Στην εξαιρετική ταινία του 1995 που υπογράφει ο Μπράιαν Σίνγκερ, Συνήθεις Ύποπτοι, ο εκ των πρωταγωνιστών Κέβιν Σπέισι λέει κάποια στιγμή πως «Το καλύτερο κόλπο που έκανε ποτέ ο Διάβολος είναι να πείσει τον κόσμο πως δεν υπάρχει». Δεν ξέρω πόσοι μπορεί να βρίσκουν επιτυχημένο τον ανωτέρω αφορισμό, προσωπικά όμως πιστεύω πως μπορεί να έχει χρήση και σε ένα σωρό άλλα πεδία, πλην του εκπεσόντος αγγέλου Εωσφόρου. Για παράδειγμα, τα ταμπού.
Στα χρόνια της μετανεωτερικότητας με τη γενικότερη πολιτική, κοινωνική, ηθική, πολιτιστική αλλά και οικονομική ακόμη, απελευθέρωση που επήλθε στον Δυτικό Κόσμο, έχουμε μάλλον πειστεί πως έχουμε απεμπολήσει, σε μεγάλο βαθμό τουλάχιστον, τα διάφορα ταμπού που άλλοτε καταδυνάστευαν την προσωπική και κοινωνική ελευθερία των ανθρώπων. Και υποστηρίζω πως «έχουμε πειστεί», σε συνάρτηση με τον αφορισμό του Σπέισι, ακριβώς γιατί θεωρώ πως, στην πράξη, πρόκειται για μια αυταπάτη. Αν υπάρχει ταμπού που έχουμε πλέον γκρεμίσει, αυτό οπωσδήποτε είναι ό,τι σχετίζεται με το σεξ και, ακριβώς επειδή σεξ και ηθική πήγαιναν πάντα χεράκι χεράκι, ήταν εύκολο τελικά να πειστούμε πως, αφού αυτό το τελευταίο οχυρό έχει καταπέσει, άρα, τίποτα δεν μένει να προβάλλει αντίσταση.
Η σκέψη μου πηγαίνει στο έργο ενός πολύ μεγάλου και σπουδαίου ιστορικού του Φιλίπ Αριές και πιο συγκεκριμένα στη μελέτη του που έχει εκδοθεί και στα ελληνικά με τίτλο Δοκίμια για το θάνατο στη Δύση. Από το Μεσαίωνα ως τις μέρες μας, (Γλάρος, Αθήνα, 1988). Στο οπισθόφυλλο εκείνου του –εξαντλημένου σήμερα– βιβλίου διαβάζουμε πως «ο Φιλίπ Αριές μας δίνει την ουσία των ανακαλύψεών του, περιγράφοντας το βαθμιαίο πέρασμα από τον “εξημερωμένο θάνατοˮ στον Μεσαίωνα, στον «απαγορευμένο θάνατο» της εποχής μας». Ο θάνατος θα έλεγε κανείς πως ήλθε ως ταμπού να αντικαταστήσει το σεξ. Ένα παράδειγμα; Είναι πιο εύκολο να επιτρέψουμε σε έναν δεκάχρονο να παρακολουθήσει μια ερωτική σκηνή στην τηλεόραση από το να παραβρεθεί στην κηδεία ενός ηλικιωμένου θείου. Όχι;
Και μετά από αυτήν την κάπως εκτενή εισαγωγή σχετικά με τα ταμπού, ερχόμαστε σε ένα ταμπού που φαίνεται να έχει εξαπλωθεί πλήρως στην ελληνική κοινωνία: το ταμπού της αποτυχίας.
Με την ανακοίνωση των βάσεων των ανωτάτων σχολών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση της χώρας μας, πέρα από το καμάρι που διατράνωσαν οι γονείς για τα βλαστάρια τους στα social media και, κυρίως στο Facebook, συχνά μάλιστα εν αγνοία των βλασταριών, διαβάσαμε και είδαμε ένα σωρό και πλήθος από μικρά ή μεγάλα κείμενα, φροντισμένα ή λιγότερο, που ουσιαστικά επεδίωκαν όλα το ίδιο πράγμα: τον εκμηδενισμό, την εξαφάνιση ακόμη και μιας υποψίας αποτυχίας.
