ΟΜΙΛΙΑ ΠΕΜΠΤΗ
1. Ήρθε γεμάτη φαιδρότητα η πανήγυρη της ημέρας αυτής και στέλνει λαμπρή τη χαρά στα πέρατα. Δίνει χαρά που διαλύει την παλαιά λύπη. Δίνει χαρά που εξορίζει την κατάρα του κόσμου, που εγκαινιάζει την έγερση εκείνου που έπεσε παλαιά και υπογράφει τη σωτηρία όλων μας. Άγγελος συνομιλεί με την Παρθένο και καταργείται το ψιθύρισμα του φιδιού, αποπέμπεται η επίθεση της επιβουλής. Άγγελος συνομιλεί με την Παρθένο και η εξαπάτηση της Εύας χάνει τη δύναμή της και η καταδικασμένη φύση απαλλάσσεται από την τιμωρία της, παρουσιαζόμενη όπως ήταν πριν τιμωρηθεί, καταπλουτώντας με την κληρονομία του παραδείσου. Εκείνος συνομιλεί με την Παρθένο και ο Αδάμ παίρνει τον αρραβώνα της ελευθερίας, ενώ το αρχέκακο φίδι χάνει την τυραννία κατά του γένους μας, απομακρύνεται από την εξουσία, και μαθαίνει τώρα ότι μάταια εξοπλίσθηκε κατά του πλάσματος του Θεού. Γιατί εξασθενούν τα εναντίον μας μηχανορραφήματά του, επειδή ασώματη φύση φέρνει με το άγγελμά της το ανίκητο τρόπαιο κατά της αμαρτίας. Γιατί ο σταυρός του Χριστού και το εκούσιο πάθος του είναι νίκη και κατάποση του θανάτου και της αμαρτίας και μαζί και πάθος μέσω της σάρκωσης. Τη χαρμόσυνη αγγελία της σάρκωσης φέρνει σήμερα ο άγγελος, με τα οποία σήμερα γεμίζομε από αγαλλίαση και εξαιτίας αυτής εορτάζομε την πανήγυρη.
Αποστέλλεται άγγελος στην Παρθένο και ανακαινίζεται η φύση των ανθρώπων. Γιατί πίνοντας την αγγελία σαν φάρμακο, αποβάλλει όλο το δηλητήριο του φιδιού και καθαρίζεται από τις φολίδες της νόσου. Αποστέλλεται άγγελος στην Παρθένο και το χειρόγραφο της αμαρτίας σχίζεται, και το επιτίμιο της παρακοής διαλύεται, και δίνεται η εγγύηση για την ανάκληση όλων. Έφτασαν σήμερα τα ευαγγέλια της χαράς γιατί ο αρχάγγελος συνομιλεί με την παρθένο κόρη, επειδή ο αρχιστράτηγος των αόρατων δυνάμεων συνομιλεί με τη Μαρία που μνηστεύθηκε βέβαια τον Ιωσήφ, αλλ’ είχε προορισθεί και φυλαγόταν για τον Ιησού. Τι όμως λέγει και τι άγγελμα κομίζει; Ποια είναι αυτά που κομίζει; Ω λόγος άφραστος φρικτού μυστηρίου και ακατανόητη έκφραση παράδοξου λόγου. Προχωρώ να πω τι λέγει και τι κομίζει, και από την αγωνία σταματώ. Σταματώ μόλις αρχίζω να μετρώ το πέλαγος της δεσποτικής φιλανθρωπίας˙ σταματώ καθώς μου ζητείται να ανιχνεύσω τον βυθό της θεϊκής οικονομίας. Και ο νους βέβαια κυριεύεται από ίλιγγο να το επιχειρήσει, ενώ ο λόγος υποχωρεί, η γλώσσα αρνείται να μιλήσει. Και από προθυμία βέβαια ο λόγος πάλι, σα να φιλονικεί, θέλει να το τολμήσει, αλλά η απορία εξοπλίζοντας εναντίον του τη σιωπή, την κάνει να κερδίσει τα νικητήρια.
