- Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ - https://alopsis.gr -

Ο τελευταίος που ακούει το χειροκρότημα (Μητροπολίτης Σιγκαπούρης και Νοτίου Ασίας, Κωνσταντίνος – Διδάκτορας Κοινωνιολογίας)

Η ανθρωπιά, δεν μετριέται στα στεφάνια, στις αναρτήσεις και στα μεγάλα λόγια μετά το τέλος. Μετριέται στο τηλεφώνημα που έγινε εγκαίρως, στην επίσκεψη χωρίς σκοπιμότητα, στο χέρι που κρατήθηκε την ώρα που κανείς δεν κοιτούσε.

Ο θάνατος ενός γνωστού καλλιτέχνη δεν είναι ποτέ μόνο μια είδηση από τον χώρο του θεάματος. Γίνεται καθρέφτης μιας κοινωνίας που καταναλώνει πρόσωπα, συγκινείται για λίγες ώρες και ύστερα επιστρέφει βιαστικά στην καθημερινότητά της. Πίσω από τα τραγούδια, τις φωτογραφίες και τα πρωτοσέλιδα μένει ένα ερώτημα πολύ πιο δύσκολο από κάθε τηλεοπτικό αφιέρωμα. Πόσοι άνθρωποι ζουν ανάμεσά μας νιώθοντας βαθιά μόνοι;

Οι ακριβείς συνθήκες της ζωής και του θανάτου του Γιώργου Μαζωνάκη δεν επιτρέπουν αυθαίρετα συμπεράσματα. Κανείς δεν έχει δικαίωμα να μετατρέπει τον πόνο ενός ανθρώπου σε εύπεπτο σενάριο. Η δημόσια συζήτηση, όμως, που γεννήθηκε με αφορμή την απώλειά του φωτίζει ένα ευρύτερο φαινόμενο. Τη μοναξιά πίσω από τη δημοσιότητα και την εγκατάλειψη που συχνά κρύβεται κάτω από τα φώτα. Η νύχτα έχει λάμψη, αλλά δεν έχει πάντοτε φως. Η πίστα, τα λουλούδια, το ποτό, οι φωνές και το παρατεταμένο χειροκρότημα κατασκευάζουν την εικόνα μιας αδιάκοπης γιορτής. Όταν όμως κλείσουν τα μικρόφωνα, αδειάσουν τα τραπέζια και αποχωρήσουν οι θαυμαστές, ο καλλιτέχνης επιστρέφει στον εαυτό του. Εκεί δεν υπάρχουν προβολείς. Υπάρχουν πληγές, φόβοι, οικογενειακές ρωγμές και η εξαντλητική ανάγκη να αποδεικνύει κάθε βράδυ ότι παραμένει αγαπητός.

Το χειροκρότημα είναι δυνατό, αλλά σύντομο. Δεν περιμένει στο σπίτι. Δεν ρωτά αν κοιμήθηκες. Δεν έρχεται όταν αρρωστήσεις. Δεν κάθεται δίπλα σου όταν η σιωπή γίνεται πιο βαριά από τη μουσική. Και κάπου εδώ αρχίζει η δική μας υποκρισία. Θέλουμε τον επώνυμο λαμπερό, γελαστό, διαθέσιμο και πάντα πρόθυμο να μας διασκεδάσει. Τον χειροκροτούμε όταν στέκεται όρθιος, αλλά δυσφορούμε όταν τον βλέπουμε κουρασμένο, πληγωμένο, δύστροπο ή ευάλωτο. Του επιτρέπουμε να είναι είδωλο, όχι άνθρωπος. Αν λυγίσει, γίνεται «πρόβλημα». Αν απομακρυνθεί, χαρακτηρίζεται «ιδιόρρυθμος». Αν φανεί η ηλικία του ειναι ενας ξεπεσμένος και παραμελημένος. Αν ζητήσει βοήθεια, πολλοί θα αναζητήσουν πρώτα το παρασκήνιο και ύστερα τον πόνο.

