τους ζωής»
Ζούμε σε μια εποχή, που μοιάζει να αγαπά την ιδιωτικότητα όσο ποτέ άλλοτε, και ταυτόχρονα να την εγκαταλείπει με πρωτοφανή ευκολία. Από τη μία πλευρά, οι άνθρωποι ανησυχούν για την παρακολούθηση, για τη συλλογή προσωπικών δεδομένων, για τις ψηφιακές πλατφόρμες που γνωρίζουν τις συνήθειες, τις προτιμήσεις και τις κινήσεις τους. Από την άλλη, εκατομμύρια άνθρωποι εκθέτουν καθημερινά και εθελοντικά πάμπολλες στιγμές της ζωής τους:τις σκέψεις, τα συναισθήματα, τις σχέσεις τους, ακόμη και τις πιο προσωπικές τους εμπειρίες, σε ένα άγνωστο και απροσδιόριστο κοινό.
Πρόκειται λοιπόν για ένα από τα μεγάλα παράδοξα της εποχής μας: φοβόμαστε την απώλεια της ιδιωτικότητας και, ταυτόχρονα, συμβάλλουμε οι ίδιοι στην άνευ όρων καταστρατήγησή της.
Ιδιαίτερα οι νεότερες γενιές έχουν μεγαλώσει μέσα σε έναν κόσμο,όπου η δημόσια έκθεση δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά σχεδόν μια φυσική κατάσταση. Το ερώτημα όμως είναι βαθύτερο από μια απλή κριτική των κρυμμένων συμφερόντων των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Τι είναι αυτό που ωθεί έναν νέο άνθρωπο, να δημοσιοποιεί διαρκώς την ζωή του;
Η πρώτη απάντηση αφορά την ανάγκη της αναγνώρισης. Ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον. Έχει ανάγκη να τον βλέπουν, να τον ακούν, να επιβεβαιώνουν την ύπαρξή του. Στο παρελθόν αυτή η αναγνώριση ερχόταν από την οικογένεια, την κοινότητα, τους φίλους, την ενορία, τον επαγγελματικό χώρο. Σήμερα, ένα σημαντικό μέρος αυτής της ανάγκης μεταφέρεται στις ψηφιακές πλατφόρμες. Το«μου αρέσει», το σχόλιο και ο αριθμός των ακολούθων, γίνονται μικρές ή μεγάλες μονάδες κοινωνικής επιβεβαίωσης.
Ίσως όμως η βαθύτερη αιτία να είναι η μοναξιά. Παρά την διαρκή συνδεσιμότητα, πολλοί νέοι βιώνουν μια αίσθηση απομόνωσης. Έτσι η δημοσίευση των προσωπικών στιγμών τους λειτουργεί συχνά ως ένα σιωπηλό αίτημα: «Δείτε με. Αναγνωρίστε με. Πείτε μου ότι υπάρχω, και ότι η ζωή μου έχει αξία». Η δημόσια έκθεση δηλαδή γίνεται ένας τρόπος αντιμετώπισης του φόβου της απόρριψης ή της αφάνειας.
Υπάρχει ακόμη ένα στοιχείο. Η σύγχρονη κουλτούρα τείνει να ταυτίζει την αξία του ανθρώπου με την «προβολή» του. Ό,τι δεν φαίνεται, μοιάζει να μην υπάρχει. Ό,τι δεν δημοσιεύεται, μοιάζει να μην συνέβη ποτέ. Έτσι, η εμπειρία παύει να είναι κάτι που βιώνεται, και μετατρέπεται σε κάτι που πρέπει να καταγραφεί και να παρουσιαστεί. Και τότε ο άνθρωπος γίνεται ταυτόχρονα πρωταγωνιστής και ηθοποιός, σκηνοθέτης και διαφημιστής του εαυτού του.