- Αλλά, ω εσύ ο σοφώτατος των ευαγγελιστών, αρχίζοντας μαζί μου το λόγο με τη βοήθειά σου απόρριψε την αγωνία, και αφαιρώντας τη δειλία μου με τη συνεργασία σου γίνε εγγυητής του θάρρους μου, λέγοντας, «Ότι τον έκτο μήνα απέστειλε ο Θεός τον αρχάγγελο Γαβριήλ στην πόλη της Γαλιλαίας που λέγεται Ναζαρέτ, στην Παρθένο που ήταν μνηστευμένη μ’ έναν άνδρα λεγόμενο Ιωσήφ, από τον οίκο και την πατριά του Δαβίδ, και το όνομα της Παρθένου ήταν Μαριάμ. Και αφού μπήκε ο άγγελος στο σπίτι της της είπε˙ Χαίρε, κεχαριτωμένη, ο Κύριος είναι μαζί σου».1 Βλέπεις τι ήταν αυτά που μετέφερε και έλεγε; Βλέπεις την αιτία της συνομιλίας; «Χαίρε», λέγει, «κεχαριτωμένη, ο Κύριος είναι μαζί σου». Ω μυστήριο παράδοξο, που διαφεύγει κάθε νου και κάθε κατανόηση˙ μυστήριο που απαιτεί πίστη και όχι λεπτολογία˙ θαυμασμό και όχι έρευνα˙ μυστήριο που πιστεύεται και δεν πολυεξετάζεται˙ που υμνολογείται, αλλά δεν εξιχνιάζεται˙ που τιμάται, αλλά δεν ζυγοσταθμίζεται˙ που ποθείται, αλλά δεν κατανοείται. Αποστέλλεται άγγελος προς την Παρθένο, δίνοντας αρραβώνα της δεσποτικής παρουσίας, υποσχόμενος την επιδημία του Θεού στους ανθρώπους, ευαγγελιζόμενος την ανάπλαση της φύσης μας. Αποστέλλεται άγγελος στην Παρθένο μηνύοντας την κάθοδο του Κυρίου, και ο Κύριος έρχεται με την αγγελία. Ο άγγελος κομίζει τα ευαγγέλια και ο Κύριος έρχεται ακολουθώντας τα λόγια. Εκείνος προσφωνεί στην Παρθένο το «Χαίρε, κεχαριτωμένη», και ο Δεσπότης ολοκληρώνει με πράξη τη χαρά. Αυτός απευθύνει στην Παρθένο την προσφώνηση «Χαίρε, Κεχαριτωμένη», και ο κόσμος όλος με την προσφώνηση αυτή τρυγά τους καρπούς της χαράς. Αυτός προσφωνεί τον χαιρετισμό στην άσπιλη κόρη, και η Παρθένος ταράζεται βέβαια με τον παράδοξο χαιρετισμό, ολόκληρη όμως η κτίση σκιρτά από χαρά για τον σωτήριο ευαγγελισμό.
- Κυριεύεται από ταραχή η σεμνή Παρθένος, όμως δεν αποκρούει τον χαιρετισμό˙ ταράζεται με τους λόγους, δεν αποστρέφεται όμως την ευεργεσία. Γιατί λέγει˙ «όταν τον είδε, ταράχθηκε με το λόγο του και συλλογιζόταν τι σήμαινε αυτός ο χαιρετισμός».2 Ταράχθηκε, δεν αρνήθηκε˙ ταράχθηκε, αλλά σκεφτόταν. Σκεφτόταν, αναζητώντας βέβαια το σκοπό του χαιρετισμού, βλέποντας όμως το λόγο να διαφεύει τη σκέψη της˙ «Τι σήμαινε αυτός ο χαιρετισμός». Γιατί βλέπω, λέγει, ότι δεν περιέχεται στα όρια της συνήθειας, ξεπέρασε τους κανόνες της φύσης, δεν περιορίζεται στα ανθρώπινα έργα. «Τι σημαίνει αυτός ο χαιρετισμός». Βλέπω τον κομιστή του μηνύματος να στέκεται με ευλάβεια και πιστεύω ότι το μήνυμα θα γίνει δεκτό με χαρά, αλλ’ όμως μου προβάλλει λόγους γάμου και μεταβάλλει τη χαρά σε φόβο και με το μήνυμα προκαλεί ταραχή στην ψυχή. Βλέπω το πρόσωπο να συστέλλεται από ντροπή, αλλά μου υπόσχεται παρουσία συζύγου. Το βλέπω να μιλά συνετά, αλλά αναφέρει λόγους συλλήψεως, και ο πόθος της παρθενίας με αναγκάζει να υποψιασθώ το λόγο ως