Θα μπορούσα να αφηγηθώ την ενηλικίωσή μου σαν μια σειρά από διαβάσματα και μουσικές εξερευνήσεις ή ταινίες και σήριαλ. Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να εξηγήσω γιατί, αν περιγράψω τον άναρχο, διαισθητικό τρόπο που βούτηξα σε όλα αυτά, μπορεί να καταλάβει κανείς τον τρόπο που μεγάλωσα –ίσως κι εμένα τον ίδιο. Πιο βαθιά όμως στην καρδιά μου από εκείνα τα χρόνια είναι ένα μικρό βιβλιοπωλείο-εντευκτήριο. Οι δύο τοίχοι είχαν ράφια ντέξιον γεμάτα βιβλία μέχρι το ταβάνι. Στους άλλους δύο τοίχους ήταν κολλημένοι δυο στενοί πάγκοι για να καθόμαστε. Ένα μικρό τραπεζάκι με ένα παλιό κέντημα πάνω του, μια μεγάλη μαύρη τσιγαροθήκη κι ένα ελάχιστο καλαθάκι με καραμελίτσες. Δίπλα από την πόρτα υπήρχε ένα τυπικό, βαρύ γραφείο από φορμάικα και μια ταλαιπωρημένη μεταλλική καρέκλα. Αυτό ήταν το Στέκι –η βασική δράση του Πολιτιστικού Συλλόγου «Μήνυμα».
Ψυχή αυτού του ταπεινού –κι αναντικατάστατου– χώρου ήταν ο Θανάσης Ράπτης, καθηγητής θεολόγος στο Κλασικό Λύκειο Ιωαννίνων. Κοντούλης, με αραιά λευκά μαλλιά, σκεβρωμένους ώμους, λευκό μούσι και μακριές φαβορίτες. Γυαλάκια τετράγωνα μεταλλικά. Φορούσε μπλου-τζιν και λευκά πουκάμισα καρό, μπεζ μπουφάν και τις μέρες που έκανε κρύο καφέ μπερέ.
Είχε την φήμη του ανθρώπου που συζητά με τους μαθητές για τα πάντα, χωρίς κολλήματα και κόμπλεξ κι εκείνοι τον εμπιστεύονταν. Κάτι ανάμεσα σε πατέρα, φίλο και δάσκαλο, μπορούσαν να του πουν τα πάντα και να ακούσουν μια έγκυρη γνώμη ή, αν χρειαζόταν, να λάβουν βοήθεια, χωρίς καμία επίκριση. Όντας μαθητής, κι αργότερα φίλος και συνεργάτης, τον θυμάμαι σε διαλείμματα αλλά κι εκτός σχολείου, στον δρόμο ή στο Στέκι να συζητάει χαμηλόφωνα με κάποιον μαθητή ή μαθήτρια. Του λέγανε τα πάντα –κι εκείνα που δεν τολμούσαν να τα ομολογήσουν σε γονείς και φίλους, προπαντός αυτά ίσως. Σήμερα που τα θυμάμαι, αναρωτιέμαι πώς τα κατάφερνε. Πώς άντεχε να σηκώνει τόσες δεκαετίες τα άγχη, τις ανασφάλειες και τους κινδύνους της εφηβείας. Σε τι σκοινί ευθύνης απέναντι στα παιδιά, στους γονείς, στον εαυτό του και στην οικογένειά του και στους φίλους του, τους συναδέλφους του, στην Εκκλησία ακόμα, ακροβατούσε καθημερινά. Εν πάση περιπτώσει…
Δεν ήμουν από τα παιδιά που του λέγαν τα σώψυχά τους – είχα άλλους τρόπους να διαχειρίζομαι τις δυσκολίες της νεότητας. Όταν όμως στην αρχή της Β΄ Λυκείου είδα το όνομά του στο πρόγραμμα, ήθελα να με δει ο κ. Ράπτης. Το έκανα με έναν μάλλον ατσούμπαλο τρόπο –ήμουν παράξενο παιδί, θαρρώ: Έγραψα πριν το μάθημά του έναν στίχο στον πίνακα. Δεν ήταν σπουδαίος, αλλά είχε μια σημασία για μένα. Ο Θανάσης κοίταξε τον πίνακα. Σχολίασε αυτό που έγραψα σαν να το περίμενε. Τι διαφορά ανάμεσα στον φιλόλογό μας, που θα το έσβηνε ξεστομίζοντας απειλές για το τι θα συμβεί αν επαναληφθεί. Απάντησα σε όσα είπε και η συζήτηση άνοιξε.
