- Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ - https://alopsis.gr -

Ο σκανδαλισμός των πιστών και η δοκιμασία της εκκλησιαστικής συνείδησης (π. Ηλίας Γ. Διακουμάκος, Πρεσβύτερος)

Προβληματισμοί για ένα γεγονός που τραυμάτισε τις καρδιές των χριστιανών, δηλαδή ο διπλασιασμός, σχεδόν, των μισθών των Αρχιερέων

Πρόλογος

Ο παρών λόγος δεν γράφεται με διάθεση αντιπαράθεσης, ούτε αποτελεί μία προσπάθεια άσκησης κριτικής εναντίον προσώπων, θεσμών ή του ιερού αρχιερατικού λειτουργήματος. Πολύ περισσότερο δεν αποτελεί κείμενο αμφισβήτησης της αποστολής των Επισκόπων της Εκκλησίας ούτε απόπειρα μείωσης της τιμής που οφείλεται στο αρχιερατικό αξίωμα, το οποίο η Ορθόδοξη Παράδοση περιβάλλει διαχρονικά με σεβασμό, ευλάβεια και εκκλησιαστική αποδοχή.

Οι σελίδες που ακολουθούν αποτελούν καρπό

* ψυχικής οδύνης,

* εσωτερικού πόνου και

* βαθύτατου προβληματισμού.

Είναι η καταγραφή μιας αγωνίας που γεννήθηκε μέσα στις καρδιές πολλών πιστών ανθρώπων, οι οποίοι παρακολούθησαν, και παρακολουθούν, με θλίψη τις εξελίξεις που ακολούθησαν τη δημόσια συζήτηση γύρω από τις αυξήσεις των αποδοχών των Αρχιερέων. Δεν είναι η οικονομική διάσταση του ζητήματος εκείνη που βάρυνε περισσότερο τις συνειδήσεις. Εκείνο που προκάλεσε τον μεγαλύτερο πόνο υπήρξε

* ο εκτεταμένος σκανδαλισμός,

* η κοινωνική αναστάτωση και, κυρίως,

* η δημόσια απαξίωση,

που εκδηλώθηκε εναντίον της Εκκλησίας μας και του αρχιερατικού λειτουργήματος.

Πολλοί πιστοί βίωσαν τις ημέρες αυτές ως μία περίοδο βαθιάς πνευματικής δοκιμασίας. Είδαν να διατυπώνονται λόγοι σκληροί, προσβλητικοί και πολλές φορές χλευαστικοί. Είδαν

* να πληγώνεται το εκκλησιαστικό φρόνημα,

* να τραυματίζεται η εμπιστοσύνη των απλών ανθρώπων και

* να δημιουργείται ένα κλίμα καχυποψίας,

που υπερέβη κατά πολύ τα όρια μιας θεμιτής κοινωνικής συζήτησης.

Ο πόνος αυτός δεν γεννάται από αντιπαλότητα ή περιφρόνηση· γεννάται από αγάπη.

* Είναι ο πόνος εκείνου, που αγαπά την Εκκλησία και θλίβεται όταν τη βλέπει να γίνεται αντικείμενο λοιδορίας.

* Είναι η αγωνία του πιστού, που ανησυχεί για τις ψυχές των ανθρώπων που σκανδαλίζονται.

* Είναι η θλίψη όσων φοβούνται μήπως οι νέες γενιές απομακρυνθούν ακόμη περισσότερο από την εκκλησιαστική ζωή εξαιτίας των αρνητικών εντυπώσεων που δημιουργούνται.

Το κείμενο αυτό δεν αναζητεί ενόχους. Δεν αποσκοπεί στην καταδίκη κανενός. Δεν επιχειρεί να οξύνει τα πάθη ούτε να τροφοδοτήσει διχασμούς. Αντίθετα, επιδιώκει να καταγράψει με ειλικρίνεια τον προβληματισμό που αναπτύχθηκε μέσα στις συνειδήσεις των πιστών και να αναδείξει τις πνευματικές διαστάσεις ενός γεγονότος που προκάλεσε βαθύ τραυματισμό στο εκκλησιαστικό σώμα.