παγίδα˙ «Τι σημαίνει αυτός ο χαιρετισμός». Γι’ αυτό, λέγει, κυριεύομαι από ταραχή, επειδή βλέπω το πράγμα να ζυγίζεται με ακριβοδίκαια γνώμη. Η στάση του κομιστή του μηνύματος και η όλη κατάστασή του και η κοσμιότητα του παραστήματός του διδάσκει ότι το μήνυμα ήρθε από τον Θεό˙ τα λόγια που υποσημαίνουν την παρουσία μνηστήρα πείθουν ότι αρνείται τη συγκατάθεση. Γιατί λέγει ο ευαγγελιστής, «Όταν τον είδε ταράχθηκε». Τι είδε και για ποιο λόγο ταράχθηκε; Όταν είδε τον άγγελο να κοιτάζει με αγνό βλέμμα, να φέρνει όμως μηνύματα για μνηστήρα, να προσέχει με καθαρό βλέμμα, αλλά να μιλά για τη διδασκαλία γάμου. Όταν άκουσε αυτά τα νυφικά λόγια και βλέποντας ότι η ομιλία ήταν αμέτοχη παθών, με τις αντιδράσεις των λογισμών της ταρασσόταν η αγία Παρθένος, και κυριευμένη από φρόνιμο φόβο, ένοιωθε έκπληξη για τον παράδοξο χαιρετισμό.
- Αλλά τι λέγει σ’ αυτήν ο άγγελος; Την άφησε άραγε να ταράσσεται από τις αντίθετες σκέψεις; Την άφησε άραγε να κλυδωνίζεται από τα κύματα των αποριών; Και πώς δεν θα αποδεικνυόταν ανάξιος υπηρέτης της προσταγής; Και πώς δεν θα τιμωρούνταν δίκαια αν άφηνε την Παρθένο ταραγμένη; Αλλά τι της λέγει; «Μη φοβάσαι, Μαριάμ»˙3 Δεν ήρθα να σε εξαπατήσω, αλλά να αναγγείλω την αναίρεση της απάτης˙ δεν ήρθα για να σε παραπλανήσω, αλλά να διαβεβαιώσω τη λύτρωση από την πλάνη˙ δεν ήρθα για να συλήσω την ασύλητη παρθενία σου, αλλά να φέρω το χαρμόσυνο μήνυμα της ενοίκησης μέσα σου του πλάστη της παρθενίας και φύλακά της. «Μη φοβάσαι, Μαριάμ»˙ δεν είμαι υπηρέτης της πονηρίας του φιδιού, αλλά απεσταλμένος εκείνου που καταργεί το φίδι. Εκείνο με το λόγο έβαλε το δηλητήριό του στην ανθρώπινη φύση και αναμιγνύοντας το δηλητήριο με το θάνατο, εξάπλωσε τη νόσο σε όλους. Εγώ με διαταγή του Κυρίου έρχομαι και εγκεντρίζω στα πέρατα την ατελεύτητη ζωή, με την οποία έχει αφαιρεθεί το αρρώστημα και προβάλλει με παρρησία η μακαριότητα μέσα στον παράδεισο. Εκείνο με το ξεγέλασμα της θεώσεως έκανε τον Αδάμ να κυλίσει στην παρακοή και αντάλλαξε τη δίχως ταλαιπωρία ζωή με τον γεμάτο από μόχθο βίο, εγώ σου φέρνω το χαρμόσυνο μήνυμα για τον δημιουργό των πάντων που μέσα στους παρθενικούς και άχραντους κόλπους σου θεοποιεί αληθινά τον άνθρωπο και διαλύει την απάτη του φιδιού για τη θέωση. Ήρθα σαν νυμφοστόλος, και όχι επίβουλος˙ να προσφέρω χαρά, και όχι να γίνω αιτία λύπης˙ είμαι προάγγελος σωτηρίας, και όχι σύμβουλος απώλειας. «Μη φοβάσαι, Μαριάμ»˙ εγώ με τα προστάγματα του Κυρίου θα θεραπεύσω τους διαλογισμούς σου, θα διαλύσω τα δεσμά της αμφιβολίας σου. «Βρήκες χάρη εκ μέρους του Θεού»˙4 ο χαιρετισμός μου είναι υπηρέτης της θείας χάριτος, και όχι της ανθρώπινης φύσης˙ προέρχεται από τη θεϊκή χάρη, και όχι από ανθρώπινη επιβουλή˙ είναι της χάριτος του Θεού, και όχι κοινωνίας σωματικής˙ είναι της θείας χάριτος που υπερβαίνει τον ανθρώπινο λογισμό.
