Η κολακεία των πλουσίων είναι καταστροφική
Η χρήση του πλούτου
Ποιος μπορεί να σωθεί;
Οι πλούσιοι αποκλείονται απ’ τη βασιλεία των ουρανών;
Δώσε, πριν σου ζητήσουν!
Ποιος πλούσιος δεν έχει θέση στον ουρανό;
***
«τίς ὁ σωζόμενος πλούσιος»
Κλήμης Αλεξανδρείας
Η κολακεία των πλουσίων είναι καταστροφική
- Όσοι τα εγκωμιαστικά λόγια κάνουν δώρο στους πλούσιους, κατά τη γνώμη μου δεν θα κριθούν, δικαίως, μόνο σαν κόλακες και ανελεύθεροι, αλλά και σαν ασεβείς και επίβουλοι, επειδή επί μακρόν προσποιούνται ότι θα τους χαρίσουν αυτά που δεν χαρίζονται. Ως ασεβείς μεν γιατί, παραλείποντας να υμνούν και να δοξάζουν τον μόνο τέλειο και αγαθό Θεό, απ’ τον οποίο προέρχονται όλα και μέσω αυτού κι αυτόν έχουν σκοπό τους (Ρωμ. 11, 36), αποδίδουν αυτό το θεϊκότατο βραβείο σε ανθρώπους που κυλιούνται στον αμαρτωλό και βορβορώδη βίο και εξαιτίας αυτού, κυρίως, υπόκεινται στην κρίση του Θεού.
Ως επίβουλοι δε, διότι ενώ και αυτή καθαυτή η περιουσία είναι σε θέση να χαυνώσει τις ψυχές των κατόχων τους και να τις διαφθείρει και να τις απομακρύνει από το δρόμο, τον οποίο ακολουθώντας μπορούν να πετύχουν τη σωτηρία τους, αυτοί, με το να κολακεύουν με τους ατέλειωτους επαίνους τις απολαύσεις των πλουσίων τούς εντυπωσιάζουν και τους προετοιμάζουν να υπερεκτιμούν τον πλούτο — για τον οποίο θαυμάζονται — περιφρονώντας όλα τα άλλα πράγματα. Και ρίχοντας φωτιά στη φωτιά, κατά την παροιμία, συσσωρεύουν έπαρση στην έπαρση και προσθέτουν εγωισμό με τον πλούτο, που αποβαίνει φορτίο βαρύτερο στο φυσικό βάρος του πλούτου, απ’ τον οποίο χρειαζόταν μάλλον να αφαιρούν και περικόβουν, αφού είναι αρρώστια επικίνδυνη και θανατηφόρα. Διότι αυτόν που υψώνει και δοξάζει τον εαυτό του τον ακολουθεί αντίστροφη η μεταβολή και η πτώση προς τα χαμηλά, όπως διδάσκει ο θείος λόγος (πρβλ. Ματθ. 23, 12).
Εμένα, όμως, μου φαίνεται πως μεγαλύτερη φιλανθρωπία είναι, αντί να υπηρετεί κανείς δουλικά τους πλούσιους και να τους κολακεύει με λόγια για το κακό τους, να τους συμπαραστέκεται στην κατόρθωση της σωτηρίας τους με κάθε δυνατό τρόπο. Κι αυτό μεν να το ζητούμε απ’ τον Θεό, που με βεβαιότητα κι ευχαρίστηση στέλνει στα παιδιά του τα δώρα αυτά, να θεραπεύουμε δε τις ψυχές τους με τη χάρη του Σωτήρα, φωτίζοντας και οδηγώντας τους στην απόκτηση της αλήθειας, την οποία όποιος αποκλειστικά θα πετύχει και θα είναι με έργα αγαθά στολισμένος, θα λάβει το βραβείο της αιώνιας ζωής. Γιατί και η προσευχή χρειάζεται εύρωστη και πλούσια ψυχή, που να έχει μετρηθεί μέχρι την τελευταία μέρα της ζωής, και ο βίος διάθεση χρηστή και μόνιμη, που ν’ απλώνεται σ’ όλες τις εντολές του Σωτήρα.
- Το δε αίτιο που δείχνει να φαίνεται δυσκολότερη η σωτηρία για τους πλούσιους παρότι για τους φτωχούς, ενδεχομένως δεν είναι απλό, αλλά σύνθετο. Γιατί κάποιοι απ’ αυτούς που άκουσαν επιπόλαια τη φράση του Κυρίου, ότι είναι ευκολότερο να περάσει καμήλα από βελονότρυπα, παρά να μπει πλούσιος στη βασιλεία του Θεού (Ματθ. 19, 24), απογοητευμένοι απ’ το ότι δεν θα κερδίσουν τη ζωή και κάνοντας χάρη σε όλα τα του κόσμου, γαντζώθηκαν στην παρούσα ζωή σαν να τους έχει απομείνει μόνον αυτή, και απομακρύνθηκαν πια από την εκεί οδό, χωρίς καθόλου να σκεφτούν ούτε ποιους αποκαλεί πλούσιους ο Κύριος και Διδάσκαλος, ούτε πώς το αδύνατο στους ανθρώπους είναι δυνατό στον Θεό. Άλλοι, όμως, αυτό το εννόησαν ορθά και κατάλληλα, αλλά επειδή έδειξαν αμέλεια ως προς τα έργα που οδηγούν στη σωτηρία, δεν έκαναν τη δέουσα προετοιμασία για να πετύχουν όσα έλπιζαν. Αυτά τα δύο τα λέω για τους πλούσιους που ένιωσαν τη δύναμη του Σωτήρα και τη σπουδαία σωτηρία∙ για όσους, όμως, είναι αμύητοι στην αλήθεια λίγο με νοιάζει.
Όσοι αγαπούν την αλήθεια…
- Πρέπει, λοιπόν, όσοι αγαπούν την αλήθεια και τους αδελφούς και δεν έχουν θράσος και αυθάδεια προς τους πλούσιους που κλήθηκαν, ούτε πάλι φέρονται δουλικά για το προσωπικό τους όφελος, καταρχήν μεν ν’ αφαιρέσουν με το λόγο την αδικαιολόγητη απόγνωση και να φανερώνουν με την απαιτούμενη ερμηνεία των λόγων του Κυρίου, γιατί δεν έχει αποκλειστεί τελείως απ’ αυτούς η κληρονομία της βασιλείας των ουρανών, αν υπακούσουν στις εντολές. Έπειτα, όταν μάθουν πως φοβούνται από έναν ανύπαρκτο φόβο κι ότι ο Σωτήρας τούς δέχεται ευχαρίστως όταν αυτοί το θελήσουν, τότε και να τους δείξουν εκ των προτέρων και να τους αποκαλύψουν, πώς και με ποιου είδους έργα και διαθέσεις θα απολάμβαναν τους καρπούς της ελπίδας, επειδή ούτε ακατόρθωτη τους είναι, ούτε αντιθέτως έρχεται στην τύχη. Αλλά όπως συμβαίνει με τους αθλητές, για να συγκρίνουμε μικρά και πρόσκαιρα με μεγάλα και άφθαρτα, έτσι και για τον εαυτό του ας σκεφτεί ο πλούσιος του παρόντος κόσμου.
Γιατί απ’ τους αθλητές, όποιος απελπίστηκε ότι θα μπορέσει να νικήσει και να πάρει το στεφάνι, ούτε στην κατάσταση των αθλητών δεν περιλαμβάνεται∙ όποιος, όμως, έβαλε την ελπίδα βαθιά στο μυαλό του, αλλά δεν πρόσεξε στους ανάλογους κόπους, τα σωματικά γυμνάσια και τη διατροφή, έμεινε αστεφάνωτος κι απέτυχε στις προσδοκίες του. Έτσι και κάποιος που έχει περιβληθεί αυτή την επίγεια στολή, ούτε να αποκόβει καταρχήν τον εαυτό του από τα κατορθώματα του Σωτήρα, αφού είναι πιστός και βλέπει με τους άλλους το μεγαλείο της φιλανθρωπίας του Θεού, ούτε πάλι να ελπίζει πως θα συμμετάσχει στα στεφάνια της αφθαρσίας μένοντας αγύμναστος και μη παίρνοντας μέρος στους αγώνες, χωρίς να σκονιστεί και να ιδρώσει.
Αλλά ας υποβάλλει σε άσκηση τον εαυτό του έχοντας ως γυμναστή του το Λόγο και ως αγωνοθέτη το Χριστό, ως τροφή και ποτό του ας είναι καθορισμένη η Καινή Διαθήκη του Κυρίου, ασκήσεις του οι εντολές, ευπρέπεια και κοσμιότητα οι καλές διαθέσεις, η αγάπη, η πίστη, η ελπίδα, η γνώση της αλήθειας, η επιείκεια, η πραότητα, η ευσπλαχνία, η σεμνότητα, ώστε όταν το τελευταίο σάλπισμα δώσει το σήμα της πορείας και της εξόδου απ’ την παρούσα ζωή, όπως απ’ το στάδιο του βίου, με ήσυχη συνείδηση να εμφανιστεί νικητής μπροστά στον αθλοθέτη και αναγνωρισμένος άξιος της ουράνιας πατρίδας, στην οποία επανέρχεται με στεφάνια και αγγελικές προαγγελίες.
Ας πάρουμε αφορμή από την ευαγγελική περικοπή
- Μακάρι, λοιπόν, να μας αξιώσει ο Σωτήρας, αρχίζοντας από εδώ το λόγο, την αληθινή και πρέπουσα και σωτήρια βοήθεια να προσφέρουμε στους αδελφούς μας, πρώτα για την ίδια την ελπίδα και ύστερα για όσα φέρνουν προς την ελπίδα. Ο δε Σωτήρας σε όσους παρακαλούν δίνει τη χάρη, διδάσκει όταν το ζητούν, διαλύει την άγνοια και διώχνει την απόγνωση, εισάγοντας πάλι τα ίδια λόγια για τους πλούσιους, που γίνονται έτσι οι ίδιοι ερμηνευτές και ασφαλείς εξηγητές. Διότι, δεν είναι δυνατό ν’ ακούσουμε και πάλι κανένα απ’ αυτά τα ρητά που υπάρχουν στα ευαγγέλια και μέχρι τώρα μας αναστάνωναν, επειδή τα ακούγαμε απ’ τη νηπιακή ηλικία αβασάνιστα και διαστρεβλωμένα: Ο Ιησούς ήταν έτοιμος να φύγει, όταν έτρεξε κάποιος, έπεσε στα γόνατα και τον ρώτησε∙ Αγαθέ Διδάσκαλε, τι να κάνω για να κληρονομήσω την αιώνια ζωή; Ο Ιησούς τού είπε∙ Γιατί με αποκαλείς αγαθό; Κανένας δεν είναι αγαθός, παρά μόνο ένας, ο Θεός. Ξέρεις τις εντολές: μη μοιχεύσεις, μη σκοτώσεις, μην κλέψεις, μην ψευδομαρτυρήσεις, μη στερήσεις από κάποιον ό,τι του ανήκει, τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου. Διδάσκαλε, αποκρίθηκε εκείνος, όλα αυτά τα τηρώ από τα νιάτα μου. Ο Ιησούς τότε τον κοίταξε γεμάτος αγάπη και του είπε: Ένα πράγμα σου λείπει: αν θέλεις να είσαι τέλειος, πήγαινε, πούλησε τα υπάρχοντά σου και δώσε τα χρήματα στους φτωχούς. Έτσι θα έχεις θησαυρό κοντά στον Θεό∙ κι έλα να με ακολουθήσεις. Αλλά εκείνος, μόλις άκουσε αυτά τα λόγια, έγινε σκυθρωπός κι έφυγε λυπημένος, γιατί είχε μεγάλη περιουσία. Ο Ιησούς έστρεψε ολόγυρα τη ματιά του και είπε στους μαθητές του: Πολύ δύσκολα θα μπουν στη βασιλεία του Θεού αυτοί που έχουν χρήματα. Οι μαθητές έμειναν κατάπληκτοι από τα λόγια του. Ο Ιησούς, όμως, τους είπε ακόμη: Παιδιά μου, πολύ δύσκολο είναι να μπουν στη βασιλεία του Θεού όσοι έχουν στηρίξει τις ελπίδες τους στα χρήματα. Πιο εύκολο είναι να περάσει καμήλα από τη βελονότρυπα, παρά να μπει ένας πλούσιος στη Βασιλεία του Θεού. Οι μαθητές ένιωσαν ακόμη πιο μεγάλη κατάπληξη κι έλεγαν μεταξύ τους: Τότε ποιος μπορεί να σωθεί; Ο Ιησούς τούς κοίταξε και τους είπε: Για τους ανθρώπους αυτό είναι αδύνατο, όχι όμως και για τον Θεό∙ όλα είναι δυνατά για τον Θεό. Άρχισε τότε να του λέει ο Πέτρος: Εμείς εδώ αφήσαμε τα πάντα και σ’ ακολουθήσαμε. Κι ο Ιησούς απάντησε: Σας διαβεβαιώνω πως όποιος αφήσει τα δικά του, και γονείς και αδέλφια και χρήματα, για μένα και για το ευαγγέλιό μου, θα πάρει εκατό φορές περισσότερα στα χρόνια που ζούμε τώρα: και αγρούς και χρήματα και σπίτια και αδέλφια —και μάλιστα μέσα σε διωγμούς∙ αλλά και στον μελλοντικό κόσμο θα έχει την αιώνια ζωή. Πολλοί, όμως, θα βρεθούν από πρώτοι τελευταίοι κι άλλοι από τελευταίοι πρώτοι (Μάρκ. 10, 17-31).
- Αυτά, βέβαια, είναι γραμμένα στο κατά Μάρκον ευαγγέλιο. Αλλά και σ’ όλα τα άλλα τα αποδεκτά (κείμενα), μπορεί σε κάποια σημεία να παραλλάσσουν λιγάκι τα λόγια, όλα όμως φανερώνουν την ίδια συμφωνία του νοήματος (πρβλ. Ματθ. 19, 16-30. Λουκ. 18, 18-30). Και πρέπει να γνωρίζουμε με σαφήνεια, ότι ο Σωτήρας δεν διδάσκει στους δικούς του τίποτα με ανθρώπινη, αλλά όλα με μυστηριώδη και θεϊκή σοφία και να μη ακούμε τα λεγόμενά του με σαρκικό φρόνημα, αλλά να ερευνούμε και να κατανοούμε το νόημα που βρίσκεται καλυμμένο σ’ αυτά, με την ανάλογη αναζήτηση και την πρέπουσα σύνεση. Γιατί, κι αυτά που νομίζει κανείς ότι εξηγήθηκαν από τον ίδιο τον Κύριο στους μαθητές του, σε σύγκριση με όσα τους είπε συγκαλυμμένα, δεν χρειάζονται καθόλου λιγότερη αλλά πολύ περισσότερη προσοχή και τώρα ακόμα, εξαιτίας της υπερβολικά μεγάλης σοφίας που περιέχουν.