Διότι το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι ποτέ η δημόσια αντιπαράθεση. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι

* όταν σκανδαλίζονται οι ψυχές·

* όταν αποδυναμώνεται η εμπιστοσύνη·

* όταν τραυματίζεται η σχέση του ανθρώπου με την Εκκλησία·

* όταν δημιουργούνται εμπόδια στην πνευματική πορεία εκείνων, που αναζητούν παρηγοριά, ελπίδα και σωτηρία.

Με αυτήν την αίσθηση ευθύνης και με βαθύ σεβασμό προς το αρχιερατικό αξίωμα κατατίθενται οι παρόντες προβληματισμοί.

Ως μία ταπεινή μαρτυρία αγωνίας.

Ως μία κατάθεση.

Ως μία έκφραση πόνου για τον σκανδαλισμό που προκλήθηκε.

Και ως μία προσευχητική έκκληση

* να θεραπευθούν τα τραύματα που άνοιξαν στις ψυχές των πιστών,

* να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη και

* να διαφυλαχθεί η ενότητα του εκκλησιαστικού σώματος μέσα στους δύσκολους καιρούς που διανύουμε.

 

Η θλίψη ενός απλού Ιερέα

Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες ο λόγος δεν γεννιέται από την αγανάκτηση αλλά από τη θλίψη. Δεν προέρχεται από διάθεση αντιπαράθεσης ούτε από πρόθεση καταγγελίας. Αναβλύζει

* από μια καρδιά που πονά,

* από μια ψυχή που αγωνιά και

* από μια συνείδηση που δυσκολεύεται να παραμείνει αδιάφορη μπροστά σε όσα συμβαίνουν γύρω της.

Αυτές οι σκέψεις γράφονται από τη θέση ενός απλού Ιερωμένου, ενός ποιμένα που καθημερινά

* βρίσκεται κοντά στον λαό,

* ακούει τους στεναγμούς των ανθρώπων,

* συμμερίζεται τις αγωνίες τους και

* βλέπει από κοντά τον πόνο της καθημερινής επιβίωσης.

Όμως ο σεβασμός δεν αποκλείει τον προβληματισμό. Αντίθετα, πολλές φορές τον γεννά. Διότι εκείνος που αγαπά πραγματικά την Εκκλησία, δεν αδιαφορεί όταν βλέπει τον λαό να σκανδαλίζεται.

Τις τελευταίες εβδομάδες, ένας έντονος δημόσιος διάλογος αναπτύχθηκε γύρω από οικονομικά ζητήματα που αφορούν την εκκλησιαστική ηγεσία. Ανεξάρτητα από τις πραγματικές διαστάσεις των γεγονότων, ένα γεγονός παραμένει αδιαμφισβήτητο: ο λαός σκανδαλίζεται.

Και αυτό είναι που προκαλεί τη μεγαλύτερη θλίψη.

Διότι ο απλός άνθρωπος δεν εξετάζει πάντοτε λεπτομέρειες, αριθμούς και διοικητικές διαδικασίες. Βλέπει εικόνες. Ακούει τίτλους. Διαβάζει σχόλια. Και μέσα στην οικονομική του δυσκολία συγκρίνει τη δική του πραγματικότητα με όσα παρουσιάζονται μπροστά του.

* Βλέπει τον συνταξιούχο, που αδυνατεί να αγοράσει τα φάρμακά του.

* Βλέπει τη μητέρα, που μετρά τα χρήματα για να πληρώσει το ενοίκιο ή το ρεύμα.

* Βλέπει τον πολύτεκνο πατέρα, που εργάζεται αδιάκοπα και δυσκολεύεται να καλύψει τις βασικές ανάγκες των παιδιών του, καθώς και άλλες οικονομικές δυσκολίες.