Στην αρχή μιλούσαμε κυρίως στο μάθημα. Ήταν πάντα πρόθυμος κι έτοιμος να αφήσει στην άκρη το πρόγραμμα και να ανοιχτεί σε μια ενδιαφέρουσα κουβέντα. Θυμάμαι να συζητάμε για τα πάντα –όλα όσα ενδιαφέρουν παιδιά 16-17 χρονών δηλαδή. Από τη Σιωπή των αμνών που τότε παιζόταν στις αίθουσες, μέχρι τον θάνατο και τις απέθαντες «προγαμιαίες σχέσεις». Κι όχι, φυσικά, μόνο οι δυο μας. Όλη η τάξη, λίγο-πολύ, συμμετείχε. Κουβέντες που ξεχείλιζαν από την αίθουσα και μοιραία συνεχίζονταν στο Στέκι: πηγαίνοντας ή γυρνώντας από τα φροντιστήρια όρθιος στην πόρτα θα έλεγα το επιχείρημα που είχα σκεφτεί στο μεταξύ.
Σιγά-σιγά άρχισα να γνωρίζω τους θαμώνες του Στεκιού: την κυρία Βικτωρία, τον κύριο Γιώργο, τον κύριο Νίκο, τη Νόνη, τον Γιώργη, τον Κώστα και να συμμετέχω ενεργά στις συζητήσεις. Τα βιβλία, θεολογικά, φιλοσοφικά, λογοτεχνικά, κυρίως στο κλίμα των νεορθόδοξων, αγοράζονταν, δανείζονταν, συζητιόνταν με πάθος. Οι επιφυλλίδες του Γιανναρά κυκλοφορούσαν φωτοτυπημένες χέρι με χέρι. Η Σύναξη, τα τεύχη της οποίας κάθε τρίμηνο τα έβλεπα στοιβαγμένα να περιμένουν τους συνδρομητές δίπλα από το τραπεζάκι, έδιναν πάσες στις κουβέντες. Γενικά, οτιδήποτε διαβάζαμε και το βρίσκαμε ενδιαφέρον, ερχόταν στην παρέα για σχολιασμό και ανάλυση.
Συχνά οι τόνοι ανέβαιναν. Διαφωνίες, εντάσεις κι ο Θανάσης να μας παρακολουθεί από την καρέκλα του σκυφτός πίσω από τα γυαλιά του. Μέσα στην ένταση της κουβέντας, το μαγαζάκι –ούτε δεκαπέντε τετραγωνικά– γέμιζε από καπνό. Ο Θανάσης σηκωνόταν αργά, σαν για να μην ενοχλήσει, άνοιγε μια σπιθαμή την πόρτα –χειμώνας, κρύο, παγωνιά. Τον κοιτούσαμε απορημένοι και η συζήτηση σταματούσε. «Εξαερισμός», έλεγε και συνεχίζαμε από εκεί που είχαμε μείνει.
Θυμάμαι κι ένα περιστατικό με έναν φίλο που είχε πάθος με το γράψιμο. Έγραφε μικρά κείμενα, τα τύπωνε ιδίοις αναλώμασι και μας τα μοίραζε. Αφέλειες, κι εμείς –η πιτσιρικαρία– τον χλευάζαμε. Μια φορά γύρισε από το Άγιον Όρος. Μας μιλούσε για έναν άγιο μοναχό με προορατικό χάρισμα –ήταν η πρώτη φορά που άκουγα να αναφέρουν τον Παΐσιο. Στο τέλος μάς μοίρασε και το καινούργιο του πόνημα, λέγοντας ότι ο μοναχός αυτός του συνέστησε να συνεχίσει τη συγγραφή. «Αφού σε αναπαύει, να γράφεις», του είχε πει. Όταν έφυγε, ξεσπάσαμε σε γέλια. «Σπουδαίο προορατικό χάρισμα έχει αυτός ο μοναχός», και χαχαχα. Μας άφησε να γελάσουμε, να ξεθυμάνουμε. Κι ύστερα ο Θανάσης, με το αιώνιο χαμόγελό του, είπε ήρεμα: «Δεν του είπε να γράφει επειδή είναι καλός συγγραφέας. Του είπε εφόσον τον αναπαύει.» Τότε αντιληφθήκαμε τη διαφορά. Και πια δεν ήταν αστείο.