Και μάλιστα κι εκείνα που θεωρείται ότι έχουν αποκαλυφθεί απ’ αυτόν στους μαθητές του και σ’ όσους απ’ τον ίδιο χαρακτηρίζονται “παιδιά της βασιλείας του”, χρειάζονται ακόμα μεγαλύτερη φροντίδα από ό,τι εκείνα που θεωρήθηκε πως έχουν ειπωθεί με τρόπο απλό και γι’ αυτό δεν προκάλεσαν απορίες στους ακροατές, ενώ διαφέρουν σ’ όλον αυτό το σκοπό της σωτηρίας κι είναι καλυμμένα με το θαυμαστό και υπερουράνιο βάθος της διάνοιας, δεν ταιριάζει να τα ακούμε με επιπολαιότητα, αλλά αφού παραδώσουμε το νου μας στο ίδιο το Πνεύμα του Σωτήρα και στο απόρρητο της γνώμης.
- Διότι, ευχαρίστως ο Κύριός μας και Σωτήρας δέχτηκε ένα πολύ καίριο ερώτημα, η Ζωή για τη ζωή, ο Σωτήρας για τη σωτηρία, ο Διδάσκαλος για τη σπουδαιότερη αλήθεια απ’ όσες δίδασκε, η Αλήθεια για την αληθινή αθανασία, ο Λόγος για τον πατρικό λόγο, ο Τέλειος για την τέλεια ανάπαυση, ο Άφθαρτος για τη σίγουρη αφθαρσία. Ρωτήθηκε γι’ αυτά για τα οποία και κατέβηκε στη γη, με τα οποία μας παιδαγωγεί, τα οποία μας διδάσκει, τα οποία μας δίνει, για να αποδείξει το σκοπό του ευαγγελίου, ότι είναι η χορήγηση της αιώνιας ζωής. Και ως Θεός πρόβλεψε και όσα επρόκειτο να τον ρωτήσουν και όσα επρόκειτο να του αποκριθεί κανείς. Γιατί ποιος άλλος και καλύτερα (θα τα γνώριζε αυτά), παρά ο Προφήτης των προφητών κι ο Κύριος κάθε προφητικού πνεύματος; Επειδή δε ονομάστηκε αγαθός, απ’ αυτή την πρώτη λέξη παίρνοντας αφορμή αρχίζει και τη διδασκαλία του, στρέφοντας την προσοχή του μαθητή προς τον Θεό που είναι αγαθός και πρώτος και μοναδικός ταμίας της αιώνιας ζωής, την οποία ο Υιός, παίρνοντάς την απ’ Εκείνον, μας την παρέχει.
- Επομένως, το μεγαλύτερο και κορυφαίο μάθημα για τη ζωή πρέπει εξαρχής να εγκαταστήσουμε στην ψυχή μας, (που είναι) να γνωρίσουμε τον αιώνιο Θεό και δωρητή των αιωνίων και πρώτο και υπέρτατο και ένα και αγαθό Θεό, τον οποίο είναι δυνατό ν’ αποκτήσουμε με τη βοήθεια της γνώσης και της κατανόησής του. Διότι αυτή είναι η αμετάβλητη και ακλόνητη αρχή και βάση της ζωής, η βαθιά γνώση του Θεού που υπάρχει και μας χαρίζει τα αληθινά, δηλαδή τα αιώνια, απ’ τον οποίο χαρίζεται και στα άλλα η ύπαρξη και η διάρκεια. Γιατί η μεν άγνοιά του ισοδυναμεί με θάνατο, η δε επίγνωση και η φιλία και η αγάπη και η εξομοίωση προς αυτόν είναι η μοναδική ζωή.
- Παραγγέλλει, λοιπόν, ότι όποιος θέλει να ζήσει την πραγματική ζωή πρέπει πρώτα να γνωρίσει αυτόν, τον οποίο κανένας δεν γνωρίζει πραγματικά, παρά μόνον ο Υιός, καθώς κι εκείνος στον οποίο θέλει ο Υιός να τον φανερώσει (Ματθ. 11, 27). Έπειτα, μετά απ’ εκείνον, να μάθει το μεγαλείο του Σωτήρα και το νέο της χάριτος, επειδή κατά τον απόστολο Ιωάννη ο νόμος δόθηκε διά του Μωυσέως, η χάρη η θεϊκή όμως και η αλήθεια ήρθε σ’ εμάς διά του Ιησού Χριστού (Ιω. 1, 17). Και, φυσικά, δεν είναι ίδιας αξίας όσα παρέχονται μέσω ενός αφοσιωμένου δούλου με τα δώρα που χαρίζονται απ’ τον γνήσιο Υιό (του Θεού). Γιατί, αν ήταν αρκετός ο Μωσαϊκός νόμος να δώσει την αιώνια ζωή, μάταια αφενός έρχεται ο ίδιος ο Σωτήρας και διατρέχοντας την ανθρώπινη ζωή υποφέρει για μάς απ’ τη στιγμή της γέννησης μέχρι το τέρμα, μάταια αφετέρου εκείνος που από παιδί εφάρμοσε τις εντολές του νόμου, ζητούσε γονατιστός από άλλον την αθανασία. Διότι δεν εφάρμοσε πλήρως μόνο το νόμο, αλλά είχε αρχίσει την εφαρμογή αμέσως απ’ τη νεαρή ηλικία του. Επειδή δεν θεωρούνται σπουδαία και αστραφτερά τα γηρατειά που δεν συνοδεύονται από αμαρτήματα, τα οποία γεννούν οι νεανικές επιθυμίες, ή η καυτή οργή, ή ο έρωτας των χρημάτων. Αλλ’ αν κάποιος πάνω στο νεανικό σκίρτημα και στο άναμμα της ηλικίας παρουσιάζει ώριμο φρόνημα, ανώτερο απ’ την ηλικία του, αυτός είναι αξιοθαύμαστος αγωνιστής και ξεχωριστός και στη γνώμη σεβαστότερος από γέρο. Παρά ταύτα, όμως, αυτός ο τόσο ενάρετος νέος είχε πειστεί ακλόνητα, ότι τίποτα δεν του έλειπε ως προς τη δικαιοσύνη, είχε όμως μεγάλη ανάγκη από ζωή. Γι’ αυτό και αυτήν ζητάει απ’ εκείνον που μόνο μπορεί να τη δώσει. Και ως προς την εφαρμογή μεν του νόμου έχει παρρησία, ικετεύει όμως τον Υιό του Θεού. Μετακινείται από τη μία πίστη στην άλλη∙ επειδή κλονίζεται στις ατέλειες του νόμου και πλέει σε επικίνδυνα νερά, αγκυροβολεί στο λιμάνι του Σωτήρα.
- Ο Ιησούς, λοιπόν, δεν τον ελέγχει πως δεν έχει εφαρμόσει όλα όσα προβλέπει ο νόμος, αλλά εκτιμάει και εγκρίνει με το παραπάνω τη συμμόρφωσή του προς όσα έμαθε, λέγοντάς του, όμως, ότι αυτά δεν επαρκούν για την αιώνια ζωή, αφού δεν έχει εκπληρώσει τέλεια το νόμο, παρόλο ότι ήταν εργάτης του νόμου, αλλ’ άπρακτος της αληθινής ζωής. Ασφαλώς κι εκείνα είναι καλά (ποιος δεν συμφωνεί; διότι η εντολή είναι αγία), αφού οδηγούν μέχρι ένα σημείο κάποιας παιδαγωγίας με φόβο και προπαίδεια στην τέλεια νομοθεσία και χάρη του Ιησού, αλλά ο Χριστός είναι το τέλος του νόμου, αφού εκπληρώνει το σκοπό του, δίνοντας τη σωτηρία σ’ όποιον πιστεύει (Ρωμ. 10, 4), που δεν κάνει δούλους ως δούλος, αλλά και γιους και αδελφούς και συγκληρονόμους εκείνους που εφαρμόζουν το θέλημα του Πατέρα.
Θέλεις να γίνεις τέλειος;
- Αν θέλεις να γίνεις τέλειος (Ματθ. 19, 21). Επομένως, δεν ήταν τέλειος, αφού δεν υπάρχει τελειότερο απ’ το τέλειο. Και με θεϊκό τρόπο το αν θέλεις φανέρωσε το αυτεξούσιο της ψυχής με την οποία συνομιλούσε. Γιατί στον άνθρωπο, σαν ελεύθερος που ήταν, ανήκε η εντολή, ενώ στον Θεό η παροχή, σαν Κύριος. Και τη δίνει σ’ αυτούς που θέλουν και δείχνουν μεγάλο ζήλο και τη χρειάζονται, για να γίνει έτσι δική τους η σωτηρία. Διότι ο Θεός δεν αναγκάζει (επειδή η βία είναι μισητή στον Θεό), αλλά σ’ όσους τη ζητούν την εξασφαλίζει και σ’ αυτούς που παρακαλούν τη δίνει και σ’ εκείνους που χτυπούν ανοίγει. Αν, λοιπόν, θέλεις, αν πραγματικά θέλεις και δεν αυταπατάσαι, απόχτησε αυτό που σου λείπει. Ένα σου λείπει (Μάρκ. 10, 21), το ένα, το δικό μου, το αγαθό που είναι κιόλας πάνω απ’ το νόμο, που ο νόμος δεν το δίνει, το οποίο ο νόμος δεν το χωράει και που είναι γνώρισμα των ζωντανών. Βέβαια, αυτός που εφάρμοσε εκ νεότητος όλες τις εντολές του νόμου και με τόλμη είπε τα μεγάλα λόγια για τον εαυτό του, το ένα αυτό δεν μπόρεσε να το προσθέσει στα όλα, αυτό το εξαιρετικό του Σωτήρα, για να λάβει αιώνια ζωή που ποθούσε∙ αλλά έφυγε στενοχωρημένος, θεωρώντας δυσβάσταχτο βάρος το παράγγελμα της ζωής, για την οποία παρακαλούσε. Γιατί δεν ήθελε στην πραγματικότητα ζωή, όπως έλεγε, αλλά περιβαλλόταν μόνο απ’ τη φήμη της καλής διάθεσης. Και ήταν μεν ικανός να ασχολείται με πολλά, το δε ένα, το έργο της ζωής, αποδείχτηκε αδύναμος κι απρόθυμος να εκτελέσει.
Ό,τι περίπου συνέβη και με τη Μάρθα, που καταπιανόταν με πολλά και αγχωνόταν και ταρασσόταν διακονώντας, ενώ κατηγορούσε την αδελφή της πως εγκατέλειψε την εξυπηρέτηση και κάθεται στα πόδια του παρακολουθώντας ήσυχα σαν μαθήτρια, οπότε ο Σωτήρας τής είπε∙ ασχολείσαι κι αγωνιάς για τόσα πολλά πράγματα∙ η Μαρία, όμως, διάλεξε την αγαθή μερίδα, και δεν πρόκειται να της την αφαιρέσει κανείς (Λουκ. 10, 41-42). Έτσι πρόσταζε κι αυτόν, αφού αφήσει κατά μέρος την ενασχόλησή του με πολλά, σ’ ένα μόνο να συγκεντρωθεί και να προσκολληθεί, με τη χάρη εκείνου που δωρίζει την αιώνια ζωή.
«Πούλησε τα υπάρχοντά σου»
Τι ήταν, λοιπόν, αυτό που τον έτρεψε σε φυγή και τον έκανε να λιποτακτήσει απ’ το διδάσκαλο, την ικεσία, την ελπίδα, τη ζωή, τους πρότερους αγώνες του; Το πούλησε τα υπάρχοντά σου. Αλλά τι σημαίνει αυτό; Όχι εκείνο που με προχειρότητα δέχονται κάποιοι, ότι δηλαδή διατάσσει την απόρριψη της περιουσίας και την απαλλαγή απ’ τα χρήματα. Αλλά να εξορίσει απ’ την ψυχή του τα πιστεύματά του για τα χρήματα, τη συμπάθειά του προς αυτά, την υπερβολική επιθυμία τους, την αγωνία και την αρρώστια γι’ αυτά, τις μέριμνες, τα αγκάθια του βίου που συμπνίγουν τους σπόρους της ζωής. Γιατί ούτε σπουδαίο και ζηλευτό είναι, έτσι χωρίς λόγο κι όχι για λόγους ζωής, να μη έχεις χρήματα (διότι έτσι θα ήταν εκείνοι που δεν έχουν απολύτως τίποτα, αλλά είναι μόνοι και ζητιάνοι για τον επιούσιο, οι παραπεταμένοι στους δρόμους φτωχοί, που αγνοούν τον Θεό και δεν αποδέχονται τη δικαίωση που προσφέρει ο Θεός — Ρωμ. 10, 3, και που μόνο και μόνο γι’ αυτή την απόλυτη απορία και την έλλειψη των μέσων για ζωή και τη στέρηση ακόμα και των στοιχειωδών, είναι πολύ μακάριοι και αγαπητοί στον Θεό και οι μόνοι που έχουν αιώνια ζωή). Ούτε είναι κάτι καινούργιο το να αρνηθείς τον πλούτο και να τον χαρίσεις στους φτωχούς ή πένητες, πράγμα που πολλοί έκαναν πριν από την ενσάρκωση του Σωτήρα, άλλοι μεν εξαιτίας της επιθυμίας τους ν’ ασχοληθούν με τους λόγους της νεκρής φιλοσοφίας, άλλοι δε για χάρη της κούφιας φήμης και της κενοδοξίας, όπως οι Αναξαγόρες και οι Δημόκριτοι και οι Κράτητες.
- Γιατί, λοιπόν παραγγέλλει σαν νέο και αποκλειστικότητα του Θεού και το μόνο που δίνει ζωή, αυτό που δεν έσωσε τους προγενέστερους; Και τι το εξαιρετικό η καινή κτίση, ο Υιός του Θεού, αναγγέλλει και διδάσκει; Δεν παραγγέλλει αυτό που φαίνεται, πράγμα που έκαναν άλλοι, αλλά κάτι διαφορετικό που συμβολίζεται απ’ αυτό που φαίνεται, μεγαλύτερο και θεϊκότερο και τελειότερο, το να απογυμνώσει την ίδια την ψυχή του και τη διάθεσή του από τα πάθη και να κόψει απ’ τη ρίζα και να βγάλει τα ξένα προς τη θέληση. Διότι αυτό το μάθημα είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα του πιστού και αντάξιο δίδαγμα του Σωτήρα. Γιατί οι προγενέστεροι , αφού περιφρόνησαν τα εξωτερικά, τα μεν κτήματα εγκατέλειψαν κι έχασαν, τα πάθη, όμως, των ψυχών νομίζω ότι αύξησαν ακόμα περισσότερο. Διότι έγιναν υπεροπτικοί και αλαζόνες και κενόδοξοι και περιφρονητές των άλλων ανθρώπων, σα να είχαν καταφέρει οι ίδιοι κάτι υπεράνθρωπο.