Το πιο οδυνηρό όμως δεν είναι η κριτική. Είναι η ειρωνεία. Είναι ο χλευασμός. Είναι η απαξίωση της Ιεροσύνης.

Και τότε έρχεται αυθόρμητα στη μνήμη ο λόγος του αποστόλου Παύλου: «Τό γάρ ὄνομα τοῦ Θεοῦ δι᾽ ὑμᾶς βλασφημεῖται ἐν τοῖς ἔθνεσι» (Ρωμ. 2, 24).

Ο λόγος αυτός δεν απευθύνεται ως κατηγορία προς κανέναν. Αποτελεί, όμως, έναν διαχρονικό καθρέφτη αυτοκριτικής για όλους μας.

* Μήπως υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες οι δικές μας επιλογές γίνονται αφορμή να σκανδαλίζεται ο λαός;

* Μήπως υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες η μαρτυρία μας δεν φωτίζει, αλλά σκοτεινιάζει;

* Μήπως υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες η εικόνα που εκπέμπουμε δεν βοηθά τον άνθρωπο να πλησιάσει τον Χριστό, αλλά τον ωθεί να απομακρυνθεί;

Αυτά τα ερωτήματα γεννούν πόνο. Όχι οργή. Όχι καταδίκη. Μόνον πόνο και θλίψη.

Διότι ο σκοπός της Εκκλησίας δεν είναι να κερδίσει εντυπώσεις, αλλά ψυχές.

Δεν είναι να αυξήσει την επιρροή της, αλλά να φανερώσει τον Χριστό.

Δεν είναι να διεκδικήσει προνόμια, αλλά να υπηρετήσει τον άνθρωπο.

Παρά τη θλίψη όμως, δεν υπάρχει απελπισία. Διότι η Εκκλησία δεν στηρίζεται στην ανθρώπινη τελειότητα· στηρίζεται στον Ιησού Χριστό.

Η θλίψη, λοιπόν, ενός απλού Ιερέα δεν είναι κραυγή διαμαρτυρίας· είναι προσευχή.

Είναι αγωνία.

Είναι παράκληση.

Να μη χαθεί η εμπιστοσύνη του λαού.

Να μη σβήσει η φλόγα της πίστης.

Να μη σκανδαλιστούν οι μικροί αδελφοί.

Και πάνω απ᾽ όλα, να συνεχίσει η Εκκλησία να φανερώνει στον κόσμο το πρόσωπο του Χριστού.

 

Μια απόφαση που προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων και βαθύ σκανδαλισμό

Η ανακοίνωση της κυβερνητικής απόφασης για τη σημαντική αύξηση των αποδοχών των Αρχιερέων δεν αντιμετωπίστηκε από την κοινωνία ως ένα απλό διοικητικό ή οικονομικό μέτρο. Αντίθετα, εξελίχθηκε σε αφορμή έντονου δημόσιου διαλόγου, ο οποίος σύντομα έλαβε διαστάσεις βαθιάς κοινωνικής και πνευματικής κρίσης.

Πολλοί πιστοί αισθάνθηκαν αιφνιδιασμό, απορία και θλίψη. Σε μια εποχή κατά την οποία χιλιάδες οικογένειες αγωνίζονται καθημερινά για να ανταποκριθούν στις στοιχειώδεις ανάγκες της ζωής, η εικόνα μιας γενναίας οικονομικής ενίσχυσης προς την ανώτατη εκκλησιαστική ηγεσία δημιούργησε ερωτήματα που δεν ήταν εύκολο να απαντηθούν. Ανεξάρτητα από τις προθέσεις της Πολιτείας ή από τη νομική και θεσμική βάση της απόφασης, το αποτέλεσμα υπήρξε ένας έντονος σκανδαλισμός στις συνειδήσεις πολλών ανθρώπων.