Ασφαλώς και η τάση του ανθρώπου να διασκεδάσει τις εντυπώσεις της αποτυχίας είναι έμφυτη και, ως εκ τούτου, κατανοητή. Κανείς δεν θέλει να γευτεί την πικρή αίσθηση της ήττας, σε κανέναν δεν αρέσει να αποτυγχάνει. Γνωστός άλλωστε και ο μύθος της αλεπούς, που όσα δεν φτάνει, τα κάνει κρεμαστάρια. Ωστόσο πλέον δεν μιλάμε απλώς για μια συμπεριφορά, για μια εκδήλωση ή έκφραση μιας έμφυτης τάσης, αλλά για μια γενικευμένη οπτική. Και είναι σημαντικός και ο τρόπος που, με το προαναφερθέν παράδειγμα των πανελλαδικών, αποτυπώνεται στον δημόσιο λόγο αυτή η άρνηση της αποτυχίαςˑ δεν πρόκειται πια για την τάση υποβάθμισής της, για την –ορθή, χωρίς αμφιβολία– άποψη ότι μια αποτυχία στις εξετάσεις δε σημαίνει –πώς θα μπορούσε άλλωστε;– το τέλος της ζωής ή της καριέρας ενός νέου ανθρώπου. Πλέον προκειμένου να εξοβελιστεί ακόμη και η υποψία της αποτυχίας, κινούμαστε σε δύο επίπεδα. Στο μεν πρώτο, χρυσώνουμε το χάπι: δεν έχει σημασία που ο υποψήφιος ήθελε να επιτύχει στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και δεν τα κατάφερε. Είναι επιτυχών του τμήματος ΤΕΙ Δασοπονίας και Διαχείρισης Φυσικού Περιβάλλοντος στο Καρπενήσι. Άρα, όλα καλά. Στο δεύτερο επίπεδο, όταν η αποτυχία δεν μπορεί να καλυφθεί όπως παραπάνω, ακολουθείται η απαξίωση των σπουδών γενικότερα. Και σιγά το Πανεπιστήμιο, δεν κάνουν τα χαρτιά και τα πτυχία τον άνθρωπο (σημ. θα προσυπέγραψα κι εγώ αυτήν την άποψη, αν δεν είχα παρατηρήσει τελικά πως, σχεδόν κατά κανόνα, όσοι υποστηρίζουν κάτι τέτοιο, όλως τυχαίως, δεν διαθέτουν «χαρτιά» και «πτυχία», γεγονός που, όσο να’ ναι, μειώνει το κύρος της άποψης αυτής), οι επιτυχόντες δεν ήταν παρά τυχεροί, το σύστημα είναι σάπιο, και στην τελική ανάλυση, όλοι άνεργοι θα είναι στο μέλλον, με χαρτί ή χωρίς. Από την αλεπού με τα κρεμαστάρια, μεταβαίνουμε στην κολοβή αλεπού, που όλες κολοβές τις θέλει.
Κάποιοι θα υποστηρίξουν πως αυτό γίνεται από αγάπη και ενδιαφέρον για τα παιδιά, από μια υπερπροστατευτική διάθεση. Ομολογώ πως δεν είμαι σίγουρος. Αντίθετα, η θέαση της αποτυχίας ως ταμπού είναι, νομίζω, πιο πειστική εξήγηση. Ας το δούμε με ένα άλλο παράδειγμα.