Ήταν μια άλλη εποχή, που δύσκολα μπορούν να κατανοήσουν όσοι γεννήθηκαν μετά τη δημιουργία του διαδικτύου. Η πρόσβαση σε μουσικές, ταινίες, βιβλία, ιδέες δεν ήταν αυτονόητη ούτε χωρίς κόπο· μας κόστιζε χρόνο, χρήματα, ενέργεια, ψάξιμο. Καθετί καινούργιο που ανακαλύπταμε ήταν μια μικρή κατάκτηση· είχε για μας τους ίδιους μια σημασία σχεδόν αυτονόητη ακριβώς εξαιτίας της προσπάθειας που κάναμε, και το στοίχημα ήταν να αναγνωριστεί κι από τους άλλους. Ο ενθουσιασμός μας δεν εξαντλούνταν μπροστά σε μια οθόνη· δεν ξεθύμαινε σε ποσταρίσματα στο Reddit, σε σχόλια στο YouTube, σε μοιράσματα στο insta. Έπρεπε να το φέρουμε στην παρέα· να περάσει από την κρησάρα της κοινότητας. Γι’ αυτό τα περιοδικά περνούσαν από χέρι σε χέρι, τα άρθρα φωτοτυπούνταν και μοιράζονταν, τα τραγούδια γράφονταν σε κασέτες. Μόνο έτσι η κάθε ιδέα αποκτούσε πραγματική υπόσταση, κι ό,τι είχε για μας νόημα άρχιζε να γίνεται ουσία.
Σύντομα μου εμπιστεύτηκαν κι εμένα κλειδί του Στεκιού. Έμαθα τη «δουλειά»: Να τυλίγω το «εμπόρευμα» και να χτυπάω την απόδειξη, για τις σπάνιες φορές που πωλούνταν κάτι. Κυρίως να δεξιώνομαι τους φίλους που περνούσαν, να κερνάω το τσίπουρο (από λίγο και πολλές φορές, ήταν το μότο του Θανάση και, μοιραία, και το δικό μου), την καραμέλα, να ξεκινάω την κουβέντα μιμούμενός τον, να πλένω τα ποτήρια όταν όλοι φεύγανε.
Θυμάμαι το άνοιγα τις Τρίτες – οι Τετάρτες ανήκαν σε κείνον. Τις πρώτες φορές ήμουν μόνος. Λίγοι γνωστοί περνούσαν, έλεγαν την καλησπέρα τους κι έφευγαν. Σιγά-σιγά άρχισαν να έρχονται και δικοί μου φίλοι και συμφοιτητές. Αναπτύχθηκε έτσι μια παράλληλη, θα λέγαμε, κουλτούρα, πέραν της κύριας, της επίσημης. Μετείχαμε στις συζητήσεις και τα ενδιαφέροντα των άλλων, αλλά είχαμε και τα δικά μας. Διαβάζαμε, ας πούμε, με μανία νουάρ μυθιστορήματα και, κυρίως, Ρέιμοντ Τσάντλερ. Ή ακούγαμε, σε πείσμα των πειραγμάτων του Θανάση, cool jazz.
Υπήρχε όμως κι άλλη μια δραστηριότητα, που συμμετείχα με ενθουσιασμό: Η διοργάνωση διαλέξεων. Οργανώναμε δύο ή τρεις τον χρόνο σε κεντρικές αίθουσες των Ιωαννίνων με καλεσμένους επιφανείς διανοούμενους. Οι ομιλίες αυτές είχαν πολύ μεγάλη επιτυχία κι ήταν ευκαιρία όχι μόνο να γνωρίσω και να συνομιλήσω με ανθρώπους που θαύμαζα –με κάποιους μάλιστα δημιουργήθηκε και φιλική σχέση–, αλλά και να εργαστώ σε κάτι πρακτικό που, για μένα τότε, είχε νόημα –κάτι ανεκτίμητο για ένα παιδί που το μυαλό του ήταν στα διαβάσματα. Η διαφήμιση της εκδήλωσης, αφίσες, προσκλήσεις, ανακοινώσεις, αλλά και η ίδια η διοργάνωση, χρειάζονταν πόδια και χέρια και λίγα ήταν διαθέσιμα.