Όταν όμως, άνθρωπέ μου, ακούς χάρη, να μη νομίσεις ότι το χάρισμα δόθηκε μάταια στην Παρθένο, ούτε να θεωρήσεις κούφια τιμή το χάρισμα. Γιατί η Παρθένος βρήκε χάρη εκ μέρους του Θεού, επειδή κατασκεύασε τον εαυτό της άξιο για τον δημιουργό, επειδή με την ομορφιά της αγνότητας, αφού εξωράϊσε την ψυχή της, έκανε τον εαυτό της αξιαγάπητο κατοικητήριο για το Λόγο που στερέωσε τους ουρανούς. «Βρήκε χάρη εκ μέρους του Θεού», επειδή όχι μόνο διατήρησε αμόλυντη την παρθενία, αλλά φύλαξε αγνή και την προαίρεσή της γιατί από βρέφος αφιερώθηκε στον Θεό ως ναός έμψυχος και αχειροποίητος, οικοδομούμενος για τον βασιλιά της δόξας, επειδή και το σώμα της ήταν ακηλίδωτο, και η παρθενία της υπέρλαμπρη, και η αγνεία της αμόλυντη, και η προαίρεσή της ολοκάθαρη, και έλειπε από την ψυχή της τελείως η ροπή προς την αμαρτία και ήταν σταθερά προσηλωμένη στο αγαθό. Γι’ αυτό «Θα συλλάβεις και θα γεννήσεις Υιό»,5 τον οποίο τα Χερουβίμ δοξάζουν τρέμοντας˙ «θα συλλάβεις και θα γεννήσεις Υιό», τον οποίο βλέπουν τα τάγματα των αγγέλων με φρίκη, τον οποίο η φύση απορεί πώς να τον χωρέσει˙ «θα συλλάβεις και θα γεννήσεις Υιό», τον δημιουργό της άφθαρτης κοιλίας, που δεν διαφθείρει την παρθενία, αλλά σφραγίζει τα κλειδιά της παρθενίας˙ που δεν αφανίζει με την κύηση την αγνότητα, αλλά εμφανίζει με τη μοιχεία το αδιάφθορο˙ «θα συλλάβεις στα σπλάχνα σου» αυτόν που είναι βέβαια παρών παντού, αλλά δεν χωράει πουθενά, τον οποίο μόνο η δική σου κοιλία πιστεύεται ότι τον υποδέχεται άνετα και θα τον χωρέσει˙ «θα συλλάβεις στην κοιλία σου» τον πλάστη του προπάτορά σου. Γιατί για σένα διεκήρυξε και ο προφήτης και είπε˙ «Να η Παρθένος θα συλλάβει και θα γεννήσει Υιό και θα τον ονομάσουν Εμμανουήλ»,6 που σημαίνει ερμηνευόμενο, ¨ο Θεός είναι μαζί μας¨7˙ αυτός είναι Θεός ισχυρός, αρχηγός της ειρήνης και Πατέρας του μελλοντικού αιώνα.