Πώς, λοιπόν, θα ήταν δυνατόν ο Σωτήρας να κάνει παραινέσεις σ’ αυτούς που θα ζήσουν αιώνια, συμβουλεύοντας αυτά που θα έβλαπταν και θα κατέστρεφαν όσα συντελούν στη ζωή, την οποία υπόσχεται; Είναι, βέβαια, και το εξής: Μπορεί κάποιος, ενώ έχει απαλλαγεί απ’ το βάρος της περιουσίας, να έχει ακόμα διάχυτη και ζωντανή και όχι μικρότερη την επιθυμία και την όρεξη των χρημάτων. Και να έχει μεν αποβάλει τη χρήση τους, αλλά ταυτόχρονα, στερούμενος και ποθώντας αυτά που διασπάθησε, να λυπάται διπλά και για την έλλειψη όσων τον εξυπηρετούσαν και γιατί μετάνοιωσε που δεν τα έχει. Διότι είναι ακατόρθωτο και αδύνατο, αυτός που χρειάζεται τα προς τη ζωή απαραίτητα, να μη λυπάται και να μη ασχολείται με τα καλύτερα, προσπαθώντας όπως και όπου μπορεί να τα εξασφαλίσει.
- Και πόσο χρησιμότερο είναι το αντίθετο, δηλαδή κι εκείνος που έχει αρκετά να μη βασανίζεται ν’ αποχτήσει περιουσία αλλά και να συμπαραστέκεται σ’ αυτούς που έχει καθήκον; Διότι ποια επικοινωνία θ’ απέμενε στους ανθρώπους, αν κανένας δεν έχει τίποτα; Και πώς αυτή η διδασκαλία δεν θα βρισκόταν φανερά αντίθετη και αντιμέτωπη σε πολλά άλλα και καλά λόγια του Κυρίου, όπως για παράδειγμα: να κάνετε φίλους σας ακόμη κι απ’ τα χρήματα της αδικίας, ώστε κι όταν έρθει το τέλος σας, να σας δεχτούν στις αιώνιες κατοικίες (Λουκ. 16, 9), αποχτήστε θησαυρούς στον ουρανό, όπου δεν τους αφανίζουν ούτε ο σκόρος ούτε η σκουριά, κι όπου οι κλέφτες δεν κάνουν διαρρήξεις και δεν τους κλέβουν (Ματθ. 6, 20). Πώς θα μπορούσε κανείς να θρέψει έναν πεινασμένο και να ξεδιψάσει έναν διψασμένο και να ντύσει έναν γυμνό και να περιμαζέψει έναν άστεγο, που όσοι δεν το κάνουν απειλούνται με τη φωτιά και το σκοτάδι το εξώτερο, αν σ’ όλα αυτά ο καθένας βρεθεί να υστερεί; Φυσικά κι ο ίδιος ο Ιησούς φιλοξενείται απ’ το Ζακχαίο και το Λευί και το Ματθαίο που ήταν πλούσιοι και τελώνες (φοροεισπράχτορες)∙ και τα μεν χρήματα δεν τους παραγγέλλει να μοιράσουν, επιβάλλοντας, όμως, τη δίκαιη χρήση τους κι αφαιρώντας την άδικη, διακηρύττει: Σήμερα ήρθε η σωτηρία στο σπίτι αυτό (Λουκ. 19, 9).
Έτσι επαινεί την αναγκαιότητα των χρημάτων, ώστε και με την προσθήκη αυτή προστάζει την κοινωνία να ποτίζουν το διψασμένο, να δίνουν ψωμί στον πεινασμένο, να δέχονται στο σπίτι τον άστεγο, να ντύνουν τον γυμνό (πρβλ. Ματθ. 25, 35 εξ.). Κι αν αυτές τις ανάγκες δεν είναι δυνατό να τις εκπληρώνουμε χωρίς χρήματα, από δε τα χρήματα μας διατάζει να μένουμε μακριά, τι άλλο θα μπορούσε να κάνει ο Κύριος, παρά να προτρέπει τα ίδια πράγματα να δίνουμε και να μη δίνουμε, να τρέφουμε και vα μη τρέφουμε, να δεχόμαστε στο σπίτι και να μη δεχόμαστε, να επικοινωνούμε και να μη επικοινωνούμε, πράγμα που είναι πιο παράλογο απ’ όλα;
Η χρήση του πλούτου
- Δεν πρέπει, επομένως, ν’ απορρίπτουμε τα χρήματα που και τους πλησίον μας ωφελούν. Διότι είναι κτήματα, επειδή αποκτιούνται και χρήματα επειδή είναι χρήσιμα κι ετοιμάστηκαν απ’ τον Θεό για τη χρήση τους απ’ τους ανθρώπους, τα οποία βρίσκονται κοντά μας, και μας έχουν δοθεί σαν ένα υλικό και όργανο για καλή χρήση απ’ όσους γνωρίζουν το όργανο. Αν το χρησιμοποιείς με επιδεξιότατα, σ’ εξυπηρετεί τεχνικά∙ αν υστερείς στην τεχνική δέχεσαι το αποτέλεσμα της μη κατάρτισής σου, ενώ το όργανο είναι ανεύθυνο. Τέτοιο ακριβώς όργανο είναι και ο πλούτος. Μπορείς να το χρησιμοποιείς δίκαια; Γίνεται υπηρέτης της δικαιοσύνης. Το χρησιμοποιεί κανείς άδικα; Τότε βρίσκεται υπηρέτης της αδικίας. Διότι απ’ τη φύση του είναι προορισμένο να υπηρετεί, όχι να εξουσιάζει.
Δεν πρέπει, λοιπόν, αυτό που από μόνο του δεν έχει ούτε το καλό ούτε το κακό κι είναι ανεύθυνο, να το κατηγορούμε∙ να κατηγορούμε αυτόν που μπορεί να το χρησιμοποιήσει και καλώς και κακώς, ανάλογα με την επιλογή που θα κάνει. Κι αυτό είναι ο νους του ανθρώπου, ο οποίος και κρίση ελεύθερη διαθέτει και το αυτεξούσιο έχει για τη διαχείριση όσων του δόθηκαν.
Ώστε, ας μη προτιμήσει να εξαφανίσει κανείς τα κτήματα, αλλά τα πάθη της ψυχής, που δεν επιτρέπουν την άριστη χρήση των υπαρχόντων μας, με σκοπό, αφού γίνει καλός και αγαθός, να μπορέσει να χρησιμοποιήσει καλώς κι αυτά τα κτήματα. Το να αρνηθούμε όλα τα υπάρχοντα και να πουλήσουμε ό,τι έχουμε, πρέπει να το αποδεχτούμε μ’ αυτόν τον τρόπο, ότι δηλαδή έχει ειπωθεί για τα ψυχικά πάθη.
- Εγώ, όμως, θα έλεγα κι εκείνο: Επειδή άλλα μεν είναι μέσα στην ψυχή, άλλα δε έξω κι αν βέβαια η ψυχή τα χρησιμοποιεί καλώς φαίνονται κι αυτά καλά, αν όμως με κακία, είναι κακά∙ αυτός που προστάζει ν’ αποξενωθούμε απ’ τα υπάρχοντα, τι από τα δύο εννοεί; Αρνείται πρώτα αυτά, που όταν χαθούν εξακολουθούν να μένουν τα πάθη, ή αρνείται περισσότερο εκείνα (τα πάθη), που όταν χαθούν και τα κτήματα γίνονται χρήσιμα; Εκείνος, λοιπόν, που έδιωξε την κοσμική περιουσία μπορεί ακόμα (παρά ταύτα) να είναι πλούσιος σε πάθη και χωρίς να υπάρχουν τα υλικά (γιατί, βέβαια, η διάθεση κάνει τη δουλειά της και πνίγει το λογισμό και πιέζει και ανάβει τις επιθυμίες που τον συντροφεύουν)∙ άρα δεν τον ωφέλησε καθόλου η έλλειψη των χρημάτων, αφού ήταν πλούσιος σε πάθη. Γιατί δεν αρνήθηκε αυτά που έπρεπε να χάσει, αλλά όσα δεν τον ενδιέφεραν. Και από κείνα που τον εξυπηρετούσαν απέκοψε τον εαυτό του, άναψε όμως δυνατά την έμφυτη ύλη της κακίας με την έλλειψη των εξωτερικών.
Πρέπει, λοιπόν, ν’ αρνηθούμε τα βλαβερά υπάρχοντά μας κι όχι εκείνα που αν κανείς γνωρίζει την ορθή χρήση τους μπορούν να ωφελήσουν κι άλλους. Και ωφελούν, φυσικά, όσα εξοικονομούνται με σύνεση και σωφροσύνη και ευσέβεια, ενώ τα επιζήμια είναι για απομάκρυνση και τα εξωτερικά δεν είναι βλαβερά. Έτσι, λοιπόν, ο Κύριος επιτρέπει και τη χρήση των εξωτερικών, παραγγέλλοντας να αποθέσουμε όχι τα απαραίτητα του βίου, αλλά εκείνα που κακώς χρησιμοποιούνται. Κι αυτά είναι τα έλκη και τα πάθη της ψυχής.
- Όταν αυτά (τα πάθη) υπάρχουν σε αφθονία είναι θανατηφόρα για όλους, ενώ όταν χαθούν είναι σωτήριο. Όταν, λοιπόν, η ψυχή είναι καθαρή απ’ αυτά, δηλαδή προσφέρεται φτωχή και γυμνή, θ’ ακούσει τότε το Σωτήρα να λέει∙ έλα κι ακολούθησέ με. Γιατί αυτός γίνεται τότε δρόμος για τον καθαρό στην καρδιά, ενώ σε ακάθαρτη ψυχή η χάρη του Θεού δεν εισέρχεται. Ακάθαρτη δε είναι η ψυχή η πλούσια σε επιθυμίες, που πονάει κι υποφέρει από πολλούς έρωτες και κοσμικά ενδιαφέροντα. Γιατί αυτός που κατέχει κτήματα και χρυσάφι κι ασήμι και σπίτια σαν δωρεές του Θεού και που απ’ αυτές υπηρετεί τον δωρεοδότη Θεό που του τα έδωσε για τη σωτηρία ανθρώπων∙ και ξέροντας ότι αυτά τα έχει αποκτήσει περισσότερο για τους συνανθρώπους του παρά για τον εαυτό του και όντας ανώτερος απ’ την απόκτησή τους, χωρίς να είναι δούλος αυτών που κατέχει, ούτε τα κουβαλάει μέσα στην ψυχή του, ούτε περιορίζει και περιγράφει μέσα σ’ αυτά τη ζωή του, αλλά πάντοτε κοπιάζει και για κάποιο καλό και θεϊκό έργο, κι αν ποτέ χρειαστεί να τα στερηθεί όλα αυτά, μπορεί με ήρεμη συνείδηση να σηκώσει και τη στέρησή τους εξίσου, όπως και την περιουσία. Αυτός είναι που μακαρίζεται απ’ τον Κύριο, και καλείται πτωχός τω πνεύματι (Ματθ. 5, 3), έτοιμος κληρονόμος της βασιλείας του ουρανού κι όχι ο πλούσιος που δεν μπορεί να ζήσει.
- Όποιος, όμως, έχει τον πλούτο στην ψυχή του κι αντί για Πνεύμα Θεού έχει στην καρδιά του χρυσάφι ή αγρό κι αυξάνει αμέτρητα την περιουσία του και κάθε φορά έχει στραμμένο το βλέμμα στο περισσότερο, βλέποντας προς τα γήινα, κι είναι πιασμένος στις παγίδες του κόσμου, όντας γη που πρόκειται να επιστρέφει στη γη (πρβλ. Γεν. 3, 19), από πού μπορεί να επιθυμήσει τη βασιλεία των ουρανών και να φροντίσει, ένας άνθρωπος που αντί για καρδιά έχει μέσα του κάποιο χωράφι ή πολύτιμο μέταλλο κι είναι ανάγκη να βρίσκεται μ’ εκείνα που έχει διαλέξει; Διότι όπου βρίσκεται ο νους του ανθρώπου, εκεί είναι και ο θησαυρός του (Ματθ. 6, 21. Λουκ. 12, 34).
Επειδή ο Κύριος γνωρίζει δύο θησαυρούς. Ο ένας είναι αγαθός: Ο καλός άνθρωπος βγάζει το καλό από το αγαθό απόθεμα της καρδιάς του. Ο άλλος είναι κακός: Ο κακός από το κακό απόθεμα της καρδιάς του βγάζει το κακό∙ γιατί το στόμα του ανθρώπου μιλάει από το περίσσευμα της καρδιάς (Λουκ. 6, 15). Όπως, λοιπόν, ο θησαυρός δεν είναι γι’ αυτόν ένας, καθώς και για μας, που μας δίνει μεγάλο κέρδος με την ξαφνική εύρεσή του, αλλά (υπάρχει) και δεύτερος που είναι χωρίς κέρδος και μη επιθυμητός και δυσκολοαπόκτητος και ζημιογόνος∙ έτσι υπάρχει κι ένας πλούτος αγαθών κι άλλος κακών, αν βέβαια τον πλούτο και το θησαυρό δεν τα θεωρούμε αλληλοεξαρτώμενα ως προς τη φύση τους. Και ο μεν ένας πλούτος θα μπορούσε ν’ αποκτηθεί και να επιδιωχτεί, ο δε άλλος δεν αποκτάται και είναι αποκρουστέος. Κατά τον ίδιο τρόπο φτώχεια ευλογημένη είναι η πνευματική, γι’ αυτό και ο Ματθαίος πρόσθεσε∙ μακάριοι οι φτωχοί. Πώς φτωχοί; Οι πτωχοί τω πνεύματι. Κι επίσης∙ μακάριοι όσοι πεινούν και διψούν για την επικράτηση του θελήματος του Θεού (Ματθ. 5, 3.6). Άρα είναι αξιολύπητοι οι αντίθετοι φτωχοί, που απ’ τη μια στερούνται τον Θεό κι απ’ την άλλη στερούνται περισσότερο την ανθρώπινη περιουσία κι είναι άγευστοι του θελήματος του Θεού.
