Ἀπό τά πρῶτα κεφάλαια τῆς Γενέσεως τίθεται ἕνα θεμελιακό ὅριο, ἀπό τό ὁποῖο ἐξαρτᾶται ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Μιά σωτηρία, πού ἔχει ὑπαρκτικές καί ὀντολογικές συνέπειες.
Ποιό ἦταν τό θεμελιακό αὐτό ὅριο; Ὁ πρωταρχικός νόμος, τό γεγονός δηλαδή ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι κτίσμα, ἄρα ὄχι αὐτοδημιούργητος. Ἡ δημιουργία, ἡ κτίση ἕγινε ἐκ τοῦ μηδενός.
Στήν «ἀντίπερα ὄχθη» ὑπάρχει ὁ Θεός. Ὁ Θεός εἶναι ἄκτιστος, ἄρα ἐκτός δημιουργίας. Μεταξύ Θεοῦ-δημιουργοῦ καί κτίσματος ὑπάρχει μιά οὐσιώδης καί ἀνυπέρβλητη ὀντολογική διάφορά, πού δέν μπορεῑ νά γεφυρωθεῖ παρά μόνο διά τῆς ἑνώσεως κτιστοῦ καί ἀκτίστου. Αὐτό ἦταν τό σχέδιο τῆς θείας Οἰκονομίας ἀπό καταβολῆς κόσμου. Ἢ ἀλλιῶς τό σεσιγημένον μυστήριον (Ρωμ. 14, 24).
Ὁ Θεός δίνει στόν Ἀδάμ τήν ἐντολή: «Ἀπὸ δὲ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν, οὐ φάγεσθε ἀπ’ αὑτοῦ» (Γεν. 22, 17). Δέν πρόκειται βέβαια γιά ἕνα κατά κυριολεξίαν καρπό, πού ἡ βρώση του θά ἔκανε τόν ἄνθρωπο σοφότερο ἤ ἀθάνατο.
Αὐτό πού ζητᾶ ὁ Θεός ἀπό τόν ἄνθρωπο εἶναι νά ἀποδεχθεῖ τήν οὐσιώδη ὀντολογική διάφορά, νά τήν σεβασθεῖ καί νά τήν διατηρήσει, εἰδοποιώντας τον ὅτι ἡ ὁποιαδήποτε προσπάθειά του νά τήν ὑπερβεῖ θά εἶναι μάταιη, συνταρακτική, ὀλέθρια («…θανάτῳ ἀποθανεῖσθε…»).
Γιατί ὅμως ἔπρεπε νά διατηρηθεῖ αὐτή ἡ διαφορά; Διότι μόνον ἔτσι θά μποροῦσε νά ὑπάρξει σχέση καί κοινωνία. Ἀκόμη καί μέσα στίς σχέσεις τῆς Ἁγίας Τριάδος ὑπάρχει μιά διαφορά ἱδιωμάτων: ὁ Πατήρ παραμένει πάντοτε Πατήρ, ὁ Υἱός γεννᾶται ἐκ τοῦ Πατρός αἰωνίως, καί τό Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἐκ τοῦ Πατρός. (Εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, ὅτι οἱ λέξεις «Πατήρ» καί «Υἱός» εἶναι δηλωτικά ὄχι οὐσίας ἀλλά σχέσεως, ὅπως ἔχουν ὑπογραμμίσει κυρίως οἱ Καππαδὸκες Πατέρες, βλ. λ.χ., Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος κθ΄, Θεολογικός Γʹ, Περὶ Υἱοῦ, 16).
Ἡ κτιστή οὐσία τοῦ ἀνθρώπου καί ἡ ἄκτιστη οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι παντελῶς ἀνόμοιες. Ὁ ἄνθρωπος πίστευσε ὅτι μπορεῖ νά ὑπερβεῖ, νά καταστρατηγήσει αὐτήν τήν ριζική ἀνομοιότητα. Πῶς; Παραβιάζοντας τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ, πού ἦταν ἡ διαφύλαξη τῆς διαφορᾶς, δηλαδή τοῦ «ὁρίου». Τί συνέπειες εἶχε αὐτή ἡ παραβίαση; Ὁ κάθε ἕνας νά στρέφεται ἐναντίον τοῦ ἄλλου καί ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ του.