Αυτά που έχουν προκηρυχθεί για σένα τα ευαγγελίζομαι και εγώ σήμερα σ’ εσένα, και δεν έρχομαι να σου απευθύνω δικούς μου λόγους, αλλά σου μεταφέρω τις διαταγές εκείνου που με έστειλε˙ εκείνος ενέπνευσε τον προφήτη Ησαΐα να προφητεύσει για σένα, κι αυτός πάλι εμπιστεύθηκε σήμερα εμένα να φέρω το χαρμόσυνο μήνυμα για την πραγματοποίηση, που πλησιάζει όπου νά ‘ναι, της παλαιάς προφητείας. Και «Να, θα συλλάβεις και θα γεννήσεις Υιό και θα τον ονομάσουν Εμμανουήλ», που σημαίνει ερμηνευόμενο, ¨ο Θεός είναι μαζί μας¨,8 επειδή μέσω αυτού θα απολαύσουν τη σωτηρία «και θα ονομάσουν Ιησού»9 αυτόν που τους έσωσε από τις αμαρτίες τους. Η ονομασία προέρχεται από την ευεργεσία, η κλήση από τη χρήση, ο έπαινος από τα έργα. «Θα ονομάσουν Ιησού» αυτόν μέσω του οποίου επιρρέει ο ανεξάντλητος πλούτος της σωτηρίας, μέσω του οποίου σπάζουν βέβαια τα κεντριά του θανάτου, ανθεί όμως η χάρη της αθανασίας˙ γκρεμίζεται το κράτος της αμαρτίας, αλλά κερδίζει τρόπαια η φύση του ανθρώπου που έπεσε. «Αυτός θα είναι μέγας και θα ονομασθεί Υιός του Υψίστου».10 «Θα είναι μέγας», όπως ήταν, αν και έχει υποδυθεί τη μικρότητα της σάρκας, αν και έχει ντυθεί την ευτέλεια του σώματος. «Θα είναι μέγας»˙ γιατί ασφαλώς ούτε η πρόσληψη της ανθρωπότητας μικραίνει το μέγεθος της θεότητας, αλλά μάλλον ανυψώνεται μαζί με τη θεότητα η ταπεινότητα της ανθρωπότητας.
«Μέγας θα είναι» και μετά τη σάρκωση, και αν θέλεις και μετά τις ταλαιπωρίες και μετά τους ιδρώτες που έσταζαν υπό μορφή θρόμβων [1], και αναλαμβάνοντας όσα άλλα πάσχει συνήθως η ανθρώπινη φύση. Γι’ αυτό, κι αν τον δεις να πεινάει, κι αν τον δεις να χύνει ιδρώτα, κι αν να ταλαιπωρείται, κι αν να υβρίζεται και να μαστιγώνεται, κι αν στο τέλος να σταυρώνεται και να πεθαίνει και να θάπτεται, μη θεωρήσεις κανένα από αυτά μικρό και ανάξιο για Θεό σχετικά με τον θείο Λόγο. Γιατί κι «αυτός θα είναι μέγας», όπως ήταν, αν και σύμφωνα με το νόμο της ανθρώπινης φύσης ανέλαβε στην ίδια του τη σάρκα τα πάθη της σάρκας. «Θα είναι μέγας και θα ονομασθεί Υιός του Υψίστου»˙ δεν θα τον ονομάσεις εσύ, αλλά θα ονομασθεί εκείνος. Και από ποιον θα ονομασθεί; Ή προφανώς από τον ομοούσιο Πατέρα του που γνωρίζει ακριβώς τη φύση του Υιού του; Γιατί λέγει˙ «Κανένας δεν γνωρίζει τον Πατέρα παρά ο Υιός».11 Γιατί αυτός από τον οποίο προήλθε η άρρητη και υπεραιώνια γέννηση του Υιού, αυτός κατέχει και την αληθινή γνώση αυτού. Και αυτός που έχει την αληθινή γνώση του γεννήματός του, αυτός είναι αξιόπιστος να ορίσει και κατάλληλη ονομασία. Γι’ αυτό και λέγει ο Θεός των όλων και Πατέρας του Κυρίου μας Ιησού Χριστού˙ «Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός, για τον οποίο ευαρεστήθηκα, αυτόν ν’ ακούτε».12 Υπάρχει λοιπόν, πάντοτε αν και τώρα μόλις αναφέρεται το όνομά του για να το μάθομε και να το διδαχθούμε εμείς˙ γι’ αυτό και λέγει «θα κληθεί», όχι «θα γίνει»˙ γιατί υπήρχε και πριν από τους αιώνες σύνεδρος με τον ομοούσιο Πατέρα του. Αυτόν θα συλλάβεις στην κοιλιά σου και αυτού μητέρα θα αναδειχθείς. Αυτόν δέχονται τα παρθενικά σπλάχνα σου, αυτόν που δεν το χώρεσε ο ουρανός, αυτόν που στη χούφτα του περιέχονται τα πάντα και που έργο της πρόνοιά του είναι η συνοχή και διαμονή των όντων, αυτόν θα συλλάβεις στην κοιλιά σου.