Η σημασία της χρήσης
- Ώστε τους πλούσιους, αυτούς που θα μπουν δύσκολα στη βασιλεία των ουρανών, πρέπει να τους εξετάσουμε με μαθηματική έννοια, χωρίς σκαιότητα, ή βάναυσα, ή σαρκικά. Γιατί δεν έχει ειπωθεί μ’ αυτό το νόημα, ούτε η σωτηρία εξαρτάται από εξωτερικά, ούτε αν είναι πολλά, ούτε αν είναι λίγα, ή μικρά ή μεγάλα, ή ένδοξα ή άδοξα, αν επιδοκιμάζονται ή αποδοκιμάζονται, αλλά στηρίζεται στην αρετή της ψυχής, στην πίστη και την ελπίδα, την αγάπη και τη φιλαδελφία, τη γνώση και την πραότητα, στην ταπεινότητα και την αλήθεια, των οποίων βραβείο είναι η σωτηρία. Διότι δεν θα ζήσει κανείς εξαιτίας της ομορφιάς του σώματός του ή θα χαθεί για το αντίθετο. Αλλ’ όποιος χρησιμοποιεί το σώμα που του δόθηκε με αγνότητα και κατά το θέλημα του Θεού θα ζήσει, ενώ εκείνος που φθείρει το ναό του Θεού (το σώμα του) θα φθαρεί κι ο ίδιος. Αφού μπορεί κι ένας κακάσχημος να ασελγεί κι ένας ωραίος να σωφρονεί. Ούτε η δύναμη και το μέγεθος του σώματος δίνει ζωή, ούτε η σωματική καχεξία καταστρέφει, αλλά την αιτία για την κάθε περίπτωση την δίνει η ψυχή που τα χρησιμοποιεί. Λέει, λοιπόν, ότι πρέπει να υπομένεις όταν σε ραπίζουν στο πρόσωπο, πράγμα στο οποίο μπορεί να υπακούσει κι ένας δυνατός και υγιής, ή να παραβεί, αντίθετα, ένας αδύναμος και με ανίσχυρη θέση. Έτσι και κάποιος που είναι φτωχός κι άπορος θα μπορούσε να βρεθεί καμιά φορά μεθυσμένος απ’ τις επιθυμίες, κι αντίθετα ένας πλούσιος με πολλά χρήματα να είναι σε εγρήγορση πνευματική, φτωχός στις ηδονές, υπάκουος συνετός, καθαρός, σωφρονισμένος.
Αν, λοιπόν, υπάρχει κάτι που θα ζήσει, το κυριότερο και πρώτο είναι η ψυχή∙ κι όταν φυτρώνει μέσα της η αρετή την σώζει, ενώ η κακία τη θανατώνει κι είναι πλέον φανερό πως αυτή σώζεται κι όταν είναι φτωχή απ’ όσα προσφέρει ο (υλικός) πλούτος σε κάποιον διαφθείροντάς τον, ενώ, έχοντας πλούσια εκείνα που οφείλονται στον πλούτο, πεθαίνει. Κι ας μη αναζητούμε αλλού την αιτία του θανάτου, παρά μόνο στην κατάσταση της ψυχής και τη διάθεσή της τόσο για υπακοή στον Θεό και αγνότητα, όσο και για παράβαση των εντολών και αύξηση της κακίας.
- Αληθινός, λοιπόν, και σωστός πλούσιος είναι όποιος είναι πλούσιος σε αρετές και μπορεί να χρησιμοποιεί καθετί ευνοϊκό με ευσέβεια και πίστη∙ ενώ νόθος πλούσιος είναι αυτός που πλουτίζει σε υλικά αγαθά κι έχει μεταφέρει τη ζωή του στα εξωτερικά αποκτήματα, που παρέρχονται και καταστρέφονται και πηγαινοέρχονται απ’ τον ένα στον άλλον και στο τέλος δεν είναι κανενός, με κανένα τρόπο. Κατά την ίδια αντιστοιχία είναι κάποιος γνήσιος φτωχός, ενώ άλλος είναι νόθος και ψευδώνυμος φτωχός∙ ο μεν ένας φτωχός κατά το πνεύμα του, ο δε άλλος πλούσιος κοσμικά, με στοιχεία ξένα. Προς τον φτωχό κοσμικά αλλά πλούσιο στα πάθη, ο μη φτωχός στο πνεύμα και πλούσιος κατά Θεόν, λέει∙ Διώξε απ’ την ψυχή σου τα ξένα κτήματα, ώστε αφού γίνεις καθαρός στην καρδιά σου, να δεις τον Θεό (πρβλ. Ματθ. 5, 8), που με άλλα λόγια σημαίνει να μπεις στη βασιλεία των ουρανών. Και πώς θα τα διώξεις; Αφού τα πουλήσεις. Και τι να πουλήσεις; Να πάρεις χρήματα απ’ την πώληση των κτημάτων, κάνοντας ανταλλαγή πλούτου με πλούτο, εξαργυρώνοντας τη φανερή περιουσία; Καθόλου. Αλλά, αντί γι’ αυτά που υπάρχουν από πρώτα στην ψυχή, που επιθυμείς να σώσεις, να βάλεις στη θέση τους άλλο πλούτο που σε θεοποιεί και σου δίνει αιώνια ζωή, δηλαδή τις σύμφωνες με το θέλημα του Θεού διαθέσεις, που θα σου ανταποδώσουν αμοιβή και διαρκή τιμή και σωτηρία και αιώνια αφθαρσία.
Έτσι πουλάς καλά τα υπάρχοντα, τα πολλά και περιττά που σου αποκλείουν τον ουρανό, και τα ανταλλάσσεις μ’ αυτά που μπορούν να σε σώσουν. Εκείνα ας τα έχουν οι σαρκικοί φτωχοί που τα χρειάζονται. Εσύ, όμως, αφού πάρεις σαν αντιπαροχή τον πνευματικό πλούτο, θα έχεις πλέον θησαυρό στους ουρανούς.
Και ποιος μπορεί να σωθεί;
- Επειδή δεν κατάλαβε ακριβώς τη μεταφορική έννοια αυτών των λόγων ο με πολλά χρήματα και άνθρωπος του νόμου, ούτε ότι ο ίδιος μπορεί να είναι και φτωχός και πλούσιος και να έχει και να μη έχει χρήματα και να χρησιμοποιεί τα υλικά αγαθά και να μη τα χρησιμοποιεί, έφυγε σκληρός και λυπημένος, αφήνοντας το είδος της ζωής που επιθυμούσε μόνο, αλλά δεν μπορούσε και να το πετύχει, καθιστώντας ο ίδιος προσωπικά το δύσκολο, τελείως αδύνατο. Γιατί ήταν δύσκολο να μη περιπλανιέται ούτε να παρασύρεται η ψυχή από τα αγαθά του φανερού πλούτου και τα περίσσεια γοητεύματα. Αλλά δεν είναι και αδύνατο και μέσα σ’ αυτά να πετύχει τη σωτηρία, αν κανείς μεταφερθεί από τον υλικό πλούτο στο νοητό και θεοδίδακτο και μάθει να χρησιμοποιεί τα αδιάφορα με τρόπο συνετό και ταιριαστό, για να μπορέσει να κινηθεί με ορμή προς την αιώνια ζωή.
Και οι μαθητές του Χριστού καταρχήν φοβήθηκαν και απόρησαν. Τι είχαν, τελοσπάντων, ακούσει; Ότι είχαν, άραγε, κι αυτοί αποκτήσει χρήματα πολλά; Αλλά κι αυτά ακόμα τα μικρά δίχτυα και τ’ αγκίστρια και τα βοηθητικά μικρά σκάφη τους εγκατέλειψαν από καιρό, τα μόνα που τους ανήκαν. Τι, λοιπόν, φοβήθηκαν και ρώτησαν ποιος μπορεί να σωθεί; Ως μαθητές, άκουσαν καλά αυτό που παραβολικά και χωρίς σαφήνεια ειπώθηκε από τον Κύριο και κατάλαβαν το βαθύ νόημα των λόγων.
Εξαιτίας, λοιπόν, της έλλειψης χρημάτων, είχαν ελπίδα πως θα σωθούν∙ επειδή, όμως, συνειδητοποίησαν, πως δεν είχαν ακόμα απομακρύνει τελείως τα πάθη (αφού ήταν ακόμα νέοι μαθητές κι είχαν πρόσφατα στρατολογηθεί από το Σωτήρα), απορούσαν περισσότερο και απελπίζονταν όχι λιγότερο από κείνον που είχε πολλά χρήματα και είχε δοθεί ολόκληρος και εντελώς στην περιουσία του, την οποία προτιμούσε απ’ την αιώνια ζωή. Ταίριαζε, λοιπόν, στους μαθητές κάθε φόβος, αφού κι αυτός που είχε χρήματα κι ήταν γεμάτος πάθη — στα οποία και οι ίδιοι ήταν πλούσιοι — παρομοίως θα διωχτούν απ’ τους ουρανούς∙ διότι η σωτηρία είναι για όσους δεν έχουν πάθη, αλλά καθαρές καρδιές.
- Ο δε Κύριος απαντάει∙ ότι αυτό που είναι αδύνατο για τους ανθρώπους, είναι δυνατό για τον Θεό (Μάρκ. 10, 27). Κι αυτός πάλι ο λόγος είναι γεμάτος από μεγάλη σοφία, διότι ασκώντας ο άνθρωπος και κοπιάζοντας για την απόκτηση της απάθειας, δεν καταφέρνει τίποτα∙ αν, όμως, φανερωθεί ότι επιθυμεί σφοδρά αυτή την αρετή, δείχνοντας μεγάλο ζήλο, το πετυχαίνει με την προσθήκη της δύναμης του Θεού. Γιατί όταν οι ψυχές το θέλουν, ο Θεός συμπαραστέκεται∙ αν, όμως, χάσουν την προθυμία τους, μαζεύεται και το Πνεύμα του Θεού που είχε δοθεί. Διότι, το να σώζεις κάποιους που δεν το επιθυμούν είναι βία∙ όταν, όμως, το θέλουν είναι χάρη. Ούτε ανήκει η βασιλεία του Θεού σ’ αυτούς που κοιμούνται (πνευματικά) κι είναι ανόητοι, αλλά την κατακτούν όσοι αγωνίζονται (Ματθ. 11, 12).
Αυτή και μόνον είναι η καλή βία, να ασκήσεις βία στον Θεό και ν’ αρπάξεις ζωή απ’ τον Θεό. Εκείνος γνωρίζοντας αυτούς που βίαια ή, καλύτερα, σταθερά αντέχουν, υποχώρησε και υπόκυψε. Γιατί ο Θεός χαίρεται με παρόμοιες ήττες. Έτσι, λοιπόν, όταν τ’ άκουσε αυτά ο μακάριος Πέτρος, ο εκλεκτός, ο εξαίρετος, ο πρώτος μεταξύ των μαθητών, που για χάρη του μόνο και για τον εαυτό του καταβάλλει το φόρο ο Σωτήρας, την άρπαξε αμέσως και κατάλαβε το νόημα του λόγου. Και τι λέει; Να, εμείς εδώ αφήσαμε τα πάντα και σ’ ακολουθήσαμε (Μαρκ. 10, 23). Με το τα πάντα, αν βέβαια εννοεί όλα τα υπάρχοντά του, αφήνοντας ίσως τους τέσσερις οβολούς, που λέει ο λόγος, δοξάζεται γι’ αυτό και θεωρώντας τα αντάξια προς τη βασιλεία των ουρανών θα μπορούσε να κάνει λάθος. Αν, όμως, εννοεί αυτό που λέμε τώρα, ότι, δηλαδή, αφού απόρριψαν τα παλιά νοητά κτήματα και τα ψυχικά νοσήματα, ακολουθούν τα ίχνη του Διδασκάλου, αυτό θα μπορούσε ήδη να τους συνδέσει με τους μέλλοντες να γραφτούν στους ουρανούς. Διότι έτσι ακολουθεί κανείς πραγματικά το Σωτήρα, όταν εφαρμόζει την αναμαρτησία και την τελειότητα εκείνου και, βλέποντας προς εκείνον σαν σε καθρέφτη, στολίζει και κανονίζει έτσι την ψυχή και ρυθμίζει όμοια προς αυτόν τα πάντα με τα πάντα.
- Κι ο Ιησούς απάντησε∙ σας βεβαιώνω πως όποιος άφησε τα δικά του και γονείς και αδέλφια και χρήματα, για μένα για το Ευαγγέλιο, θα πάρει εκατό φορές περισσότερα (Μάρκ. 10, 29). Αλλά ας μη σας ταράζει ούτε αυτό, ούτε το ακόμα πιο σκληρό απ’ αυτό που βγήκε απ’ το στόμα του σε άλλη περίπτωση∙ όποιος δεν απαρνιέται τον πατέρα και τη μάνα και παιδιά, ακόμα και την ίδια του τη ζωή, δεν μπορεί να είναι δικός μου μαθητής (Λουκ. 14, 26). Φυσικά, δεν διδάσκει το μίσος και το χωρισμό από τους πολυαγαπημένους ο Θεός της ειρήνης, αυτός που μας παρακινεί ν’ αγαπάμε και τους εχθρούς (πρβλ. Ματθ. 5, 44). Αφού, όμως, μπορεί ν’ αγαπάμε τους εχθρούς, ξεκινώντας απ’ εκείνους πρέπει ν’ αγαπάμε ανάλογα και τους στενούς συγγενείς. Ή, αν πρέπει να μισούμε το ίδιο μας το αίμα, πολύ περισσότερο ν’ απορρίπτουμε τους εχθρούς διδάσκει συνεχίζοντας ο λόγος. Αλλ’ αυτό θα παρουσίαζε τους λόγους να αλληλοαναιρούνται. Όμως δεν αναιρούνται ούτε κατά προσέγγιση. Γιατί απ’ την ίδια γνώμη και διάθεση και με τον ίδιο όρο θα μπορούσε κανείς να μισεί τον πατέρα και ν’ αγαπάει τον εχθρό, κάποιος, δηλαδή, που ούτε τον εχθρό πολεμάει ούτε τον πατέρα σέβεται περισσότερο απ’ το Χριστό.
Διότι μ’ εκείνο μεν το λόγο κόβει σύρριζα το μίσος και την κακή πράξη, μ’ ετούτον δε, τον υπερβολικό σεβασμό προς συγγενικά πρόσωπα, αν βλάπτουν στο θέμα της σωτηρίας. Αν, λοιπόν, ο πατέρας κάποιου είναι άθεος, ή ο γιος ή ο αδελφός κι αποδειχτεί εμπόδιο στην πίστη και στην άνω ζωή, μ’ αυτόν να μη συναναστρέφεται ούτε να συμφωνεί, αλλά να διαλύσει τη συγγενική σχέση, με την πνευματική εχθρότητα.
