Όταν κτιστεί γερά ο πρώτο όροφος, ο χριστιανός βιάζεται να κτίσει τον δεύτερο. Ο πρώτος όροφος δεν προσελκύει τόσο με την ομορφιά του, όπως και το σίδερο δεν προσελκύει, αλλά είναι γερός και χρήσιμος όπως το σίδερο είναι γερό και χρήσιμο για τα ψηλά κτίσματα. Περισσότερο είναι μέσα στο χώμα παρά έξω από αυτό, περισσότερο αόρατο παρά ορατό, όπως κάθε θεμέλιο. Η ταπεινοφροσύνη δεν είναι κάποια αρετή που λάμπει και γυαλίζει. Ο πρώτος όροφος είναι γεμάτος από τις σκέψεις πάνω στην προσωπική μηδαμινότητα και από την αίσθηση της μηδαμινότητας και της αδυναμίας.
Ο δεύτερος όροφος είναι από δάκρυα.
«Μακάριοι οἱ πενθοῦντες ὅτι αὐτοὶ παρακληϑήσονται»
Τα δάκρυα είναι παράξενο υλικό! Εντελώς απαλά, αλλά ασφαλή. Λάμπουν σαν οπάλιος λίθος. Και πράγματι αυτός ο δεύτερος όροφος, ο όροφος των δακρύων, φαίνεται σαν από πολύτιμο οπάλιο λίθο.
Στον αλαζόνα δεν υπάρχουν δάκρυα. Επαίρεται επειδή δεν μπορεί να κλάψει και ποτέ δεν έκλαψε. Δε γνωρίζει ότι αυτό είναι αδυναμία και όχι δύναμη. Από τα μάτια του εμφανίζεται ξηρό πυρ, που εξαπλώνει την ξηρότητα στις ανθρώπινες καρδιές. Η αλαζονεία μεγαλώνει σε ρηχή γη πάνω στην πέτρα. Όμως στο βάθος εμφανίζεται η υγρασία. Η συντριβή ενώπιον του Θεού μοιάζει με βαθύ όργωμα στο οποίο εμφανίζεται υγρασία. Ο συντετριμμένος και ταπεινός τω πνεύματι κλαίει. Η ψυχή του είναι γεμάτη δάκρυα και το μαρτυρούν τα μάτια του. Κάποιος από τους Ορθόδοξους διδασκάλους μιλούσε για δύο βαπτίσματα: ένα στο νερό κι ένα στα δάκρυα. Άλλος πάλι είπε: κλάψε μέρα και νύκτα και μη γνωρίσεις κορεσμό στο κλάμα!
Μπορεί κι εσύ να σκεφτείς: τα δάκρυα είναι σημάδι αδυναμίας! Μη σκέπτεσαι έτσι. Οι χριστιανοί που περισσότερο έκλαψαν, με ύμνους βάδισαν προς τον τόπο του μαρτυρίου.
«Τα δάκρυα είναι το έλαιο των οφθαλμών», έλεγε ο Μέγας Αντώνιος. Οι πλέον αμαρτωλές: Μαρία η Αιγυπτία, η Ταϊσία και η Πελαγία έπλυναν τις ψυχές τους με δάκρυα και αγίασαν. Έτσι και χιλιάδες άλλοι.
Το ίδιο μπορείς κι εσύ, χριστιανέ. Για πολλά γέλια στη ζωή σίγουρα θα μετανιώσεις, αλλά ούτε για ένα χυμένο δάκρυ. Οὐαὶ ὑμῖν οἱ γελῶντες νῦν, ὅτι πενθήσετε καὶ κλαύσετε – ο άγιος λόγος μαρτυρήθηκε από τα ιερότερα χείλη (Λουκ. στ΄, 25). Ποτέ δε φύτρωσε το κακό από τους σπόρους των δακρύων, αλλά από τους σπόρους του γέλιου φύτρωσαν πράγματι πολλά κακά. Όμως ούτε όλα τα δάκρυα είναι Ευαγγελικά δάκρυα. Τα δάκρυα που είναι αναγκαία για το κτίσιμο της πυραμίδας του Παραδείσου, δεν είναι αυτά της υπερβολικής οργής, ούτε εκείνα της θλίψης για τους χαμένους ή μη κερδισμένους θησαυρούς.
Τα Ευαγγελικά δάκρυα είναι εκείνα που απορρέουν από την συντετριμμένη και μετανοημένη καρδιά. Ευαγγελικά δάκρυα είναι δάκρυα για τον χαμένο Παράδεισο. Ευαγγελικά δάκρυα είναι εκείνα που ανακατώνονται με τα δάκρυα των παιδιών και των πασχόντων. Ευαγγελικά δάκρυα είναι κι εκείνα που πλένουν τις προσβολές που προκαλέσαμε στην ουράνια Αγάπη.
Όπως η δροσιά προκαλείται από τη συνάντηση του ψυχρού και του θερμού αέρα, έτσι και τα δάκρυα φυσικά και εύκολα ρέουν από τον άνθρωπο που συνάντησε τη θερμή αγάπη του ουράνιου Πατέρα, Τα δάκρυά μου είναι ψωμί για μένα μέρα-νύχτα, εξομολογείται ο μετανοημένος βασιλιάς, όταν η κρύα του καρδιά συναντήθηκε με τη ζεστασιά του πνευματικού Ήλιου (Ψαλμ. 42, 4).
Αυτοί που ποτέ δεν κλαίνε, ποτέ δεν αισθάνονται παρηγοριά. Μόνο το παιδί που κλαίει με αναφιλητά γνωρίζει παρηγοριά, όταν η μητέρα το χαϊδεύει.
Δεν ονομάστηκε μάταια αυτός ο κόσμος κοιλάδα των δακρύων. Και ο ίδιος ο Θεός όταν εμφανίστηκε στον κόσμο τον έλουζε με δάκρυα.
Άνθρωπε, μπροστά σου υπάρχει μόνο μια επιλογή ανάμεσα στα δάκρυα και τα δάκρυα, και ποτέ ανάμεσα στα δάκρυα και τα μη δάκρυα. Ή θα κλαις απαρηγόρητος και χωρίς ελπίδα μπροστά στην τυφλή και κωφή νιρβάνα ή μπροστά στον ζώντα Παρηγορητή. Αν κλάψεις μπροστά στον ζώντα Παρηγορητή, θα λάβεις παρηγοριά. Ο Ίδιος ο Θεός θα σου παρουσιαστεί ως παρηγοριά σου και στην ησυχία της παρηγορημένης σου ψυχής ο Ίδιος θα συνεχίσει το κτίσιμο της πυραμίδας σου.
Ἔστω δὲ καὶ τοῦτο ἡμῖν τὸ νόημα
πρὸς τὴν προκειμένην τοῦ μακαρισμοῦ θεωρίαν
εἰς τὸν κατ᾿ ἀρετὴν βίον οὐκ ἄχρηστον,
διὰ τὸ πλεονάζειν πως ἐν τῇ φύσει τῶν ἀνθρώπων
τὴν ἁμαρτίαν˙ ταύτης δὲ φάρμακον
τὸ ἐκ μετανοίας πένθος ἀποδέδεικται.
(Γρηγορίου Νύσσης, Εις τους Μακαρισμούς, Λόγος γ΄, PG 44, 1221)
(Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, “Οι κληρονόμοι του Ουρανού”, εκδ. “Παρρησία”, Αθήνα, 2016)
(Πηγή ψηφ. κειμένου: agiosthomas.gr)



Posted in
Tags: 