Το ίδιο συμβαίνει καθημερινά και χωρίς κάμερες ή δημοσιότητα. Ο ηλικιωμένος που ζει μόνος, η γυναίκα που χάθηκε από τις παρέες, ο χωρισμένος πατέρας, ο νέος που κλείστηκε στο δωμάτιό του. Τους προσπερνούμε πιστεύοντας ότι κάποιος άλλος θα ενδιαφερθεί. Η οικογένεια, ένας φίλος, το κράτος, ένας γιατρός. Η ευθύνη ταξιδεύει από χέρι σε χέρι, μέχρι να καταλήξει ορφανή. Μάθαμε μάλιστα να ντύνουμε την αδιαφορία με κομψές λέξεις. Τη βαφτίσαμε «διακριτικότητα», «σεβασμός στην ιδιωτικότητα», «προσωπικά όρια». Όλα απαραίτητα, αρκεί να μη γίνονται άλλοθι για να μη χτυπήσουμε μια πόρτα, να μην τηλεφωνήσουμε, να μη ρωτήσουμε έναν άνθρωπο αν πραγματικά αντέχει.

Ζούμε σε μια εποχή που επικοινωνεί αδιάκοπα και συνομιλεί ελάχιστα. Στέλνουμε καρδιές στις οθόνες, αλλά δυσκολευόμαστε να προσφέρουμε παρουσία. Δημοσιεύουμε συλλυπητήρια όταν είναι αργά, ενώ πριν ίσως δεν βρίσκαμε πέντε λεπτά για ένα απλό «πώς είσαι;». Η ανθρωπιά, όμως, δεν μετριέται στα στεφάνια, στις αναρτήσεις και στα μεγάλα λόγια μετά το τέλος. Μετριέται στο τηλεφώνημα που έγινε εγκαίρως, στην επίσκεψη χωρίς σκοπιμότητα, στο χέρι που κρατήθηκε την ώρα που κανείς δεν κοιτούσε. Δεν αρκεί να χειροκροτούμε έναν άνθρωπο όταν λάμπει. Πρέπει να στεκόμαστε δίπλα του όταν τα φώτα σβήνουν και δεν έχει απομείνει κανείς να τον κοιτάζει. Μόνο τότε η θλίψη δεν θα είναι ανακοινωθέν, αλλά υπόσχεση δράσης.

Η ειρωνεία είναι ότι η ίδια συλλογική αμνησία που εκδηλώνεται με συγκινητικές παραστάσεις μετά θάνατον είναι και η αιτία που τόσοι βυθίζονται στη μοναξιά εν ζωή. Δεν πρόκειται για μεμονωμένα συμβάντα. Είναι η συστηματική αποτυχία του κοινωνικού ιστού και των θεσμών. Χρειάζεται να αναθεωρήσουμε το πώς αντιλαμβανόμαστε την αλληλεγγύη. Όχι σαν θεατρικό στιγμιότυπο, αλλά σαν καθημερινή πρακτική. Σχολεία, κοινότητες, υγειονομικές δομές, ακόμη και οι χώροι εργασίας έχουν ρόλο στην αναγνώριση και στην έγκαιρη παρέμβαση. Το ζήτημα δεν επιλύεται με δελτία Tύπου. Απαιτεί πολιτικές που στηρίζουν την κοινωνική συνοχή, υπηρεσίες ψυχικής υγείας προσβάσιμες και ένα πλέγμα φροντίδας που δεν αφήνει κανέναν στο περιθώριο.

Τελικά, το μάθημα που μας αφήνει η απώλεια είναι απλό και σκληρό. Η αξιοπρέπεια του ανθρώπου απαιτεί πράξεις, όχι μόνο λόγια. Αν θέλουμε να τιμήσουμε τους ανθρώπους που χάθηκαν ή έλειψαν, ας ξεκινήσουμε από την επόμενη μέρα να χτυπήσουμε μια πόρτα, να ακούσουμε χωρίς να κρίνουμε, να κρατήσουμε συντροφιά όταν κανένας δεν βλέπει. Εκεί βρίσκεται η αληθινή τιμή, εκεί όπου το χειροκρότημα δεν φτάνει.

 

 

 

(Πηγή: huffingtonpost [1])

Κοινοποίηση:
[2] [3]