Συνηθίζουμε να αντιμετωπίζουμε τον μηδενισμό ως μία ακόμη φιλοσοφική σχολή, ως ένα πνευματικό ρεύμα ανάμεσα σε πολλά άλλα. Στην πραγματικότητα όμως ο μηδενισμός δεν είναι πρωτίστως θεωρία. Είναι κατάσταση. Είναι η πνευματική ατμόσφαιρα μέσα στην οποία αναπνέει ο σύγχρονος άνθρωπος. Είναι η βαθμιαία απώλεια του νοήματος, η αποσύνδεση της ανθρώπινης ύπαρξης από κάθε σταθερό σημείο αναφοράς που να υπερβαίνει το άτομο και τις επιθυμίες του.
Υπό αυτή την έννοια, ο μηδενισμός δεν αποτελεί αποκλειστικό γνώρισμα μιας συγκεκριμένης πολιτικής ιδεολογίας, οικονομικής θεωρίας ή φιλοσοφικής παράταξης. Αντιθέτως, λειτουργεί ως υπόγειο ρεύμα που διαπερνά αντιμαχόμενα μεταξύ τους συστήματα σκέψης και εξουσίας. Διαφορετικές ιδεολογίες μπορεί να συγκρούονται λυσσαλέα μεταξύ τους, συχνά όμως συμμερίζονται την ίδια θεμελιώδη παραδοχή: ότι ο άνθρωπος μπορεί να νοηθεί επαρκώς χωρίς αναφορά σε μια υπερβατική αλήθεια, χωρίς μεταφυσικό προορισμό, χωρίς οντολογικό βάθος.
Η ιστορία των τελευταίων αιώνων αποδεικνύει ότι πίσω από τις μεγάλες ιδεολογικές συγκρούσεις κρύβεται μια κοινή ανθρωπολογική μετατόπιση. Ο άνθρωπος παύει να γίνεται αντιληπτός ως πρόσωπο και μετατρέπεται σταδιακά σε άτομο, σε βιολογική μονάδα, σε παραγωγικό συντελεστή, σε καταναλωτή, σε ψηφιακό δεδομένο ή σε αντικείμενο τεχνικής διαχείρισης.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία του μηδενισμού: στη λήθη του προσώπου. Όχι μόνο του προσώπου του άλλου, αλλά και του δικού μας.
Ο Φρίντριχ Νίτσε υπήρξε ίσως ο πιο οξυδερκής διαγνώστης αυτής της κρίσης. Ο περίφημος «θάνατος του Θεού» δεν συνιστά θριαμβευτική διακήρυξη αθεΐας, αλλά περιγραφή μιας πολιτισμικής κατάρρευσης. Οι αξίες που επί αιώνες προσέδιδαν νόημα στην ανθρώπινη ύπαρξη χάνουν τη δεσμευτική τους ισχύ. Ο άνθρωπος εξακολουθεί να ζει μέσα σε ένα πολιτισμικό οικοδόμημα, χωρίς πλέον να πιστεύει στα θεμέλιά του. Ο μηδενισμός γεννιέται ακριβώς από αυτό το κενό.
Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ διείδε ακόμη βαθύτερα το πρόβλημα. Για εκείνον ο μηδενισμός δεν είναι απλώς η κατάρρευση των αξιών αλλά η λήθη του Είναι. Ο κόσμος παύει να βιώνεται ως μυστήριο και μετατρέπεται σε αποθήκη διαθέσιμων πόρων. Η τεχνική γίνεται το κυρίαρχο μέτρο όλων των πραγμάτων. Η φύση, οι κοινωνίες και τελικά ο ίδιος ο άνθρωπος υποβιβάζονται σε αντικείμενα χρήσης και διαχείρισης.
Από διαφορετική αφετηρία, ο Ζαν-Πολ Σαρτρ περιέγραψε μια ύπαρξη εγκαταλελειμμένη σε έναν κόσμο χωρίς αντικειμενικό νόημα. Ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να δημιουργήσει μόνος του το νόημά του, χωρίς αναφορά σε κάποια προϋπάρχουσα αλήθεια. Η αγωνία της ελευθερίας του Σαρτρ αποτελεί μία ακόμη εκδοχή της νεωτερικής μηδενιστικής εμπειρίας.
Στην ελληνική σκέψη, ο Χρήστος Γιανναράς άσκησε διεισδυτική κριτική τόσο στον δυτικό ατομοκεντρισμό όσο και στις ποικίλες εκδοχές του μηδενισμού που γεννήθηκαν από την κατάρρευση της μεταφυσικής βεβαιότητας. Η απάντησή του δεν ήταν η επιστροφή σε μια αφηρημένη ιδεολογία αλλά η ανάδειξη του προσώπου ως τρόπου υπάρξεως. Ως σχέσης, κοινωνίας και ελευθερίας. Ο Θεόδωρος Ζιάκας, από την πλευρά του, ανέλυσε τις συνέπειες αυτής της απώλειας σε συλλογικό επίπεδο: τη διάλυση των κοινοτήτων, την κατάρρευση των κοινών νοημάτων και τη σταδιακή αποσύνθεση του πολιτισμικού ιστού.