- Αλλά τι απαντά σε όλα αυτά η παναγία Παρθένος; Μήπως αποχαυνώθηκε από τα λόγια, ή ανοίγοντας τ’ αυτιά της μ’ ευχαρίστηση είπε στους λογισμούς της να δώσουν ανεξέταστα τη συγκατάθεσή τους; Καθόλου. Αλλά τι λέγει; Γνωρίζω τώρα φανερά, ότι με τους λόγους σου περιγράφεις σύλληψη, κυοφορία, και Υιό και γέννα, αλλά που περισσότερο μεγάλωσες την απορία μου. «Πώς μπορεί να μου συμβεί αυτό το γεγονός, αφού δεν έχω άνδρα;».13 Γιατί κάθε γέννηση γίνεται με τη συμμετοχή άνδρα, ενώ η μη ύπαρξη επαφής, με άνδρα ούτε καν αγγίζει την ιδέα της σύλληψης. Πώς λοιπόν θα αποκτήσω παιδί, του οποίου ο πατέρας δεν είναι γνωστός; Πώς θα γίνει αυτό; Και ποιος γνωρίζει να ερμηνεύει το θέλημα του Κυρίου; Ποιος τολμά να αιτιολογήσει βασιλική προσταγή, να εξηγήσει το λόγο της μυστικής οικονομίας; Ποιος μπορεί να εκθέσει τον τρόπο της παράδοξης γέννας; Ποιος έχει τη δύναμη να εξιχνιάσει το ανεξιχνίαστο μυστήριο; «Πώς θα γίνει αυτό;». Ένα γνωρίζω, ένα διδάχθηκα, ένα έχω σταλθεί για να πω, κι αυτό λέγω˙ «Πνεύμα άγιο θα έρθει σ’ εσένα και θα σε επισκιάσει δύναμη του Υψίστου».14 Το Πνεύμα θα σε διδάξει πως θα γίνει η κυοφορία˙ αυτό θα σου εξηγήσει πώς θα συλλάβεις. Αυτό συμμετέχει στο σχέδιο του Κυρίου επειδή είναι ομόθρονό του, ενώ εγώ είμαι δούλος, υπηρέτης των προσταγμάτων του Κυρίου, δεν είμαι εξηγητής του προστάγματος˙ είμαι διάκονος του θελήματός του, και όχι εξηγητής της θέλησής του. Αυτό θα ρυθμίσει τα πάντα˙ γιατί αυτό ερευνά τα πάντα και τα βάθη του Θεού. Εγώ βέβαια σου απευθύνω το «Χαίρε, κεχαριτωμένη» και υμνολογώ το θαύμα και προσκυνώ το παιδί, δεν μπορώ όμως να πω τον τρόπο της σύλληψης. Αν όμως θέλεις να παραδεχθείς και με παραδείγματα τη βεβαιότητα των υποσχέσεων, συμπεραίνοντας τα μεγάλα από τα μικρά και διαπιστώνοντας από όσα έγιναν τα μελλοντικά, έτσι θα συλλάβεις και θα γεννήσεις Υιό, όπως χωρίς να καλλιεργηθεί έβγαλε βλαστούς η ράβδος του Ααρών,15 ενεργώντας όπως τα ριζωμένα φυτά˙ όπως η βροχή από τον ουρανό πέφτοντας επάνω στο νεοκουρεμένο μαλλί αυτό μονάχα πότιζε, και δεν δρόσιζε τη γη, με αυτόν τον τρόπο θα συλλάβεις κι εσύ και θα γεννήσεις τον Κύριο.