Οι διαλέξεις αυτές ήταν το άνοιγμα του μικρού εντευκτηρίου μας όχι μόνο στους συμπολίτες μας, αλλά και στη μεγάλη δημόσια σφαίρα. Αυτό, σε συνδυασμό με τις συζητήσεις μας –και, βέβαια, τις οπτικές που υιοθετούσαμε ή κρίναμε–, οι οποίες αφορούσαν πάντα «μεγάλα» θέματα, με έκανε να νιώθω –και ίσως να είμαι με έναν τρόπο– στην αιχμή. Δεν ένιωσα ποτέ «στην άκρη», ούτε ότι ζω σε μια μικρή πόλη της περιφέρειας. Αντίθετα, μέσα σε εκείνον τον μικρό χώρο, γεμάτο καπνούς και αναθυμιάσεις αλκοόλ, χωρούσε ολόκληρος ο απέραντος κόσμος.
Ο Θανάσης Ράπτης και το Στέκι, όπως τα θυμάμαι σήμερα, είναι το πρώτο και σημαντικότερο σχολείο κριτικής σκέψης στο οποίο φοίτησα, χωρίς καν να το ξέρω. Εκεί έμαθα να ακούω και να συζητώ, να δοκιμάζω τις απόψεις μου, να τις υπερασπίζομαι και να τις αναθεωρώ. Εκεί έμαθα να διαβάζω. Όχι μόνο επιλέγοντας βιβλία, τα οποία μου σύστηναν οι φίλοι ανοίγοντας μονοπάτια που μόνος μου ίσως δεν θα επέλεγα να διαβώ, αλλά και να διαβάζω ενεργά, με το μολύβι στο χέρι, να συνομιλώ με τον συγγραφέα και το κείμενο. Όλα αυτά τότε ήταν δεδομένα, φυσικά. Σήμερα όμως, που περνάω καμιά φορά απ’ έξω από το κλειστό μαγαζί, ξέρω τι κόπο, τι ταλέντο και τι καρδιά απαιτούν.
Μεγαλώνοντας μέσα σε αυτή την κοινότητα, μου ήταν απολύτως φυσιολογικό να συναναστρέφομαι ισότιμα ανθρώπους μεγαλύτερους από μένα στην ηλικία. Ο Θανάσης ήταν στα πενήντα του, εγώ στα δεκαοχτώ, κι ανάμεσα υπήρχαν όλες οι ενδιάμεσες ηλικίες, άνδρες και γυναίκες. Δεν μου συμπεριφέρθηκαν ποτέ σαν μικρό, δεν τους είδα ποτέ σαν μεγάλους. «Κύριους» και «κυρίες» άρχισα να τους αποκαλώ αργότερα, όταν πια είχα ζήσει καιρό στο εξωτερικό και η ματιά μου είχε καθαρίσει. Με άλλα λόγια, δεν ένιωθα να ανήκω σε μια γενιά, αλλά σε μια ομάδα ανθρώπων όλων των ηλικιών, με κοινά ενδιαφέροντα, αγωνίες, αισθητικές προτιμήσεις. Πέρασαν χρόνια πολλά, έπρεπε να περάσω τα σαράντα, για να συνειδητοποιήσω ότι με κάποιους από τους ανθρώπους που γεννήθηκαν γύρω στη Μεταπολίτευση μας ένωναν αόρατες κλωστές. Μεγαλώσαμε με παρόμοιους τρόπους και σήμερα βλέπουμε ότι είμαστε διαφορετικοί από τους πατεράδες, τους δασκάλους, όσους μεγαλύτερους πορευτήκαμε μαζί.
Είμαστε αυτό που οι άλλοι θα ονόμαζαν γενιά.
(Πηγή: Περιοδικό “Φρέαρ [2]“)