Έτσι, ο μηδενισμός δεν εκδηλώνεται πάντοτε με τη μορφή της επαναστατικής καταστροφής. Συχνότερα εμφανίζεται ως αποσύνθεση. Ως αδυναμία συγκρότησης κοινού σκοπού. Ως αδυναμία θυσίας για κάτι που υπερβαίνει το άτομο. Ως σταδιακή απονέκρωση της ανθρώπινης επιθυμίας για αλήθεια.
Βεβαίως, η καταστροφή εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικότερα πρόσωπα του μηδενισμού. Η βεβήλωση μνημείων, η καταστροφή πολιτιστικών συμβόλων, η περιφρόνηση της ιστορικής μνήμης, η συστηματική αποδόμηση κάθε παραδεδεγμένης αξίας και κάθε μορφής αυθεντίας εκφράζουν τη βαθύτερη πεποίθηση ότι τίποτε δεν διαθέτει εγγενές νόημα ή διαρκή αξία.
Παράλληλα όμως αναδύεται ένας ακόμη πιο επικίνδυνος μηδενισμός: ο μηδενισμός της αδιαφορίας. Δεν πρόκειται πλέον για τον επαναστάτη που γκρεμίζει αγάλματα, αλλά για τον άνθρωπο που δεν πιστεύει σε τίποτε, που δεν δεσμεύεται από τίποτε, που δεν αγαπά τίποτε αρκετά ώστε να θυσιαστεί γι’ αυτό. Είναι ο άνθρωπος που ζει βυθισμένος στην κατανάλωση, στην ψυχαγωγία και στην αδιάκοπη αναζήτηση εντυπώσεων, χωρίς να αναρωτιέται για τον σκοπό της ύπαρξής του.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο μπορούν να κατανοηθούν και διάφορα σύγχρονα πολιτισμικά φαινόμενα. Ενδεικτική είναι η αυξανόμενη τάση υπέρ της αποτέφρωσης των νεκρών. Το ζήτημα δεν περιορίζεται στις πρακτικές ή υγειονομικές του διαστάσεις. Αντανακλά μια βαθύτερη μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το ανθρώπινο σώμα. Εκεί όπου η ταφή συνδεόταν με τη μνήμη, την κοινότητα, τη συνέχεια των γενεών και την προσδοκία της ανάστασης, η αποτέφρωση συχνά εκφράζει την αντίληψη ότι το σώμα αποτελεί απλώς βιολογικό κατάλοιπο, στερημένο υπαρξιακής σημασίας. Δεν είναι η αιτία του μηδενισμού· αποτελεί όμως ένα χαρακτηριστικό πολιτισμικό σύμπτωμά του.
Ωστόσο, ο μηδενισμός δεν εξαντλείται στα μεγάλα ιστορικά γεγονότα, στις πολιτικές ιδεολογίες ή στις πολιτισμικές μεταβολές. Η βαθύτερη και πλέον δυσδιάκριτη μορφή του εδρεύει εντός του ίδιου του ανθρώπου.
Ο μηδενισμός γίνεται υπαρξιακή κατάσταση όταν ο άνθρωπος παύει να αναζητεί την αλήθεια και αρκείται στη διαχείριση της καθημερινότητάς του. Όταν η επιβίωση υποκαθιστά τη ζωή, η ευημερία το νόημα και η επιτυχία τον προορισμό. Όταν η ελευθερία εκλαμβάνεται ως απλή πολλαπλότητα επιλογών και όχι ως δυνατότητα αυτοπροσφοράς και κοινωνίας.
Έτσι, ο μηδενισμός μπορεί να κατοικεί εξίσου στον επαναστάτη και στον συντηρητικό, στον άθεο και στον θρησκευόμενο, στον τεχνοκράτη και στον ιδεολόγο. Μπορεί να κρύβεται πίσω από πολιτικά συνθήματα, αλλά και πίσω από θρησκευτικές βεβαιότητες. Διότι η ουσία του δεν βρίσκεται πρωτίστως σε όσα ο άνθρωπος δηλώνει ότι πιστεύει, αλλά στον τρόπο με τον οποίο υπάρχει.