Τελικά όμως κάθε έκθεση έχει κάποιο, μικρό ή μεγάλο, κόστος. Οδηγεί τον άνθρωπο να παίζει κάποιο ρόλο, και να ξεχνά το ευφυολόγημα: «Να είσαι ο πραγματικός εαυτός σου. Όλοι οι άλλοι ρόλοι είναι πιασμένοι!».
Αλλά υπάρχει μια λεπτή διάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης, που ανθίζει μόνο μέσα στην σιωπή, στην ησυχία, στην αυτογνωσία. Και τότε η φιλία, η επικοινωνία, η αγάπη, η προσευχή, η βαθιά χαρά, αλλά και η θλίψη, η οδύνη, η μετάνοια, η ταπείνωση καιο εσωτερικός αγώνας αποκτούν ένα ιδιαίτερο βάθος και μια προσωπική αξία,καθώς προστατεύονται από τα αδιάκριτα βλέμματα.
Σε αυτό το σημείο η Ορθόδοξη πνευματική παράδοση προσφέρει μια ενδιαφέρουσα εναλλακτική πρόταση. Δεν αντιμετωπίζει τον άνθρωπο σαν αντικείμενο για δημόσια προβολή, αλλά σαν ένα μυστήριο για προσωπική καλλιέργεια και ανάπτυξη. Και τότε η αξία του ανθρώπου δεν εξαρτάται από το πόσοι πολλοί τον βλέπουν ή τον αποδέχονται, αλλά από την εσωτερική διαπροσωπική σχέση του με τον Θεό και τους συνανθρώπους του.
Έτσι, στην Εκκλησία προβάλλεται ιδιαίτερα η αρετή της αφάνειας. Όχι ως περιφρόνηση του κόσμου, ούτε ως κοινωνική απομόνωση, αλλά ως ελευθερία από την ανάγκη της συνεχούς επιβεβαίωσής μας από τους άλλους. Επίσης,όλες οι αρετές και οι αγαθές πράξεις (π.χ. η ελεημοσύνη, η προσευχή, η νηστεία κτλ.) πρέπει να γίνονται « ». Το «κρυπτόν»αυτό δεν οδηγεί σε ψυχική ασθένεια ή σε αγοραφοβία, αλλ’υπονοεί τον χώρο, όπου ο άνθρωπος συναντά τον αληθινό εαυτό του χωρίς κάποιο κοινό και δίχως χειροκροτήματα.
Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, δεν χρειάζεται κάθε χαρά να κοινοποιείται, ούτε κάθε σκέψη να δημοσιεύεται. Κυρίως πρέπει να υπάρχει πνευματικός πλούτος στον εσωτερικό μας κόσμο. Να υπάρχει ελευθερία στο να μπορεί κάποιος να ζει μια όμορφη στιγμή, χωρίς να αισθάνεται την ανάγκη να τηνπροβάλει αμέσως εξωτερικά.
Ίσως λοιπόν το πραγματικό ζητούμενο της εποχής μας να μην είναι απλώς και μόνο η προστασία των προσωπικών δεδομένων από τις ιδιωτικές εταιρείες ή τιςδημόσιες εξουσίες. Μάλλον χρειάζεται να ανακτήσουμε την αξία του προσωπικού χώρου, του εσωτερικού, του «μυστικού», του «αρρήτου» (ή του απορρήτου). Να θυμηθούμε ότι ο άνθρωπος δεν εξαντλείται σε όσα δείχνει στους άλλους, αλλά κρύβει μέσα του ένα εσωτερικό περιεχόμενο, αθέατο στα κοινά βλέμματα.
Έτσι, μέσα στον θόρυβο της διαρκούς δημόσιας έκθεσης, η σιωπηλή ιδιωτικότητα μπορεί να γίνει μια μορφή σωτήριας αντίστασης. Και μέσα στην αγωνία της συνεχούς προβολής, η αφάνεια μπορεί να αποδειχθεί ένας δρόμος προς την αληθινή, εσωτερική ελευθερία.



Posted in
Tags: 