Ο σκανδαλισμός αυτός δεν προήλθε αποκλειστικά από το οικονομικό μέγεθος της αύξησης των μισθών· προήλθε, κυρίως, από τον συμβολισμό που προσέλαβε στα μάτια της κοινωνίας. Ο Αρχιερέας στη συνείδηση του λαού δεν είναι ένας κοινός δημόσιος λειτουργός. Είναι ο πνευματικός πατέρας, ο ποιμένας που καλείται να εμπνέει με το παράδειγμα

* της ταπείνωσης,

* της διακονίας και

* της θυσιαστικής αγάπης.

Όταν, λοιπόν, το πρόσωπό του συνδέεται

* με μισθούς,

* με προνόμια και

* με οικονομικές απολαβές,

τότε πολλοί άνθρωποι αδυνατούν να διακρίνουν την πνευματική διάσταση του λειτουργήματός του.

Ακόμη μεγαλύτερη υπήρξε η ζημιά που προκλήθηκε στον δημόσιο λόγο. Μέσα ενημέρωσης, ιστοσελίδες και κοινωνικά δίκτυα γέμισαν από επικρίσεις, ειρωνείες και επιθετικά σχόλια. Δυστυχώς, η συζήτηση δεν περιορίστηκε στην κριτική της κυβερνητικής απόφασης. Πολύ συχνά στράφηκε εναντίον του ίδιου του θεσμού της Εκκλησίας και του αρχιερατικού αξιώματος. Χιλιάδες άνθρωποι, παρασυρμένοι από το κλίμα της αντιπαράθεσης, εξέφρασαν περιφρόνηση όχι μόνον προς συγκεκριμένα πρόσωπα, αλλά και προς ολόκληρη την Εκκλησιαστική Παράδοση.

Για τους συνειδητούς χριστιανούς αυτή η εξέλιξη υπήρξε ιδιαίτερα επώδυνη. Ο πόνος τους δεν γεννήθηκε από οικονομικούς υπολογισμούς ούτε από πολιτικές σκοπιμότητες· γεννήθηκε από την αγωνία να βλέπουν το κύρος της Ποιμαίνουσας Εκκλησίας να τραυματίζεται και το ιερό αρχιερατικό λειτούργημα να γίνεται αντικείμενο χλευασμού. Κάθε προσβλητικό σχόλιο, κάθε ειρωνική ανάρτηση και κάθε απαξιωτική αναφορά δεν πλήττει μόνον πρόσωπα. Πληγώνει και τις ψυχές εκείνων που εξακολουθούν να βλέπουν στην Εκκλησία τον χώρο

* της πίστης,

* της ελπίδας και

* της σωτηρίας.

Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι ο σκανδαλισμός αυτός επεκτάθηκε και σε ανθρώπους που μέχρι πρότινος διατηρούσαν μια θετική ή ουδέτερη στάση απέναντι στην Εκκλησία. Πολλοί άρχισαν να αντιμετωπίζουν με καχυποψία κάθε εκκλησιαστική πρωτοβουλία, ενώ άλλοι θεώρησαν ότι επιβεβαιώνονται στερεότυπα και προκαταλήψεις που επί χρόνια καλλιεργούνται εις βάρος της.

Έτσι, μια απόφαση που, ίσως, σχεδιάστηκε με καθαρά διοικητικά κριτήρια, κατέληξε να προκαλέσει μια βαθύτερη κρίση εμπιστοσύνης. Και αυτό ακριβώς αποτελεί τον πυρήνα του προβληματισμού. Διότι

* όταν τραυματίζεται η εμπιστοσύνη των πιστών,

* όταν κλονίζεται η εικόνα του πνευματικού ποιμένα και

* όταν η κοινωνία οδηγείται σε γενικευμένη απαξίωση του εκκλησιαστικού θεσμού,

τότε οι συνέπειες υπερβαίνουν κατά πολύ το οικονομικό πεδίο.