Υπό αυτή την έννοια, η κρίση του σύγχρονου πολιτισμού είναι ταυτόχρονα και προσωπική κρίση. Ο μηδενισμός δεν είναι μόνο ένα πρόβλημα των άλλων. Είναι ένας διαρκής πειρασμός που αφορά τον καθένα μας. Κάθε φορά που λησμονούμε το ερώτημα του νοήματος, κάθε φορά που αντιμετωπίζουμε τον συνάνθρωπο ως αντικείμενο ή μέσο, κάθε φορά που περιορίζουμε την ύπαρξή μας στα όρια της κατανάλωσης, της ιδιοτέλειας ή της αυτάρκειας, συμμετέχουμε και εμείς, έστω ανεπαίσθητα, στη μηδενιστική συρρίκνωση του ανθρώπου.
Η εποχή μας είναι γεμάτη αντιφάσεις. Ποτέ άλλοτε ο άνθρωπος δεν διέθετε τόσες γνώσεις, τόση τεχνολογική ισχύ και τόσα μέσα επικοινωνίας. Και όμως, ποτέ άλλοτε δεν βρέθηκε τόσο συχνά αντιμέτωπος με το ερώτημα του νοήματος. Η πληροφορία αυξάνεται, αλλά η σοφία υποχωρεί. Η επικοινωνία πολλαπλασιάζεται, αλλά η κοινωνία αποδυναμώνεται. Ο άνθρωπος κατακτά τον κόσμο και ταυτόχρονα χάνει τον εαυτό του.
Ίσως λοιπόν το βαθύτερο πρόβλημα της εποχής μας να μην είναι ούτε πολιτικό ούτε οικονομικό ούτε τεχνολογικό. Ίσως να είναι πρωτίστως ανθρωπολογικό και οντολογικό. Ο σύγχρονος πολιτισμός πάσχει επειδή λησμόνησε τι είναι ο άνθρωπος.
Και όταν ο άνθρωπος λησμονεί το πρόσωπό του, αρχίζει αναπόφευκτα να μηδενίζει τα πάντα: την ιστορία, την παράδοση, τη φύση, το σώμα, την κοινότητα, ακόμη και τον ίδιο του τον εαυτό.
Απέναντι σε αυτή τη λήθη, η χριστιανική πρόταση δεν μπορεί να εξαντλείται σε ηθικές απαγορεύσεις ή σε πολιτισμικές νοσταλγίες. Οφείλει να μαρτυρεί εκ νέου μια ολοκληρωμένη πρόταση ζωής. Να υπενθυμίζει ότι ο άνθρωπος δεν είναι άτομο αλλά πρόσωπο· όχι κλειστή βιολογική μονάδα αλλά ύπαρξη προορισμένη για σχέση, κοινωνία και άνοιγμα στο επέκεινα νόημα.
Διότι το αληθινό αντίθετο του μηδενισμού δεν είναι κάποια άλλη ιδεολογία. Δεν είναι ένα ανταγωνιστικό πολιτικό πρόγραμμα. Δεν είναι μια νέα κοσμοθεωρία που διεκδικεί την ηγεμονία επί των υπολοίπων.
Είναι η αποκατάσταση του προσώπου. Είναι η επανεύρεση του νοήματος. Είναι η ανάκτηση της δυνατότητας του ανθρώπου να σχετίζεται αληθινά με τον Θεό, τον συνάνθρωπο και τον κόσμο.
Ίσως τελικά ο βαθύτερος αγώνας της εποχής μας να μην διεξάγεται ανάμεσα σε δεξιούς και αριστερούς, συντηρητικούς και προοδευτικούς, θρησκευόμενους και άθεους. Ίσως ο πραγματικός αγώνας να διεξάγεται ανάμεσα στη λήθη και τη μνήμη του ανθρώπινου προσώπου.
Και αν ο μηδενισμός των καιρών μας εξακολουθεί να ψιθυρίζει παραφρασμένο το παλαιό σύνθημα: «Μηδενιστές όλου του κόσμου, ενωθείτε!», η απάντηση οφείλει να είναι μία: «Πρόσωπα όλου του κόσμου, θυμηθείτε ποιοι είστε.»
_____________
Ο Γεώργιος Κ. Τασούδης είναι συγγραφέας και αρθρογράφος. Γεννήθηκε στην πόλη της Δράμας. Κατάγεται από τις περιοχές της Ανατολικής Θράκης (Κεσσάνη) και του Πόντου (Κοτύωρα). Ζει στο Θούριο Ορεστιάδας. Δεν γνωρίζει το πότε, το πού και το πώς θα πεθάνει, όμως, ελπίζει κι εύχεται ο θάνατος να τον βρει εν μετάνοια Χριστού. Πιστεύει ακράδαντα στη μετά θάνατον ζωή.
(Πηγή: antifono.gr)



Posted in
Tags: 