- Υπόθεσε ότι πρόκειται για μια αντιδικία. Φαντάσου ότι παρευρίσκεται ο πατέρας σου και λέει∙ εγώ σε γέννησα και σ’ ανάθρεψα∙ ακολούθα με και ν’ αδικείς μαζί μου και μη πείθεσαι στο νόμο τού Χριστού, κι όλα όσα θα μπορούσε να πει ένας άνθρωπος βλάσφημος και νεκρός στη φύση. Απ’ την άλλη μεριά άκου το Σωτήρα∙ εγώ σε αναγέννησα, ενώ είχες γεννηθεί απ’ τον κόσμο για να γίνεις τροφή του θανάτου∙ σ’ ελευθέρωσα, σε θεράπευσα, σε λύτρωσα∙ εγώ θα σου χαρίσω ζωή χωρίς τέλος, αιώνια, υπερκόσμια∙ εγώ θα σου δείξω το πρόσωπο του αγαθού Θεού Πατέρα. Και πατέρα σου μην ονομάσεις κανέναν στη γη (Ματθ. 23, 9). Οι νεκροί ας θάβουν τους νεκρούς τους, εσύ όμως ακολούθα με (πρβλ. Ματθ. 8, 22. Λουκ. 9, 60). Γιατί θα σε οδηγήσω στην ανάπαυση και στην απόλαυση άρρητων κι ανέκφραστων αγαθών, τα οποία μάτι δεν τα είδε κι ούτε τ’ άκουσε αφτί κι ούτε που τά ’βαλε ο λογισμός του ανθρώπου (Α’ Κορ. 2, 9), τα οποία ακόμα και οι άγγελοι θα ήθελαν να δουν και να κατανοήσουν (Α’ Πέτρ. 1, 12), τα αγαθά τα οποία ετοίμασε ο Θεός για τους αγίους και για τα παιδιά που τον αγαπούν. Εγώ σε τρέφω, δίδοντάς σου τον εαυτό μου άρτο, που όποιος τον δοκιμάσει δεν πεθαίνει πλέον και ποτό αθανασίας σού δίνω κάθε μέρα. Εγώ είμαι ο διδάσκαλός σου στα υπερουράνια μαθήματα. Για χατήρι σου πάλεψα με το θάνατο και ξεπλήρωσα το θάνατό σου, τον οποίο χρωστούσες εξαιτίας των προηγούμενων αμαρτημάτων σου και της απιστίας στον Θεό.
Ακούγοντας αυτούς τους λόγους από το ένα και το άλλο μέρος, δίκασε τον εαυτό σου και βγάλε απόφαση για τη σωτηρία σου. Κι αν αδελφός σου φρονεί τα ίδια, ή τέκνο, ή γυναίκα, ή οποιοσδήποτε άλλος, ο Χριστός προπάντων ας είναι για σένα ο νικητής. Διότι αγωνίζεται για σένα.
Εδώ χάνεις, εκεί κερδίζεις
- Μπορείς να ξεπεράσεις και τα χρήματα; Απάντησε: ναι, δεν μου απαγορεύει ο Χριστός την περιουσία, δεν φθονεί ο Κύριος. Διαπιστώνεις, όμως, ότι αυτά σε νικούν και σε ανατρέπουν; Άφησέ τα, πέταξέ τα, μίσησέ τα, αρνήσου τα, φύγε. Κι αν κάτι τόσο σπουδαίο σαν το δεξί σου μάτι σε σκανδαλίζει, βγάλ’ το και πέταξέ το (Ματθ. 5, 29. Μάρκ. 9, 43). Είναι προτιμότερη για το μονόφθαλμο η βασιλεία του Θεού, παρά η φωτιά για κείνον που έχει δύο μάτια. Κι αν (σε σκανδαλίζει) το χέρι ή το πόδι ή η ψυχή, μίσησέ την. Γιατί αν εδώ χαθεί για το Χριστό, εκεί θα ξαναζήσει.
- Μ’ αυτή τη γνώμη είναι όμοια και η επόμενη: Τώρα, σ’ αυτόν τον καιρό θα έχει χωράφια και χρήματα και σπίτια και αδέλφια, και μάλιστα μέσα σε διωγμούς (Μάρκ. 10, 30). Διότι ούτε μας έφερε στη ζωή χωρίς χρήματα, ούτε χωρίς στέγη, ούτε χωρίς αδέλφια, επειδή μας ονόμασε και πλούσιους αλλά με τον τρόπο που είπαμε πριν, κατά τον οποίο μας είπε αδελφούς, όπως τον Πέτρο με τον Ανδρέα, και τον Ιάκωβο με τον Ιωάννη τα παιδιά του Ζεβεδαίου, αλλά με ίδιο φρόνημα μεταξύ τους και το Χριστό. Η έκφραση, όμως, μέσα σε διωγμούς έρχεται σε αντίθεση με το να έχει ο καθένας αυτά.
Απ’ τους διωγμούς ο ένας γίνεται εξωτερικά, όταν οι άνθρωποι καταδιώκουν τους πιστούς από έχθρα ή φθόνο ή από φιλοκέρδια ή με διαβολική ενέργεια∙ αλλά ο χειρότερος διωγμός είναι μέσα μας, που ξεκινάει απ’ την ίδια την ψυχή του καθενός, που τη λυμαίνονται άθεες επιθυμίες και ποικίλες ηδονές και φρούδες ελπίδες και καταστροφικά ονειροπολήματα. Όταν, επιθυμώντας πάντοτε τα περισσότερα και λυσσώντας και φλεγόμενη από άγριους έρωτες και σαν να την τρυπούν καρφιά ή βούκεντρα από τα πάθη που φωλιάζουν μέσα της, ματώνεται και σπρώχνεται σε μανιακές επιδιώξεις, απόγνωση της ζωής και καταφρόνηση του Θεού.
Αυτός ο διωγμός είναι βαρύτερος και πιο δύσκολος, γιατί ξεκινάει ορμητικά από μέσα μας, υπάρχει πάντα και δεν μπορεί να τον αποφύγει αυτός που καταδιώκεται. Γιατί τον εχθρό τον περιφέρει μέσα του παντού. Έτσι και η έξαψη∙ αυτή μεν που οφείλεται σε εξωτερική προσβολή φέρνει δοκιμασία, εκείνη όμως που είναι εσωτερική πουλάει το θάνατο. Ο πόλεμος που κηρύσσεται εξωτερικά εξουδετερώνεται εύκολα, αυτός που διεξάγεται στην ψυχή διαρκεί ως το θάνατο. Με τέτοιο διωγμό αν έχεις τον υλικό πλούτο και τα εξ αίματος αδέλφια και τα άλλα στοιχεία, εγκατάλειψε όλο αυτό το πλήθος των κτημάτων που είναι για κακό, δώσε ειρήνη στον εαυτό σου, ελευθερώσου από διαρκή διωγμό, αντί για κείνους κάνε στροφή προς το Ευαγγέλιο, διάλεξε απ’ όλους το Σωτήρα, που είναι συνήγορος και παρηγορητής της ψυχής σου και πρύτανης της αιώνιας ζωής. Γιατί αυτά που φαίνονται είναι πρόσκαιρα, ενώ εκείνα που δεν φαίνονται είναι αιώνια (Β’ Κορ. 4, 18). Και στον μεν παρόντα χρόνο είναι σύντομα και αβέβαια, στον δε μελλοντικό είναι ζωή αιώνια.
Οι πλούσιοι δεν αποκλείονται απ’ τη βασιλεία των ουρανών
- Πολλοί θα βρεθούν από πρώτοι τελευταίοι κι άλλοι από τελευταίοι πρώτοι (Μάρκ. 10, 31). Αυτή η φράση έχει βαθύ νόημα και χρειάζεται εξήγηση, δεν απαιτεί, όμως, επί του παρόντος εξέταση. Γιατί δεν αναφέρεται μόνο στους πολύ πλούσιους, αλλά αφορά και σ’ όλους γενικά τους ανθρώπους, που μια για πάντα παραδόθηκαν στην πίστη. Επομένως αυτό ας παραμείνει προς το παρόν.
Εκείνο, όμως, που έχουμε μπροστά μας, νομίζω ότι έχει αποδειχτεί πως δεν είναι κατώτερο απ’ την υπόσχεση, ότι κατ’ ουδένα τρόπο ο Σωτήρας δεν απέκλεισε τους πλούσιους εξαιτίας του ίδιου του πλούτου και της απόκτησης της περιουσίας, ούτε τους περιόρισε με βαθιά τάφρο από τη σωτηρία, αν βέβαια θα μπορούσαν και θα ήθελαν να συμμορφώνονται με τις εντολές του Θεού και αντί για τα πρόσκαιρα να προτιμούν τη ζωή τους και να ατενίζουν επίμονα τον Κύριο, περιμένοντας κατά κάποιο τρόπο το νεύμα του καλού κυβερνήτη για το τι θέλει, τι προστάζει, ποιο σύνθημα δίνει στους ναύτες του, πού και από πού θα μπουν στο λιμάνι. Γιατί, ποια αδικία κάνει κάποιος αν προσεκτικά και με οικονομίες, πριν πιστέψει, συγκέντρωσε αρκετή περιουσία; Ή κι αυτό που είναι περισσότερο ακατηγόρητο, αν κατευθείαν απ’ τον Θεό, που κατανέμει την εύνοια, μπήκε σε σπίτι τέτοιων ανθρώπων και γενικά με πολλά χρήματα και δύναμη εξαιτίας του πλούτου; Διότι, αν διωχνόταν απ’ την αιώνια ζωή επειδή γεννήθηκε, χωρίς να το θέλει, μέσα στον πλούτο, αδικείται πολύ απ’ τον δημιουργό του Θεό, με το να αξιωθεί μεν την πρόσκαιρη καλοπέραση, να στερηθεί, όμως, την αιώνια ζωή. Και τι χρειαζόταν να εμφανιστεί ο πλούτος στη γη, αν είναι χορηγός και αιτία θανάτου;
Αλλά, αν μπορεί κάποιος να λυγίσει τη δύναμη των υπαρχόντων στα ενδότερα και να δείξει μετριοφροσύνη και σωφροσύνη και να ζητάει μόνο τον Θεό και ν’ αναπνέει τον Θεό και να ζει με τον Θεό, αυτός υπηρετεί φτωχός τις εντολές, ελεύθερος, ανίκητος, γερός, αχτύπητος απ’ τα χρήματα. Αν όχι, πιο εύκολο είναι να περάσει καμήλα από τη βελονότρυπα, παρά να μπει ένας πλούσιος στη βασιλεία του Θεού (Μάρκ. 10, 25). Ας θεωρηθεί ότι η καμήλα σημαίνει και κάτι υψηλότερο, ότι προφταίνει απ’ το στενό και θλιμμένο δρόμο τον πλούσιο, πράγμα το οποίο δηλώνει το μυστήριο του Σωτήρα, που είναι δυνατό να μάθουμε στην ερμηνεία περί των αρχών και της θεολογίας.
- Αλλά πρώτα ας εξετάσουμε το φαινομενικό κι ύστερα τον λόγο για τον οποίο ειπώθηκε η παραβολή. Ας διδάσκει τους πλούσιους, πως δεν πρέπει να αδιαφορούν για τη σωτηρία τους, επειδή δήθεν έχουν κιόλας καταδικαστεί απ’ την αρχή∙ ούτε πάλι ότι ο πλούτος πρέπει να πεταχτεί στη θάλασσα, ούτε να καταδικαστεί σαν εχθρός και πολέμιος της ζωής, αλλά να μάθουν με ποιο τρόπο και πώς να χρησιμοποιούν τον πλούτο και ν’ αποχτήσουν τη ζωή. Επειδή, δηλαδή, ούτε εντελώς χάνεται κανείς απ’ το φόβο ότι πλουτίζει, ούτε εξάπαντος σώζεται έχοντας το θάρρος και την ελπίδα ότι θα σωθεί, σκέψου με ποια ελπίδα τούς ενισχύει ο Κύριος και πώς το ανέλπιστο θα γίνει φερέγγυο, ενώ αυτό που ελπίζεται θα αποχτηθεί.
Είπε, λοιπόν, ο Δάσκαλος όταν ρωτήθηκε ποιά είναι η μεγαλύτερη απ’ τις εντολές∙ να αγαπάς τον Κύριο τον Θεό σου μ’ όλη την καρδιά σου και μ’ όλη τη δύναμή σου (Μάρκ. 12, 30). Απ’ αυτήν δεν υπάρχει μεγαλύτερη καμιά άλλη εντολή, και πολύ φυσικά. Διότι και για το πρώτο και για το μεγαλύτερο δόθηκε παραγγελία απ’ τον ίδιο το Θεό Πατέρα μας, απ’ τον οποίο και δημιουργήθηκαν και υπάρχουν όλα και στον οποίο, όσα σώζονται, επανέρχονται. Αφού, λοιπόν, έχουμε εξαρχής αγαπηθεί απ’ αυτόν και μας έλαχε η ύπαρξη, δεν είναι σωστό να θεωρούμε κάτι άλλο πιο σεβαστό και τίμιο, πληρώνοντας μόνον αυτή τη μικρή χάρη για τα μέγιστα∙ και μη έχοντας τίποτα άλλο να επινοήσουμε για ανταμοιβή στον δίχως ανάγκες και τέλειο Θεό, προσφέρουμε την ίδια αγάπη προς τον Πατέρα, για δική μας ισχύ και δύναμη, αποκομίζοντας την αφθαρσία. Γιατί όσο περισσότερο αγαπάει κανείς τον Θεό, τόσο περισσότερο και πιο βαθιά εισχωρεί στον Θεό.
Αγάπη προς τον Θεό και τον πλησίον
- Δεύτερη στη σειρά, καθόλου όμως μικρότερη απ’ την προηγούμενη, λέει πως είναι η εντολή∙ ν’ αγαπήσεις τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου (Λουκ. 10, 27). Τον Θεό, λοιπόν, περισσότερο απ’ τον εαυτό σου. Κι όταν ρώτησε να μάθει ο συνομιλητής του, ποιος είναι ο πλησίον μου (Λουκ. 10, 29), δεν όρισε όπως οι Ιουδαίοι ως πλησίον αυτόν που είχε το ίδιο αίμα, ούτε το συμπολίτη, ούτε αυτόν που ήρθε απ’ αλλού, ούτε εκείνον που είχε επίσης περιτμηθεί, ούτε αυτόν που χρησιμοποιούσε τον ένα και τον αυτό νόμο, αλλά αναφέρει κάποιον που κατεβαίνει απ’ την Ιερουσαλήμ στην Ιεριχώ κι αυτόν τον παρουσιάζει κακοποιημένο από ληστές, πεταμένο και μισοπεθαμένο στο δρόμο, να τον προσπερνάει ο ιερέας, να κάνει πως δεν τον βλέπει ο λευΐτης, αλλά να τον ευσπλαχνίζεται ο Σαμαρείτης που ήταν κατηγορημένος και αποκομμένος (απ’ τους Ιουδαίους), ο οποίος δεν πέρασε από εκεί κατά τύχη, όπως οι άλλοι, αλλά ήρθε εφοδιασμένος μ’ εκείνα που χρειαζόταν ο άνθρωπος που κινδύνευε, δηλαδή λάδι, επιδέσμους, υποζύγιο, χρήματα για τον πανδοχέα, που ένα μέρος το έδωσε αμέσως και το άλλο το υπόσχεται εκ των προτέρων. Και ρωτάει∙ Ποιος, λοιπόν, απ’ τους τρεις αποδείχτηκε πλησίον εκείνου που έπεσε στους ληστές; Κι όταν ο συνομιλητής τού απάντησε∙ εκείνος που τον σπλαχνίστηκε, είπε∙ και συ, λοιπόν, πήγαινε και να κάνεις το ίδιο (Λουκ. 10, 36-37). Γιατί απ’ την αγάπη βλασταίνουν τα έργα της ευποιΐας.
