ΝΕΑ ΕΚΔΟΣΗ από τίς Ἐκδόσεις «ΤΗΝΟΣ [1], Σειρά “ΑΝΘΗ ΕΥΣΕΒΕΙΑΣ”, Ἐπιμελείᾳ τῶν πατέρων τῆς Ἱ. Μ. Χρυσοποδαριτίσσης – Νεζερῶν [2].
Διαβάστε τον Πρόλογο του βιβλίου υπό του Αρχιμανδρίτου Νικοδήμου Μπαρούση, Ηγουμένου της Ιεράς Μονής Χρυσοποδαριτίσσης Νεζερών, τα Περιεχόμενα και άλλα για τα βιβλίο, πατώντας ΕΔΩ [4]
Μικρὸν σχόλιον:
Θὰ ἀδικοῦσε κατὰ πολὺ τὴν ἀξία τοῦ ἁγιολογικοῦ αὐτοῦ κειμένου τὸ νὰ ἐξαντλήσουμε τὴν σπουδαιότητά του σὲ μίαν «ἀντιλατινικὴν» ἐκδοχή του. Καὶ τοῦτο διότι, ὅπως κάθε ἐκδήλωσις εὐσεβείας, ἔτσι καὶ ἡ ὁμολογιακὴ ὑπεράσπισις τῆς πίστεως, ἐὰν στερῆται τῶν ἀπαιτουμένων πνευματικῶν προϋποθέσεων, καθίσταται εὐάλωτη στὰ πάθη τοῦ ἀνθρώπου. Παρασυρόμενος δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ ἕναν ὑπερβάλλοντα – πλὴν «οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν» – ζῆλον, ποὺ ἐνεργεῖται ἀπὸ τὰ λανθάνοντα καὶ ἀθεράπευτα πάθη τῆς ψυχῆς του, ὑπηρετεῖ ἀνεπιγνώστως τὴν φιλαυτία του, τὴν βαθύτερη ἰδέα καὶ ἐκτίμησι ποὺ ἔχει γιὰ τὸν ἑαυτόν του, καὶ τοῦτο «δοκῶν λατρείαν προσφέρειν τῷ Θεῷ».
Ἔτσι, μείζονα πνευματικὴ βαρύτητα ἐνέχει τὸ τμῆμα τοῦ Βίου, ποὺ ἀφορᾶ στὴν πνευματικὴ καὶ ἀσκητικὴ στοιχείωσι τοῦ ἁγίου Μελετίου, ἀφοῦ αὐτὴ ἐφείλκυσε τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ καὶ διεμόρφωσε ἐντός του τὶς προϋποθέσεις ἐκεῖνες, ποὺ κατέστησαν τὸν ὁμολογιακὸν ἀγῶνα μίαν ὄντως θεάρεστη, ἂν καὶ περιστασιακή, ἔκφρασι τοῦ κατὰ Θεὸν ζήλου του.
Ὑπάρχει ὅμως καὶ μία ἄλλη διάστασις τοῦ Βίου, ποὺ νομίζουμε ὅτι ἀξίζει νὰ ἐπισημανθῇ. Ἐὰν προβάλῃ κανεὶς τὴν συγκεκριμένην ἁγιολογικὴ διήγησι στὸ εὐρύτερο ἰστορικο-πολιτικὸ καὶ ἐκκλησιαστικὸ πλαίσιο τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, θὰ διαπιστώσῃ μὲ ἔκπληξι τὴν ἀπουσία κάθε ἐνδιαφέροντος γιὰ τὰ συγκλονιστικὰ γεγονότα, ἐκεῖνα ποὺ ἀπειλοῦσαν τὴν ἰδίαν τὴν ὑπόστασι τῆς αὐτοκρατορίας – δικαιολογῶντας κατ’ ἄνθρωπον τὴν ἐπιδίωξι κάποιων διπλωματικῶν στόχων – καὶ προεμήνυαν συνταρακτικὲς κοσμικὲς ἀλλαγές.
Τὸ στοιχεῖον αὐτὸ τοῦ Βίου θεωροῦμε ὅτι ἔχει ἕναν βαθύτερο συμβολισμό. Δίχως νὰ ὑποδηλώνῃ βεβαίως μία πραγματικὴ ἀδιαφορία ἢ ἀναλγησία γιὰ τοὺς φοβεροὺς κινδύνους, ποὺ ἀνεδύοντο, φανερώνει μία βαθύτερη «ἐσχατολογικὴ» συνείδησι, ποὺ εἶχε ἀρχίσει νὰ διαμορφώνεται στοὺς πνευματικοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς.
Διέβλεπαν δηλαδὴ ὅτι ἡ «χριστιανικὴ» αὐτοκρατορία, μετὰ τῆς ὁποίας ἡ Ἐκκλησία συνεπορεύθη θεσμικῶς ἐπὶ μία σχεδὸν χιλιετία -χωρὶς δυστυχῶς νὰ ἀποφύγῃ τὸν πειρασμὸ τῆς ἐκκοσμικεύσεως καὶτοῦ συμβιβασμοῦ της μὲ «τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου» – ἀπεδεικνύετο ἕνα θνησιγενὲς μέγεθος.
Ἀντελαμβάνοντο λοιπὸν ὅτι μετ’ ὀλίγον ἡ Ἐκκλησία, ὡσὰν ἄλλη «γυνὴ» τῆς Ἀποκαλύψεως, θὰ ἐκαλεῖτο «ὠδίνουσα καὶ βασανιζομένη» νὰ ἀναλάβῃ «πτέρυγας», γιὰ νὰ ἐξέλθῃ «τῆς παρεμβολῆς» τοῦ κόσμου τούτου καὶ νὰ πετάξῃ «εἰς τὴν ἔρημον» τῆς τελείας κατὰ Θεὸν βιοτῆς – ἐκεῖ «ὅπου ἔχει τόπον ἡτοιμασμένον ἀπὸ τοῦ Θεοῦ».
π. Ἀ. Λ.