Είναι πολύ συχνά τις τελευταίες δεκαετίες τα διαζύγια. Ο τρόπος ζωής των τελευταίων ετών, η πρόσφατη οικονομική κρίση, ακόμη ακόμη και το διαδίκτυο, κάνουν τη συμβίωση ενός ζευγαριού πραγματικά δύσκολη υπόθεση, πολύ περισσότερο από άλλες εποχές. Δεν είναι της παρούσης να αναλύσουμε τα αίτια αύξησης των διαζυγίων ούτε να δούμε αν το φαινόμενο αυτό είναι γενικά καλό ή κακό (σηκώνει μεγάλη συζήτηση, καθώς κάθε περίπτωση πάντα είναι ξεχωριστή). Πώς αντιλαμβάνονται όμως εκείνοι που φθάνουν στο διαζύγιο τη λύση του γάμου τους; Σίγουρα είναι λυτρωτική σε πολλές περιπτώσεις η εκ νέου απόδοση της «ελευθερίας», ουδείς θα μπορούσε να το αρνηθεί. Γι’ αυτό και άλλωστε μια προσέγγιση κατά –ή υπέρ– των διαζυγίων, θα ήταν αφελής και απλουστευτική. Θα ήταν σαν κάποιος να έλεγε πως τάσσεται απροϋπόθετα υπέρ της χορήγησης αντιβίωσης ακόμη και για ένα απλό συνάχι ή κατά αυτής ακόμη και σε περιπτώσεις βαριάς ίωσης. Το ζήτημα είναι άλλο: δεν είναι σαφές πως το διαζύγιο δηλώνει την αποτυχία τελικά δύο ανθρώπων να πορευτούν μέχρι τέλους μαζί σε κοινή ζωή; Ναι, προφανώς και τα πράγματα δεν έρχονται όπως τα περιμένουμε, κατανοητό, λογικό, φυσικό και επόμενο είναι αυτό. Αλλά την ώρα που η νύφη πορεύεται προς την αγκαλιά του γαμπρού ή ο γαμπρός αναμένει τη νύφη με την ανθοδέσμη στο χέρι, σκέφτονται πως όλο αυτό θα έχει ημερομηνία λήξης ή, πολύ περισσότερο, επιθυμούν να έχει ημερομηνία λήξης; Δεν ονειρεύονται να κρατήσει «για πάντα», όσο ανέφικτο κι αν φαίνεται ή είναι κάτι τέτοιο; Και τελικά, αν ο σκοπός είναι αυτός, η μη επίτευξή του δεν αποτελεί αποτυχία; Και γιατί τελικά είναι κακό να βιωθεί ως τέτοια, ακόμη κι αν συνοδεύεται με αισθήματα χαράς ή ανακούφισης;
Είναι πιθανό κάποιοι να δουν πίσω από αυτές μου τις θέσεις μισανθρωπία, συντηρητισμό ή ακόμη και κάποιου είδους συναισθηματική σκλήρυνση. Περιττό να πω πως τίποτα εξ αυτών δεν ισχύει. Απλώς με προβληματίζει το γεγονός ότι ο σύγχρονος άνθρωπος, όπως έχει μετατρέψει σε ταμπού τον θάνατο, την ασθένεια, το γήρας –ίσως το μεγαλύτερο ταμπού της εποχής μας που λατρεύει την με κάθε θυσία αιώνια νεότητα, με τρόπο που δεν έχει ίχνος από το είδος της επιθυμίας που εξέφραζε ο Φάουστ–, αντιμετωπίζει έτσι και την αποτυχία στη ζωή, στο πανεπιστήμιο, στην εργασία, στον έρωτα, στη φιλία, στα χρήματα.
Κι όμως, αν πάψουμε να φοβόμαστε την αποτυχία, αν όποτε τυχαίνει να ανταμωθούμε μαζί της την αναγνωρίσουμε, τη χαιρετίσουμε και, τελικά, την αποδεχτούμε, ίσως τότε να πάρουν άλλη λάμψη αλλά και άλλο βάθος οι επιτυχίες, οι οποίες, το ίδιο αναπόφευκτα, θα έρθουν να μας βρουν. Η διαφορά άλλωστε είναι πως η αποτυχία μπορεί να είναι προϊόν σκληρής δουλειάς και προσπάθειας, την ώρα που η επιτυχία έρχεται περισσότερο ως αποτέλεσμα καλής τύχης, που είναι απαραίτητη μαζί με τον κόπο και τον ιδρώτα που καταβάλλει κανείς. Με δυο λόγια, κάθε επιτυχία μπορεί να είναι τυχαία αλλά ποτέ μια αποτυχία.
(Πηγή: περιοδικὸ “Φρέαρ [1]“, τ. 4, Φθινόπωρο 2021, κεφ. “Αβυθομέτρητοι καιροί”)