- Ενώ, λοιπόν, και με τις δύο εντολές διδάσκει την αγάπη, όμως τη διαίρεσε κατά τη σειρά. Κι άλλοτε μεν αποδίδει τα πρωτεία της αγάπης στον Θεό, άλλοτε δε το δεύτερο βραβείο δίνει στον πλησίον. Και ποιος άλλος θα μπορούσε να είναι αυτός παρά ο ίδιος ο Σωτήρας; Ή ποιος άλλος μας σπλαχνίστηκε περισσότερο απ’ εκείνον, που είμασταν παραλίγο θανατωμένοι απ’ τα πολλά χτυπήματα, τους φόβους, τις επιθυμίες, τις οργές, τις λύπες, τις απάτες, τις ηδονές που μας προκάλεσαν οι κοσμοκράτορες του σκότους; Γι’ αυτά δε τα τραύματα μοναδικός γιατρός είναι ο Ιησούς, που κόβει εντελώς από τη ρίζα τα πάθη, όχι όπως ο (μωσαϊκός) νόμος που κόβει τα επιφανειακά αποτελέσματα, τους καρπούς των πονηρών φυτών, αλλά χτυπάει το τσεκούρι στις ρίζες της κακίας.
Αυτός είναι εκείνος που έχυσε πάνω στις πληγωμένες ψυχές μας τον οίνο, το αίμα του αμπελιού του Δαβίδ∙ αυτός που έφερε και μας χάρισε το λάδι, δηλαδή το έλεος από τα σπλάχνα του Πατέρα∙ αυτός που έδειξε αδιάλυτους τους δεσμούς της υγείας και της σωτηρίας, δηλαδή αγάπη, πίστη και ελπίδα∙ αυτός που έθεσε στη διάθεσή μας για να μας διακονούν αγγέλους και αρχές και εξουσίες με μεγάλη ανταμοιβή, διότι κι αυτοί θα ελευθερωθούν από τη ματαιότητα του παρόντος κόσμου, όταν θα αποκαλυφθεί η δόξα των τέκνων του Θεού. Αυτόν, λοιπόν, πρέπει να τον αγαπάμε ίσα με τον Θεό.
Κι αγαπάει τον Ιησού Χριστό εκείνος που κάνει το θέλημά του κι εφαρμόζει τις εντολές του, διότι λέει∙ στη βασιλεία του Θεού δεν θα μπει όποιος μου λέει, Κύριε, Κύριε, αλλά όποιος κάνει το θέλημα του ουράνιου πατέρα μου (Ματθ. 7, 21). Και∙ γιατί με λέτε, Κύριε, Κύριε, και δεν κάνετε αυτά που σας λέω; (Λουκ. 6, 46). Κι επίσης∙ είστε μακάριοι εσείς που βλέπετε κι ακούτε αυτά που ούτε οι δίκαιοι ούτε οι προφήτες (είδαν κι άκουσαν), αν εφαρμόζετε αυτά που λέω.
- Πρώτος, λοιπόν, είναι αυτός που αγαπάει το Χριστό και δεύτερος εκείνος που τιμάει και φροντίζει όσους πίστεψαν σ’ αυτόν. Γιατί, ό,τι κάνει κανείς σε μαθητή του, αυτό το δέχεται ο Χριστός για τον εαυτό του και το κάνει ολόδικό του: ελάτε, οι ευλογημένοι απ’ τον Πατέρα μου, κληρονομήστε τη βασιλεία που σας έχει ετοιμαστεί απ’ την αρχή του κόσμου. Γιατί, πείνασα και μου δώσατε να φάω, δίψασα και μου δώσατε να πιω, ήμουν ξένος και με περιμαζέψατε, γυμνός και με ντύσατε, άρρωστος και μ ’ επισκεφτήκατε, φυλακισμένος κι ήρθατε να με δείτε. Τότε θα του απαντήσουν οι άνθρωποι του Θεού: Κύριε, πότε σε είδαμε να πεινάς και σε θρέψαμε ή να διψάς και σου δώσαμε να πιεις; Πότε σε είδαμε ξένον και σε περιμαζέψαμε ή γυμνόν και σε ντύσαμε; Πότε σε είδαμε άρρωστον ή φυλακισμένον κι ήρθαμε να σε επισκεφτούμε; Τότε θα τους απαντήσει ο βασιλιάς: Σας βεβαιώνω πως αφού τα κάνατε αυτά για έναν από τους άσημους αδελφούς μου, τα κάνατε για μένα (Ματθ. 25, 34-40). Και πάλι απ’ τους αντίθετους, οι οποίοι δεν έδωσαν σ’ αυτούς που είχαν ανάγκη, θα τους ρίξει στο αιώνιο πυρ, επειδή δεν πρόσφεραν σ’ αυτόν: Σας βεβαιώνω, πως αφού δεν τα κάνατε αυτά για έναν από αυτούς τους άσημους αδελφούς μου, δεν τα κάνατε ούτε για μένα (Ματθ. 25, 45). Και σ’ άλλη περίπτωση λέει∙ όποιος δέχεται εσάς, δέχεται εμένα∙ κι όποιος δεν δέχεται εσάς, απορρίπτει εμένα (πρβλ. Λουκ. 10, 16).
Δώσε, πριν σου ζητήσουν!
- Αυτούς τους ονομάζει και τέκνα και παιδιά και νήπια και φίλους και μικρούς στην παρούσα ζωή, σε σχέση με το μελλοντικό μέγεθός τους στον ουρανό, λέγοντας: μη περιφρονήσετε κανέναν από αυτούς τους μικρούς, γιατί σας βεβαιώνω πως οι άγγελοί τους στον ουρανό βλέπουν συνεχώς το πρόσωπο του ουράνιου Πατέρα μου (Ματθ. 18, 10). Κι αλλού∙ μη φοβάσαι, μικρό μου ποίμνιο. Σ’ εσάς ευαρεστήθηκε ο Πατέρας σας να δώσει τη βασιλεία του (Λουκ. 12, 32). Σύμφωνα μ’ αυτά, ακόμα κι απ’ το μεγαλύτερο μεταξύ των παιδιών που γεννήθηκαν από γυναίκες, τον Ιωάννη, ο μαθητής του Xριστού που θα είναι ο ελάχιστος στη βασιλεία των ουρανών, θα είναι λέει μεγαλύτερος απ’ εκείνον. Και πάλι λέει∙ όποιος δέχεται έναν δίκαιο ή προφήτη, επειδή τον πιστεύει για δίκαιο ή προφήτη, θα ανταμειφθεί όπως εκείνοι… Κι όποιος δώσει σ’ έναν μαθητή, επειδή τον δέχεται ως μαθητή μου, ένα ποτήρι κρύο νερό, δεν θα χάσει την αμοιβή του (Ματθ. 10, 42).
Επομένως, μόνο αυτός ο μισθός δεν είναι χαμένος. Και πάλι λέει∙ να κάνετε φίλους σας ακόμη κι από τα χρήματα της αδικίας, ώστε κι όταν έρθει το τέλος σας, να σας δεχτούν στις αιώνιες κατοικίες (Λουκ. 16, 9). Απ’ τη φύση της, κάθε περιουσία την οποία κάποιος αποκτάει μόνος του και τη θεωρεί δική του και δεν την χρησιμοποιεί για το κοινό που την έχει ανάγκη, φανερώνει ότι είναι άδικη, ενώ θα ήταν δυνατό από την αδικία αυτή να προκόψει και κάποιο έργο δικαιοσύνης και σωτηρίας, ν’ ανακουφίσει, δηλαδή, και κάποιον από αυτούς που έχουν αιώνια σκηνή κοντά στον Πατέρα.
Πρόσεξε πρώτον, ότι δεν πρόσταξε να σου ζητούν ούτε να περιμένεις να σ’ ενοχλήσουν, αλλά ο ίδιος να ψάχνεις εκείνους που θα βοηθήσεις και που είναι άξιοι μαθητές του Σωτήρα. Βέβαια είναι καλός και ο λόγος του αποστόλου (Παύλου) – ότι ο Θεός αγαπάει αυτόν που δίνει με ευχαρίστηση (Β’ Κορ. 9, 7), να χαίρεται, δηλαδή, δίνοντας και να μη είναι φειδωλός καθώς σπέρνει, για να μη θερίσει ανάλογα, που μετέχει χωρίς γογγυσμούς και διάκριση και λύπη, πράγμα που είναι η γνήσια ευεργεσία. Τελειότερος απ’ αυτά είναι ο λόγος του Κυρίου που ειπώθηκε σε άλλη περίπτωση∙ σ’ όποιον σου ζητάει κάτι δίνε το (Λουκ. 6, 30). Γιατί, πραγματικά, αυτή είναι του Θεού η γενναιοδωρία. Αυτός εδώ ο λόγος βρίσκεται πάνω από κάθε τελειότητα, να μη περιμένεις να σου ζητήσουν, αλλά ο ίδιος ν’ αναζητάς, ποιος αξίζει να ευεργετηθεί!
Η θεϊκή αγοραπωλησία
- Έπειτα, έχει καθορίσει πολύ μεγάλο μισθό για τη μεταδοτικότητα (των αγαθών): τηv αιώνια κατοικία. Ω τι θαυμάσια συναλλαγή, ω τι θεϊκή αγοραπωλησία. Αγοράζει κανείς με χρήματα την αφθαρσία και δίνοντας τα πράγματα του κόσμου που χάνονται, παίρνει γι’ αυτά σαν αντιπαροχή την αιώνια παραμονή στον ουρανό. Πήγαινε σ’ αυτήν την πανήγυρη, πλούσιε, αν έχεις σωφροσύνη. Κι αν χρειαστεί, γύρισε όλη τη γη, μη φοβηθείς κινδύνους και κόπους, για ν’ αγοράσεις εδώ την ουράνια βασιλεία. Γιατί σ’ ευχαριστούν τόσο πολύ διάφανες πέτρες και σμαράγδια και σπίτι, που είναι τροφή τής φωτιάς ή παιχνίδι του χρόνου ή λεπτομέρεια του σεισμού ή περιφρόνηση του τυράννου; Να επιθυμείς να κατοικήσεις στους ουρανούς και να βασιλέψεις με τον Θεό. Αυτή τη βασιλεία θα σου τη δώσει άνθρωπος, που θα πάρει τη θέση του Θεού. Παίρνοντας λίγα εδώ (στη γη), θα σε κάνει εκεί (στον ουρανό) σύνοικό του σε όλους τους αιώνες. Παρακάλεσε να πάρει∙ τρέξε, έχε αγωνία, φοβήσου μήπως σε περιφρονήσει. Δεν έλαβε αυτός εντολή να πάρει, αλλά εσύ να δώσεις. Ούτε, βέβαια, είπε ο Κύριος∙ δώσε ή παραχώρησε ή ευεργέτησε ή βοήθησε. Αλλά κάνε φίλο. Κι ο φίλος δεν γίνεται με το να δώσεις μια φορά, αλλά μετά από συνεχή ανακούφιση και μακρά συναναστροφή. Γιατί ούτε η πίστη, ούτε η αγάπη, ούτε η υπομονή μιας ημέρας είναι αρκετή, αφού όποιος μείνει σταθερός ως το τέλος, αυτός θα σωθεί (Ματθ. 10, 22).
- Πώς, λοιπόν, τα δίνει αυτά ο άνθρωπος; Γιατί ο Κύριος τα δίνει για την τιμή εκείνου και την εύνοια και για να τον κάνεις δικό σου∙ διότι δεν θα δώσω μόνο στους φίλους, αλλά και στους φίλους των φίλων. Και ποιος είναι αυτός ο φίλος του Θεού; Εσύ, βέβαια, μη κρίνεις ποιος είναι άξιος και ποιος ανάξιος∙ γιατί είναι ενδεχόμενο να πέσεις έξω στην κρίση σου. Αλλά σε περίπτωση αμφιβολίας από άγνοια, είναι προτιμότερο να ευεργετείς και τους ανάξιους εξαιτίας των αξίων, παρά από επιφύλαξη για τους λιγότερο αγαθούς, να μη μπορέσεις ούτε τους ενάρετους να βρεις. Γιατί από το να τσιγγουνεύεται κανείς και να προσποιείται ότι δοκιμάζει ποιοι είναι εύλογο ή όχι να ευεργετηθούν, είναι ενδεχόμενο να παραμεληθούν και κάποιοι θεοσεβούμενοι, πράγμα για το οποίο το επιτίμιο θα είναι η αιώνια φωτιά. Ενώ από το να δίνεις με τη σειρά σε όλους που έχουν ανάγκη, οπωσδήποτε και αναπόφευκτα θα βρεθεί και κάποιος που μπορεί να σωθεί απ’ τον Θεό.
Λοιπόν, μη κρίνεις τους συνανθρώπους σου για να μη σε κρίνει ο Θεός∙ με το κριτήριο που κρίνεις θα κριθείς, και με το μέτρο που μετράς θα μετρηθείς (Ματθ. 7, 1-2). Η δωρεά του θα είναι πλούσια, άφθονη και ξέχειλη και θα σου δοθεί (Λουκ. 6, 38). Άνοιξε τα σπλάχνα σου σ’ όλους όσοι έχουν απογραφεί ως μαθητές του Θεού, χωρίς να κοιτάξεις υπεροπτικά την εξωτερική εμφάνιση και χωρίς να δείξεις αδιαφορία για την ηλικία. Ούτε ψυχικά να δυσανασχετήσεις και πάρεις το βλέμμα σου, αν κάποιος είναι φτωχός ή άσχημος ή άρρωστος. Αυτό είναι ένα σχήμα, ένα εξωτερικό περίβλημα, ένα εισιτήριο για την είσοδό μας στον κόσμο, για να μπορέσουμε να μπούμε σ’ αυτό το κοινό παιδευτήριο. Μέσα μας, όμως, κρυμμένος κατοικεί ο Πατέρας και ο Υιός του, που πέθανε για χάρη μας και αναστήθηκε μαζί μας.