Αὐτή ἡ πρωταρχική ἄρνηση τῆς διαφορᾶς μεταξύ κτιστοῦ-ἀκτίστου εἶναι ἡ αἰτία ὅλων τῶν ἀνθρώπινων προβλημάτων, ἀπό τίς ἐνδοοικογενειακές ἐντάσεις (Ἀδάμ – Εὔα) καί ἀντιθέσεις (Κάιν- Ἄβελ) μέχρι τίς κοινωνικές, πολιτικές, ἐθνικές κ.ἄ. συγκρούσεις, πού ὥς σήμερα «στολίζουν» τήν ἐγκόσμια ἱστορία.
Στήν ἐποχή μας, τά ὅρια ὄχι μόνον ἔχουν συσκοτισθεῖ, ἀλλά καί διαρρηγνύονται καθημερινά. Ὁ σύγχρονος πολιτισμός μας ἔχει κτισθεῖ πάνω στήν ἀντίληψη ὅτι ὅλα τά μποροῦμε, ὅλα εἶναι δυνατά γιά μᾶς. Ὁ ἄνθρωπος αὐτοπροσδιορίζεται μέ βάση τήν ἀτομική του ἐπιθυμία –κοινῶς, ἐπιδιώκει νά εἶναι αὐτό πού δηλώνει. Ἐπειδή ὅμως ἔχει γίνει ἤδη φανερό τό ἀδιέξοδο μιᾶς τέτοιας πορείας, ἀπό διάφορους χώρους –ὄχι κατ’ ἀνάγκην συναφεῖς– ὑπενθυμίζεται ἡ σημασία τῆς διαφύλαξης τῶν ὁρίων ἐν γένει, τῶν γενεῶν, τῶν φύλων, τῶν ἱεραρχήσεων.
Γιά παράδειγμα, κάποιοι γονεῖς ὑπερηφανεύονται ὅτι εἶναι φίλοι μέ τά παιδιά τους. Δέν ἀντιλαμβάνονται ὅμως ὅτι ἔτσι καταργοῦν τήν διάφορά τῶν γενεῶν, δηλαδή ὅτι ὁ ἕνας εἶναι γονέας καί τό ἄλλο παιδί, καί ὅτι μόνον ἄν παραμείνει ἔτσι, εἶναι δυνατόν νά ὑπάρξει μιά λειτουργική σχέση μεταξύ τους.
Ἡ ἀνάπτυξη τῆς τεχνολογίας γέννησε τήν ψευδαίσθηση ὅτι ἄνθρωπος μπορεῖ νά ὑπερβεῖ τά ἀντικειμενικά βιολογικά ὅρια, τούς φραγμούς τοῦ χώρου καί τοῦ χρόνου, δηλαδή τίς κτιστές ἀντοχές καί δυνατότητές του. Ἡ Ἐκκλησία ὅμως δέν πρέπει νά κολακεύει αὐτήν τήν ψευδαίσθηση καί διευκόλυνση, καθόσον δέν δύναται νά ὑπάρξει ἐκκλησιαστική ζωή χωρίς κόπο, πόνο, καί παραίτηση ἀπό τό αὐτοαναφορικό μας θέλημα.
Ἡ ἐκκλησιαστική ζωή εἶναι μιά διαρκής ὑπενθύμιση τῆς ἀνθρώπινης κτιστότητας, τῶν ὁρίων καί δυνατοτήτων της, τά ὁποῖα μόνο κατά χάριν μποροῡν νά παραθεωρηθοῦν. Ἡ θεολογία καί ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι μιά πρόσκληση καί μιά διαπαιδαγώγηση στό νόημα καί στή σημασία τῶν ὁρίων. Ἡ θέωση δέν ἀναιρεῖ τήν κτιστότητα. Τό κτιστό θά παραμένει κτιστό ἀκόμη καί στά Ἔσχατα.
(Πηγή: περιοδικὸν «Ἐφημέριος», ἔτος 75ον, Ἰούλιος – Αὔγουστος 2026,τεῦχος 4ον, σσ. 3-4)