Αυτό βέβαια προαναγγέλλει και ο προπάτοράς σου Δαβίδ, εμπνευσμένος από τον Θεό σχετικά με την κυοφορία σου˙ «Θα κατεβεί σαν βροχή πάνω στο νεοκουρεμένο μαλλί και σαν βροχοστάλα που πέφτει πάνω στη γη».16 Όπως η βάτος δεχόταν τη φωτιά και ενώ τροφοδοτούσε τη φλόγα δεν καιγόταν,17 έτσι κι εσύ θα συλλάβεις Υιό, δανείζοντας τη σάρκα σου, παρέχοντας τροφή στο άϋλο πυρ και παίρνοντας ως αντάλλαγμα την αφθαρσία. Γιατί αυτά προτύπωναν τη σύλληψή σου, προμύνυαν τη γέννα σου, ζωγράφιζαν από το μακρυνό παρελθόν την κυοφορία σου. Αυτά επινοήθηκαν για να επιβεβαιώσουν την άφραστη γέννηση˙ προσυνέβησαν για να σκιαγραφήσουν το ακατανόητο μυστήριο˙ γιατί βάτος τυλιγμένη στις φλόγες και μαλλί που δροσιζόταν και ράβδος που έβγαζε φύλλα, δεν θα έδιναν τίποτε χρήσιμο στη ζωή, ούτε το θαυματούργημα θα προσείλκυε τον άνθρωπο σε υμνολόγηση, αλλά το θαύμα θα έπεφτε στο κενό, αν δεν προτύπωναν εικόνες και προμηνύματα τη γέννα σου προτρέχοντας κατά κάποιο τρόπο της επιδημίας του Κυρίου. Έχεις, αν θέλεις, για παράδειγμα και τη γειτόνισσα και συγγενή σου Ελισάβετ. Γιατί να κι αυτή στα γεράματά της συνέλαβε υιό˙ «και ήδη βρίσκεται στον έκτο μήνα εγκυμοσύνης η αποκαλούμενη στείρα˙ γιατί δεν θα σταθεί αδύνατος για τον Θεό κάθε λόγος».18 Γιατί αυτός που λύνει τα δεσμά της στειρότητας, αυτός μπορεί να φέρει την ύπαρξη παιδί δικό του χωρίς να μεσολαβήσει άνδρας. Αυτός που την ξεραμένη ρίζα την ανανέωσε και την έκανε καρποφόρο βλαστό, αυτός και την χωρίς ικμάδα γη θα την αναδιοργανώσει και θα την κάνει γόνιμο χωράφι του.
- Αλλ’ αυτά βέβαια έλεγε ο αρχάγγελος προσπαθώντας να πείσει την άσπιλη κόρη. Τι όμως απαντούσε σ’ αυτά η σεμνή Παρθένος, ο ουράνιος νυμφικός θάλαμος, το όρος το άγιο, η σφραγισμένη πηγή που φυλασσόταν μόνο για εκείνον που τη σφράγισε; Επειδή, λέγει, μου διαμήνυσες με σαφήνεια ότι θα ρθει σ’ εμένα άγιο Πνεύμα, δεν προβάλλω πια αντίσταση, δεν φέρω αντίρρηση˙ «Ας γίνει σ’ εμένα σύμφωνα με το λόγο σου».19 Αν κρίνομαι άξια για τον Κύριο θα υπηρετήσω με χαρά το θέλημά του. Αν επιθυμεί ο Δημιουργός του πλάσματός του να γίνει ναός του πλάστη του, ας οικοδομήσει το σπίτι ο ίδιος για τον εαυτό του όπως αυτός θέλησε. Αν ο πλάστης επαναπαύεται στο πλάσμα του, ας πλάσει ζωντανή μέσα του τη δική του σάρκα, όπως αυτός γνωρίζει και όπως θέλει. «Να εγώ, η δούλη του Κυρίου, ας γίνει σ’ εμένα σύμφωνα με το λόγο σου».20 Ας προχωρήσουν τα λόγια σου για μένα στην πραγματοποίησή τους. Ας γίνουν τα λόγια σου για μένα σύμφωνα με τα έργα.