Οι ευεργετημένοι φτωχοί είναι ο στρατός των πλουσίων
- Το σχήμα αυτό που βλέπουμε εξαπατάει το θάνατο και το διάβολο∙ γιατί ο εσωτερικός πλούτος και η ομορφιά είναι γι’ αυτούς αθέατα. Και η μανία τους στρέφεται γύρω απ’ το σαρκίο, που το περιφρονούν ως αδύναμο, όντας τυφλοί για τον εσωτερικό πλούτο, μη γνωρίζοντας πόσο μεγάλο θησαυρό σε πήλινα δοχεία (Β’ Κορ. 4, 7) κλείνουμε, περιχαρακωμένο με τη δύναμη του Θεού Πατέρα και με το αίμα του Υιού του Θεού και τη δροσιά του Αγίου Πνεύματος. Εσύ, όμως, που γεύτηκες την αλήθεια και καταξιώθηκες τη μεγάλη λύτρωση, μη εξαπατηθείς, αλλ’ αντίθετα με τους άλλους ανθρώπους συγκέντρωσε για σένα άοπλο στρατό, που δεν έχει πολεμήσει, που δεν έχυσε αίμα, που δεν οργίζεται, που είναι καθαρός, γέροντες ευσεβείς, ορφανά που αγαπάει ο Θεός, χήρες οπλισμένες με πραότητα, άντρες στολισμένους με αγάπη.
Με τον πλούτο σου απόχτησε, για το σώμα και την ψυχή, τέτοιους δορυφόρους, των οποίων στρατηγός είναι ο Θεός, για τους οποίους και πλοίο που βυθίζεται γλιτώνει, γιατί κυβερνιέται μόνο απ’ τις προσευχές των αγίων, και αρρώστια πάνω στην έξαρσή της δαμάζεται, διότι καταπολεμιέται με την επίθεση των χεριών και προσβολή εκ μέρους ληστών ακυρώνεται, διότι λαφυραγωγείται απ’ τις προσευχές των ευσεβών, και η βία των δαιμόνων θρυμματίζεται, επειδή ελέγχεται με δυνατά έμπρακτα προστάγματα.
- Αυτοί όλοι είναι οι στρατιώτες και οι ασφαλείς φύλακες. Κανένας δεν είναι αργός ούτε άχρηστος. Ο ένας μπορεί να ζητήσει κάτι για σένα απ’ τον Θεό, ο άλλος να σε παρηγορήσει όταν είσαι κουρασμένος, τρίτος να δακρύσει και να στενάξει με συμπάθεια για σένα προς τον Κύριο των όλων, τέταρτος να σε διδάξει κάτι απ’ αυτά που είναι απαραίτητα για τη σωτηρία, πέμπτος να σε νουθετήσει με θάρρος, έκτος να σε συμβουλέψει με αγάπη κι όλοι να σ’ αγαπούν αληθινά, χωρίς δόλο, άφοβα, ανυπόκριτα, χωρίς κολακείες, χωρίς πλαστότητα. Ω γλυκιά περιποίηση αυτών που σ’ αγαπούν! Ω ευλογημένες διακονίες με θάρρος! Ω πίστη ειλικρινής εκείνων που φοβούνται μόνο τον Θεό! Ω αλήθεια των λόγων εκείνων που δεν μπορούν να πουν ψέματα! Ω ομορφιά έργων εκείνων που έχουν πειστεί να υπηρετούν τον Θεό, να πείθουν τον Θεό, ν’ αρέσουν στον Θεό. Που δεν νομίζουν ότι θα αγγίξουν το σώμα σου, αλλά ο καθένας την ψυχή του∙ που δεν μιλούν σε αδελφό, αλλά στο βασιλιά των αιώνων που κατοικεί μέσα σου.
- Επομένως, όλοι οι πιστοί είναι καλοί και θεοπρεπείς και άξιοι του ονόματός τους, που το φορούν σαν στέμμα. Εντούτοις, όμως, υπάρχουν και κάποιοι που είναι πιο εκλεκτοί απ’ τους εκλεκτούς και τόσο περισσότερο, όσο λιγότεροι είναι οι επίσημοι που σύρουν τον εαυτό τους απ’ την τρικυμία του κόσμου προς το λιμάνι και τον επαναφέρουν σε ασφαλές σημείο, μη θέλοντας να θεωρούνται άγιοι κι αν κανείς το πει, ντρέπονται, κρύβοντας στο βάθος τής γνώμης τους τα ανείπωτα μυστήρια και τηv ευγένειά τους, ώστε να μη φαίνεται στον κόσμο και υπερηφανευτούν∙ (είναι αυτοί) τους οποίους ο Λόγος αποκαλεί φως του κόσμου και άλας της γης (Ματθ. 5, 14.13). Αυτό είναι το γένος, εικόνα και ομοίωση του Θεού (πρβλ. Γεν. 1, 26) και γνήσιο τέκνο και κληρονόμος, που στάλθηκε εδώ σαν σε κάποια ξενιτιά, απ’ τη μεγάλη φιλανθρωπία και την ανάλογη γνώμη του Πατέρα, ο οποίος δημιούργησε και τα φανερά και τα αφανή του κόσμου, άλλα μεν για την εξυπηρέτηση, άλλα δε για άσκηση κι άλλα για μάθησή του, κι όλα ωσότου το γένος μένει εδώ, βρίσκονται σε συνοχή μεταξύ τους∙ όταν όμως συναχθεί αυτό, όλα θα διαλυθούν πολύ γρήγορα.
«Σας δίνω τη δική μου αγάπη»
- Γιατί τι χρειάζονται ακόμα στον Θεό τα μυστήρια της αγάπης; Και τότε θα δεις από ψηλά την αγκαλιά του Πατέρα, για τον οποίο μόνον ο μονογενής Θεός μίλησε. Είναι δε και ο ίδιος ο Θεός αγάπη κι από αγάπη φανερώθηκε σε μας. Και το μεν ανέκφραστό του είναι Πατέρας, ενώ το ομοιοπαθές με μας έγινε Μητέρα. Από αγάπη ο Πατέρας δέχτηκε τη θηλυκή φύση κι αυτού μεγάλη απόδειξη είναι εκείνος που γεννήθηκε απ’ αυτόν κι ο καρπός που γεννήθηκε απ’ την αγάπη, είναι αγάπη. Γι’ αυτό και ο ίδιος κατέβηκε, γι’ αυτό ντύθηκε άνθρωπος, γι’ αυτό με τη θέλησή του έπαθε τα ανθρώπινα, ώστε αφού συμμετρηθεί με τη δική μας ασθένεια (που μας αγάπησε), να μας αντιμετρήσει με τη δική του δύναμη. Κι όταν επρόκειτο να θυσιαστεί και να καταβάλει ως λύτρο τον εαυτό του, μας αφήνει καινούργια Διαθήκη: σας δίνω τη δική μου αγάπη.
Και ποια και πόση είναι αυτή η αγάπη; Για τον καθένα από μας κατέθεσε την ψυχή του που αξίζει όσο τα πάντα∙ αυτήν απαιτεί ως αντάλλαγμα από μας υπέρ των άλλων. Κι αν οφείλουμε τις ψυχές στους αδελφούς κι έχουμε συνάψει αυτή τη συμφωνία με το Σωτήρα, ακόμα τα υλικά αγαθά του κόσμου, που είναι φτωχά και ξένα και φυλλορρούν, θα τα κλείσουμε στο ταμείο μας σαν σε φυλακή; Θα κρατούμε κλειστά απ’ τους άλλους εκείνα που σε λίγο θα παραλάβει η φωτιά; Με τρόπο θεϊκό αλλά και με πόνο ο Ιωάννης λέει∙ όποιος δεν αγαπάει τον αδελφό του είναι ανθρωποκτόνος (Α’ Ιω. 3, 15), σπέρμα του Κάιν, θρέμμα του διαβόλου, δεν έχει ευσπλαχνία Θεού, δεν έχει ελπίδα για κάτι καλύτερο, είναι χωρίς απογόνους και άγονος, δεν είναι κλήμα τού υπερουράνιου αμπελιού που ζει για πάντα, αλλά κόβεται και τον περιμένει η άσβεστη φωτιά.
- Εσύ, όμως, μάθε την ανώτερη οδό, την οποία υποδεικνύει ο Παύλος για σωτηρία∙ η αγάπη δεν επιδιώκει τα όσα τής συμφέρουν (Α’ Κορ. 13, 5), αλλά απλώνεται στον αδελφό∙ γι’ αυτόν είναι ο πόθος της, γι’ αυτόν αγωνίζεται σκληρά με σωφροσύνη. Η αγάπη καλύπτει πλήθος αμαρτιών∙ η τέλεια αγάπη απομακρύνει το φόβο∙ δεν κομπάζει ούτε περηφανεύεται∙ δεν χαίρεται για το κακό που γίνεται, αλλά μετέχει στη χαρά για το σωστό∙ εκείνος που αγαπάει, όλα τα ανέχεται∙ σε όλα εμπιστεύεται, για όλα ελπίζει, όλα τα υποφέρει. Ποτέ η αγάπη δεν θα πάψει να υπάρχει. Τα μηνύματα των προφητών κάποτε δεν θα υπάρχουν πια∙ η γλωσσολαλία θα πάψει∙ οι θεραπείες πάνω στη γη εγκαταλείπονται. Και θα μείνουν τελικά για πάντα αυτά τα τρία: η πίστη, η ελπίδα κι η αγάπη. Κι απ’ αυτά το πιο σπουδαίο είναι η αγάπη (πρβλ. Α’ Κορ. 13, 4-8, 13).
Κι αυτό είναι δίκαιο∙ διότι η μεν πίστη φεύγει, όταν πεισθούμε βλέποντας με τα μάτια μας τον Θεό∙ και η ελπίδα εξαφανίζεται όταν μας δοθούν αυτά που ελπίζαμε∙ η αγάπη, όμως, προχωράει στην πληρότητα και περισσότερο αυξάνει, όταν φτάσουμε στα τέλεια. Αν την αγάπη βάλει κανείς μέσα στην ψυχή του, ακόμα κι αν έχει γεννηθεί μέσα στην αμαρτία κι αν έχει διαπράξει πολλά απ’ όσα απαγορεύονται, αυξάνοντας την αγάπη και μετανοώντας γνήσια, μπορεί να καταπολεμήσει τα αμαρτήματά του.
Ποιος πλούσιος δεν έχει θέση στον ουρανό
- Διότι ούτε και το εξής πρέπει να παραλειφθεί και να σε φέρει σε απόγνωση και απελπισία∙ το να μάθεις και ποιος είναι ο πλούσιος που δεν έχει θέση στους ουρανούς και με ποιο τρόπο χρησιμοποιεί την περιουσία του∙ και πώς μπορεί να αποφύγει τόσο το κακό όνομα και τη δύσκολη χρήση του πλούτου για ζωή, όσο και ν’ απολαύσει τα αιώνια αγαθά. Αν, όμως, τύχει ή από άγνοια ή από ασθένεια ή από κάποιο ακούσιο περιστατικό μετά το βάπτισμα και τη λύτρωση, να πέσει σε αμαρτήματα ή παραπτώματα, ώστε να υποκύψει τελείως σ’ αυτά, αυτός έχει καταδικαστεί εντελώς από τον Θεό. Διότι για τον καθένα που επιστρέφει στον Θεό αληθινά με όλη την καρδιά του ανοίγονται οι θύρες κι ο Πατέρας δέχεται τρισχαρούμενος το παιδί του που μετανοεί ειλικρινά. Αληθινή δε μετάνοια σημαίνει να μη είναι κανείς στο μέλλον ένοχος για τα ίδια, αλλά να ξεριζώσει οριστικά απ’ την ψυχή του τα αμαρτήματα για τα οποία καταδίκασε σε θάνατο τον εαυτό του. Όταν αυτά ξεριζωθούν, πάλι ο Θεός νά ‘ρθει να κατοικήσει μέσα σου.
Διότι, καθώς λέει, γίνεται μεγάλη και αξεπέραστη χαρά και γιορτή στους ουρανούς από τον Πατέρα και τους αγγέλους, όταν επιστρέψει και μετανοήσει κάποιος αμαρτωλός (πρβλ. Λουκ. 15, 7). Γι’ αυτό και φωνάζει∙ την αγάπη σας θέλω κι όχι θυσίες (Ωσηέ 6, 6), δεν επιθυμώ το θάνατο του αμαρτωλού, αλλά τη μετάνοιά του (Ιεζ. 18, 23)∙ κι αν είναι οι αμαρτίες σαν κόκκινο μαλλί, σαν το χιόνι θα τις κάνω λευκές∙ κι αν είναι πιο μαύρες απ’ το σκοτάδι, αφού τις πλύνω καλά θα τις κάνω σαν άσπρο μαλλί (πρβλ. Ησ. 1, 18).
Γιατί μόνον ο Θεός μπορεί να δώσει άφεση αμαρτιών και να μη καταλογίσει τα παραπτώματα, γι’ αυτό και μας παραγγέλλει ο Κύριος, κάθε μέρα να συγχωρούμε τ’ αδέλφια μας που μετανοούν (πρβλ. Ματθ. 6, 14). Αν μάλιστα εμείς, παρόλο που είμαστε αμαρτωλοί, ξέρουμε να δίνουμε καλά πράγματα (Ματθ. 7, 11), πόσο μάλλον ο Πατέρας της ευσπλαχνίας, ο αγαθός Πατέρας που μας δίνει κάθε ενίσχυση (Β’ Κορ. 1, 3), ο πολυεύσπλαχνος και πολυέλεος, έχει στη φύση του τη μακροθυμία και περιμένει αυτούς που θα επιστρέψουν; Να επιστρέψουν δε από τα αμαρτήματα πραγματικά, σημαίνει να τα σταματήσουν και να μη βλέπουν πλέον προς τα πίσω.
- Για όσα, λοιπόν, έχουν γίνει στο παρελθόν ο Θεός δίνει συγχώρεση∙ για όσα, όμως, ακολουθούν δίνει ο καθένας στον εαυτό του. Κι αυτό σημαίνει, να μετανοήσει κανείς απ’ το να καταδικάζει τα περασμένα και να ζητήσει γι’ αυτά να τα ξεχάσει ο Πατέρας, που είναι ο μόνος που έχει τη δύναμη να κάνει ανενέργητα όσα έχουν πραχθεί με το έλεος του και να εξαλείψει τις προηγούμενες αμαρτίες με τη δροσιά του Πνεύματος. Διότι, λέει, με τι πράξεις που θα βρω σε σας, μ’ αυτές και θα σας κρίνω∙ και με το καθένα προαναγγέλει το τέλος όλων. Ώστε και γι’ αυτόν που στη ζωή του έκανε τις μεγαλύτερες ευεργεσίες, αλλά στο τέλος έπεσε και έγειρε προς την κακία, ανώφελοι είναι οι προηγούμενοι κόποι, αν τυχόν στον επίλογο του δράματος παρατήσει τον αγώνα∙ ενώ αυτός που προηγουμένως σύρθηκε κατά το χειρότερο τρόπο μέσα στην παρανομία κι υστέρα μετάνιωσε, μπορεί να κατανικήσει την αμαρτωλή ζωή πολλών ετών, στη διάρκεια του χρόνου μετά τη μετάνοια.
Αλλά χρειάζεται μεγάλη προσοχή, όπως χρειάζεται δίαιτα και μεγαλύτερη προσοχή για τα σώματα που ταλαιπωρήθηκαν στη διάρκεια μακράς ασθένειας. Εσύ ο κλέφτης, θέλεις να πάρεις άφεση; Μη κλέβεις πλέον. Εσύ που μοίχευσες, μη ξανάβεις πια. Όποιος πόρνευσε, στο εξής να είναι αγνός∙ όποιος άρπαξε, ας επιστρέψει ό,τι άρπαξε και κάτι παραπάνω. Εσύ που ψευδομαρτύρησες, εξάσκησε την αλήθεια. Εσύ που ορκίστηκες και είπες ψέματα, μη ξαναορκίζεσαι∙ και τα άλλα πάθη κόψε τα, όπως την οργή, την κακή επιθυμία, τη λύπη, το φόβο, για να προφτάσεις πριν το θάνατό σου να λύσεις κάθε διαφορά με τον αντίδικό σου. Πιθανό να είναι αδύνατο να κόψεις ταυτόχρονα όλα τα πάθη που μεγάλωσαν μαζί σου, αλλά με τη δύναμη του Θεού, τις ανθρώπινες παρακλήσεις, τη βοήθεια αδελφών, την ειλικρινή μετάνοια και την αδιάκοπη μελέτη μπορεί να κατορθωθεί.
Πλούσιε, έχε έναν άνθρωπο του Θεού ως καθοδηγητή…
- Γι’ αυτό πρέπει οπωσδήποτε εσύ ο σοβαρός και δυνατός και πλούσιος να βρεις για τον εαυτό σου έναν άνθρωπο του Θεού, σαν ενισχυτή και καθοδηγητή. Έστω κι έναν να σέβεσαι, έστω κι έναν να υπολογίζεις. Μερίμνησε ν’ ακούς έστω κι έναν που έχει το θάρρος της γνώμης και μπορεί να είναι μαζί σου ταυτόχρονα αυστηρός και εξυπηρετικός. Γιατί ούτε στα μάτια συμφέρει να μένουν πάντοτε χωρίς δοκιμασίες, αλλά πρέπει και να δακρύζουν και να πονούν καμιά φορά για να έχουν καλύτερη υγεία. Έτσι και για την ψυχή δεν υπάρχει τίποτε πιο καταστρεπτικό από την αδιάκοπη ηδονή. Διότι τυφλώνεται εντελώς από την τήξη, αν παραμείνει ασυγκίνητη στο θαρραλέο λόγο. Αυτόν και όταν θυμώσει να τον φοβηθείς κι αν στενάξει να τον λυπηθείς κι αν ηρεμήσει απ’ το θυμό να τον σεβαστείς, κι όταν ζητάει την τιμωρία άκουσέ τον. Αυτός ας ξαγρυπνάει για σένα πολλές νύχτες, παρακαλώντας για χάρη σου τον Θεό και κερδίζοντας την εύνοια του Πατέρα με συνηθισμένες παρακλήσεις.
Γιατί ο Θεός δεν μπορεί να αρνηθεί το έλεός του στα παιδιά του που το έχουν ανάγκη. Θα παρακαλέσει δε καθαρά, τιμώμενος από σένα σαν άγγελος του Θεού και δεν θα λυπηθεί καθόλου εξαιτίας σου, αλλά για χάρη σου. Αυτό είναι ανυπόκριτη μετάνοια. Ο Θεός δεν εμπαίζεται (Γαλ. 6, 7), ούτε δίνει προσοχή σε κούφια λόγια. Γιατί μόνον αυτός εξετάζει μυελούς και νεφρούς και καρδιές κι αυτούς που είναι πάνω στη φωτιά ακούει και κείνους που βρίσκονται στην κοιλιά του κήτους καθώς τον παρακαλούν τους ακούει καλά (πρβλ. Ιωνάς 2, 2) και βρίσκεται κοντά σ’ όλους όσοι τον πιστεύουν, και μακριά απ’ τους άθεους, αν δεν μετανοήσουν.
Ο ληστής κι ο Ευαγγελιστής
- Έτσι αληθινά μετανοώντας και για να έχεις επί πλέον θάρρος, ότι σου μένει αξιόπιστη ελπίδα σωτηρίας, άκουσε έναν μύθο∙ όχι μύθο, αλλά έναν λόγο για τον Ιωάννη τον απόστολο (και ευαγγελιστή) που μας έχει παραδοθεί και διατηρείται στη μνήμη μας. Όταν, δηλαδή, πέθανε ο τύραννος κι ο Ιωάννης επανήλθε στην Έφεσο από το νησί της Πάτμου, επειδή τον προσκαλούσαν πήγαινε και στα γειτονικά μέρη, είτε για να χειροτονήσει επισκόπους, είτε για να τακτοποιήσει εκκλησιαστικά ζητήματα, είτε για να ορίσει με κλήρωση κάποιον (κληρικό), απ’ εκείνους που υποδείκνυε το Πνεύμα.
Όταν, λοιπόν, έφτασε και σε κάποια όχι μακρινή πόλη, της οποίας μερικοί λένε και το όνομά της (Σμύρνη) και καθησύχασε για τα άλλα θέματα τους χριστιανούς, κοιτάζοντας μπροστά σε όλους τον επίσκοπο του τόπου και αφού είχε δει ένα νέο με γεροδεμένο σώμα κι ευγενική όψη και ζεστή ψυχή, είπε (στον επίσκοπο): Σου τον εμπιστεύομαι με όλη τη σοβαρότητα, επικαλούμενος τη μαρτυρία της Σύναξης και του Χριστού. Ο επίσκοπος δέχτηκε κι υποσχέθηκε τα πάντα, ο δε Ιωάννης επανέλαβε τα ίδια και του έβαλε μάρτυρες, και φυσικά έφυγε επιστρέφοντας στην Έφεσο.
Ο επίσκοπος πήρε το νέο που του εμπιστεύθηκε στο σπίτι, και τον έτρεφε, τον πρόσεχε, τον περιποιόταν και τελικά τον βάπτισε∙ και μετά απ’ αυτό μείωσε την πολλή φροντίδα και φύλαξή του, αφού του έβαλε τη σφραγίδα (βάπτισμα) του Κυρίου, σαν τέλειο φυλαχτό.
Όταν ο νέος πέτυχε μια πρόωρη άνεση, προσκολλήθηκαν μερικοί συνομήλικοι άνεργοι, παραλυμένοι και μαθημένοι στο κακό. Και στην αρχή τον παρασύρουν με πλούσια τραπεζώματα, ύστερα μια φορά με νυχτερινή έξοδο τον σέρνουν σε μια λωποδυσία και κατόπιν τον πιέζουν να κάνει μαζί τους και κάτι μεγαλύτερο. Εκείνος δε σταδιακά συνήθιζε και θαμπωμένος από τη σωματική του φυσική διάπλαση, σαν ασυγκράτητο και δυνατό άλογο αφήνοντας τον ίσιο δρόμο έτρεχε ορμητικά στα βάραθρα, δαγκώνοντας το χαλινάρι. Κι αδιαφορώντας εντελώς για την εν Θεώ σωτηρία του, δεν σκεφτόταν πλέον κάτι το μικρό, αλλά αφού κάνει κάτι μεγάλο, επειδή πια ήταν οριστικά χαμένος, είχε την απαίτηση να κάνει τα ίδια με τους άλλους. Τους παίρνει, λοιπόν, μαζί του και αφού έφτιαξε συμμορία, αναδείχτηκε σε αρχηγό της, πολύ σκληρό, αιμοβόρο και πιο άγριο απ’ όλους.
Πέρασε κάποιος χρόνος και εξαιτίας μιας ανάγκης που προέκυψε, ξανακαλούν τον Ιωάννη (στη Σμύρνη). Αυτός, αφού τακτοποίησε όλα τ’ άλλα για τα οποία πήγε εκεί, λέει στον επίσκοπο∙ εμπρός, φέρε μου την παρακαταθήκη, την οποία εγώ και ο Χριστός σου καταθέσαμε, με μάρτυρα τη Σύναξη στην οποία είσαι προϊστάμενος. Εκείνος πρώτα πρώτα αιφνιδιάστηκε, νομίζοντας ότι συκοφαντείται για χρήματα που δεν είχε πάρει, κι ούτε πίστευε πως είχε αυτά που δεν είχε, ούτε μπορούσε να μη πιστέψει τον Ιωάννη. Καθώς, όμως, εκείνος είπε∙ απαιτώ τον νεαρό και την ψυχή του αδελφού, αφού έσκυψε κι αναστέναξε ο γέροντας, δακρύζοντας απάντησε∙ εκείνος πέθανε. Πώς και με τι θάνατο; Για το Θεό, πέθανε, είπε. Κατάντησε κακός και ρεμάλι και, το χειρότερο, ληστής και τώρα αντί να βρίσκεται στην εκκλησία κατέλαβε το βουνό μαζί με τους όμοιούς του συνεργούς. Αφού καταξέσχισε τα ρούχα του ο απόστολος και χτύπησε το κεφάλι του θρηνώντας με μεγάλη κραυγή, είπε∙ καλό φύλακα σε άφησα της ψυχής του αδελφού. Αλλά φέρτε μου ένα άλογο κι ας μου γίνει κάποιος οδηγός για το δρόμο. Κι όπως ήταν, όρμησε έξω απ’ την εκκλησία.
Μόλις έφτασε στην τοποθεσία των ληστών, συλλαμβάνεται απ’ την προφυλακή τους, κι ούτε έφευγε ούτε ζητούσε κάτι, αλλά φώναζε δυνατά∙ γι’ αυτό ακριβώς ήρθα, οδηγείστε με στον αρχηγό σας. Εκείνος, όπως ήταν οπλισμένος, περίμενε. Μόλις, όμως, πλησίασε ο Ιωάννης και τον γνώρισε, ντράπηκε και το έβαλε στα πόδια. Αυτός τον καταδίωκε με όλη τη δύναμή του, ξεχνώντας την ηλικία του, και φωνάζοντας: Γιατί με αποφεύγεις, παιδί μου, τον πατέρα σου, το γυμνό και γέροντα; Λυπήσου με, παιδί μου, μη φοβάσαι. Ακόμα έχεις ελπίδα να κερδίσεις τη ζωή. Εγώ θα δώσω λόγο στο Χριστό για σένα∙ αν χρειαστεί θα πάρω πάνω μου θεληματικά το θάνατό σου, όπως ο Κύριος το δικό μας θάνατο. Για χατήρι σου θα δώσω τη δική μου ζωή. Στάσου και πίστεψε∙ ο Χριστός με έστειλε.
Εκείνος όταν τον άκουσε, πρώτα στάθηκε βλέποντας κάτω, ύστερα πέταξε τα όπλα και κατόπιν τρέμοντας έκλαιγε πικρά. Κι όταν πλησίασε ο γέροντας τον αγκάλιασε κι απολογούνταν όσο μπορούσε θρηνώντας και βαπτιζόταν — κατά κάποιο τρόπο — για δεύτερη φορά από τα δάκρυα, κρύβοντας μόνο το δεξί του χέρι. Ο Ιωάννης τού εγγυόταν κι ορκιζόταν ότι θα βρει συγχώρεση από τον Σωτήρα και παρακαλώντας τον και γονατίζοντας μπροστά του και φιλώντας ασταμάτητα το δεξί του χέρι σαν να ήταν ήδη καθαρό απ’ τη μετάνοια, τον επανέφερε στην Εκκλησία.
Και με αμέτρητες προσευχές παρακαλώντας και με συνεχείς νηστείες αγωνιζόμενος μαζί του και με ατέλειωτες συνομιλίες προσπαθώντας να απαλύνει τη γνώμη του, δεν έφυγε, καθώς λένε, προτού να τον επαναφέρει στην Εκκλησία, δίνοντας ένα μεγάλο παράδειγμα αληθινής μετάνοιας και μέγιστο γνώρισμα αναγέννησης, τρόπαιο της ανάστασης που ελπίζουμε, όταν στη συντέλεια του κόσμου οι άγγελοι θα υποδεχτούν στις ουράνιες κατοικίες όσους μετανοούν ειλικρινά, με χαρά μεγάλη, υμνώντας κι ανοίγοντας τους ουρανούς. Και μπροστά απ’ όλους τούς υποδέχεται ο Σωτήρας, μέσα σ’ ένα ασκίαστο φως, αδιάκοπο, οδηγώντας τους στους κόλπους του Πατέρα, στην αιώνια ζωή, στη βασιλεία των ουρανών.
Επίλογος
Ας τα πιστέψει αυτά κανείς μαζί με τους μαθητές του Θεού και τον εγγυητή Θεό, γιατί είναι προφητείες, ευαγγέλια, λόγια αποστολικά. Ζώντας μ’ αυτά κι ακούγοντάς τα και πράττοντας τα έργα, κατά την ίδια την έξοδό του απ’ την παρούσα ζωή θα δει το τέλος και την αποκάλυψη των δογμάτων. Διότι αυτός που θα πλησιάσει εδώ τον άγγελο της μετάνοιας, δεν θα μετανοήσει τότε, όταν θα αφήσει το σώμα, ούτε θα ντραπεί καθώς θα δει το Σωτήρα να έρχεται μέσα στη δόξα του και τους αγγέλους του∙ δεν φοβάται το πυρ. Αν, όμως, κάποιος επιλέγει να μένει και να αμαρτάνει κάθε φορά με ηδονές και προτιμάει την εδώ απόλαυση αντί για την αιώνια ζωή και απορρίπτει την άφεση των αμαρτιών που χαρίζει ο Σωτήρας, τότε ας μη κατηγορεί πια τον Θεό, ούτε τον πλούτο, ούτε ότι αμάρτησε στο παρελθόν, αλλά την ψυχή του που χάνεται θεληματικά.
Σ’ αυτόν, όμως, που προσβλέπει στη σωτηρία και την ποθεί και τη ζητάει χωρίς ντροπή και με αποφασιστικότητα, θα παραχωρήσει την αληθινή και την άτρεπτη κάθαρση ο Πατέρας ο αγαθός, ο επουράνιος, στον οποίο διά του Υιού του Ιησού Χριστού, που είναι ο Κύριος των ζωντανών και των νεκρών, και διά του Αγίου Πνεύματος, ας δίνεται η δόξα, η τιμή, η δύναμη και η αιώνια μεγαλειότητα και τώρα και στις γενεές των γενεών και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
(Εκδόσεις «Λύχνος». Απόδοση στη νεοελληνική: Ευάγγελος Π. Λέκκος. Oι τίτλοι και οι υπότιτλοι καθώς και οι αγιογραφικές παραπομπές τέθηκαν από τον μεταφραστή)
ΣΧΕΤΙΚΟ:
Ομιλία προς τους πλουτούντας (Μέγας Βασίλειος) [1]