- Και η αγία βέβαια και αγνή Παρθένος, δείχνοντας με τέτοιους λόγους στον προξενητή του Κυρίου την υπακοή της, διέκοψε τη συνομιλία, εμείς όμως τι θα προσφέρομε στην Παρθένο; Ποιες πρόσχαρες υμνολογίες θα συνθέσομε γι’ αυτήν; Ποιες άλλες φυσικά, παρά εκείνες την αφορμή των οποίων μας την έδωσε στην αρχή ο Γαβριήλ λέγοντας, «Χαίρε, κεχαριτωμένη, ο Κύριος είναι μαζί σου. Ευλογημένη συ ανάμεσα στις γυναίκες και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου»;21 Χαίρε, γιατί από εσένα βλέπομε ν’ ανατέλλει ο ήλιος της δικαιοσύνης και ο ουράνιος κόσμος να λάμπει μαζί με τον επίγειο, ν’ αποδιώκει τη ζοφερή πλάνη και με τη λαμπρότητα της χάριτος να περιλάμπει την οικουμένη. «Χαίρε, κεχαριτωμένη», γιατί γεώργησες αγεώργητα για μας το στάχυ που τρέφει την ψυχή κι εξαφάνισες τους σπόρους της βλάστησης που φθείρει τις ψυχές. Χαίρε, γιατί τον άρτο της ζωής ψημένο σαν σε κλίβανο μέσα στην ολόπυρη κοιλιά σου μας τον πρόσφερες σαν αμβροσία τροφή αθανασίας, διαλύοντας το μόλυσμα της θανατηφόρου βρώσης σα να ήταν ζύμη. Χαίρε, γιατί καρποφόρησες για μας το ξύλο της ζωής, που ξεραίνει τις παραφυάδες του ξύλου της βρώσεως και παρέχει τη γλυκύτητα της γνώσεως. «Χαίρε, κεχαριτωμένη», γιατί έκρυψες στο θησαυροφυλάκιο τον πολύτιμο μαργαρίτη, διαδίδοντας τον πλούτο της σωτηρίας στα πέρατα της οικουμένης. «Ευλογημένη είσαι συ ανάμεσα στις γυναίκες»,22 επειδή κατάργησες την ήττα του γυναικείου παραπτώματος μετατρέποντας τον ονειδισμό της απάτης σε εγκώμιο του γένους˙ γιατί μέσα σ’ εσένα την Παρθένο εκείνος που έπλασε στην αρχή τον Αδάμ από παρθένο γη, από τα παρθενικά σου αίματα ξαναπλάθει σήμερα τον άνθρωπο˙ γιατί υφαίνοντας την σαρκική στολή του Λόγου, περικάλυψες τη γύμνωση του πρωτόπλαστου. Και γιατί εξιστορώ το καθένα χωριστά; «Χαίρε κεχαριτωμένη», γιατί σ’ εσένα συντελέσθηκαν τα υπερανθρώπινα και άνθησε μέσω της κυοφορίας σου για μας η ευλογία όλων των αγαθών.
- Αυτή και τώρα, ω Παρθένε και μητέρα, το πρωτοφανές και παράδοξο θαύμα που είδε ο ήλιος, εκδήλωσε την πρεσβεία σου για την προστασία μας˙ στείλε τη βοήθειά σου για τη διαφύλαξή μας. Τον πιστό σου δούλο κι ευσεβή βασιλιά μας ενίσχυσέ τον στην αρετή και τη θεοσέβεια, καθοδηγώντας τον να κατευθύνει τα πηδάλια της εδώ βασιλείας με σύνεση Θεού και αναδεικνύοντάς τον κληρονόμο της εκεί βασιλείας του Χριστού, του αληθινού Θεού μας, του Υιού και Κυρίου, την οποία είθε να επιτύχομε και όλοι εμείς με τη χάρη του ίδιου του Χριστού του αληθινού Θεού μας, που η σύλληψή του έγινε χωρίς σπορά, η κύησή του με ανέκφραστο τρόπο, και η γέννησή του υπήρξε ανερμήνευτη. Γιατί «Αυτός μας έπλασε και εμείς είμαστε λαός του και πρόβατα του ποιμνίου του»23 και σ’ αυτόν αναπέμπομε τη δοξολογία και την προσκύνηση μαζί με τον συνάναρχο και ομοούσιο Πατέρα και το ζωαρχικό και της αυτής φύσεως και συναιώνιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
- Λουκά 1, 26-28.
- Λουκά 1, 29.
- Λουκά 1, 30.
- Λουκά 1, 30.
- Λουκά 1, 31. Ματθ. 1, 23.
- Ησ. 7, 14.
- Ματθ. 1, 231.
- Λουκά 1, 31. Ματθ. 1, 23.
- Λουκά 1, 31.
- Λουκά 1, 32.
- Ματθ. 11, 27.
- Ματθ. 17, 5.
- Λουκά 1, 34.
- Λουκά 1, 35.
- Αριθμ. 17, 23.
- Ψαλμ. 71, 6.
- Πρβλ. Έξ. 3, 2.
- Λουκά 1, 36-37.
- Λουκά 1, 38.
- Λουκά 1, 38.
- Λουκά 1, 28 και 42.
- Λουκά 1, 28.
- Ψαλμ. 99, 3.
(Πηγή: orp.gr [2], Η/Υ επιμέλεια, Σοφίας Μερκούρη)