Μέχρι αυτήν την ώρα που γράφεται και δημοσιεύεται το παρόν κείμενο, δύο αξιόλογοι Ιεράρχες, ο Σεβ. Κισσάμου και Σελίνου κ.κ. Αμφιλόχιος και ο Σεβ. Κυθήρων και Αντικυθήρων κ.κ. Σεραφείμ, με τη θετική παρέμβασή τους, προκάλεσαν αντιστροφή του «κλίματος» και κατέστησαν «ανάσες οξυγόνου» και ελπίδας, με τις δημόσιες παρεμβάσεις τους.

Το ζήτημα, λοιπόν, αποκτά πνευματικές διαστάσεις. Γίνεται αφορμή διχασμού, πικρίας και απογοήτευσης. Και γι᾽ αυτό πολλοί χριστιανοί εκφράζουν σήμερα την αγωνία τους, όχι τόσο για τα χρήματα, όσο για το βαρύ πλήγμα που θεωρούν ότι δέχθηκε η εκκλησιαστική μαρτυρία μέσα στην κοινωνία.

 

Ο σκανδαλισμός των πιστών και η πληγή της εκκλησιαστικής συνείδησης

Από όλες τις συνέπειες που προκάλεσε η δημόσια συζήτηση γύρω από την αύξηση των αποδοχών των αρχιερέων, η πλέον οδυνηρή υπήρξε ο σκανδαλισμός των πιστών. Πρόκειται για μια πληγή, που δεν μπορεί να μετρηθεί με οικονομικά μεγέθη ούτε να αποτυπωθεί σε αριθμούς και στατιστικές. Είναι μία πληγή βαθιά πνευματική, η οποία αγγίζει τις συνειδήσεις των ανθρώπων και τραυματίζει τη σχέση εμπιστοσύνης που συνδέει τον λαό του Θεού με τους πνευματικούς του ποιμένες.

Ο απλός χριστιανός προσεγγίζει τον Επίσκοπο όχι ως έναν κρατικό αξιωματούχο, αλλά ως τον πατέρα της τοπικής εκκλησιαστικής κοινότητας. Στο πρόσωπό του αναζητά

* την πνευματική καθοδήγηση,

* την παρηγοριά,

* τη στήριξη και

* την ελπίδα.

Αναμένει να δει την αντανάκλαση

* της Αποστολικής Παραδόσεως,

* της θυσιαστικής προσφοράς και

* της ταπεινής διακονίας,

που χαρακτήρισε τους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας.

Όταν, λοιπόν, ο δημόσιος διάλογος περιστρέφεται επί εβδομάδες γύρω από μισθολογικές αυξήσεις, επιδόματα και οικονομικές παροχές, η πνευματική εικόνα του Αρχιερέα επισκιάζεται. Η κοινωνία παύει να βλέπει τον ποιμένα και αρχίζει να βλέπει τον αξιωματούχο. Η μετατόπιση αυτή δημιουργεί

* σύγχυση,

* απογοήτευση και

* πνευματική αμηχανία.

Ο σκανδαλισμός γίνεται ακόμη μεγαλύτερος, όταν η συζήτηση αξιοποιείται από κύκλους που επιδιώκουν διαχρονικά να υποβαθμίσουν τον ρόλο της Εκκλησίας στη ζωή του τόπου. Η συγκεκριμένη υπόθεση χρησιμοποιήθηκε ως αφορμή για να αμφισβητηθεί όχι μόνο μία κυβερνητική επιλογή, αλλά και η ίδια η αξία της εκκλησιαστικής παρουσίας μέσα στην κοινωνία. Έτσι, ο προβληματισμός μετατράπηκε σε επιθετικότητα και η κριτική σε απαξίωση.

Ιδιαίτερα επώδυνο υπήρξε το γεγονός ότι πλήθος νέων ανθρώπων ήρθαν σε επαφή με έναν καταιγισμό ειρωνικών και υποτιμητικών σχολίων για την Εκκλησία μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Οι πλατφόρμες αυτές, που συχνά λειτουργούν χωρίς μέτρο και χωρίς διάκριση, γέμισαν από αναρτήσεις που παρουσίαζαν συλλήβδην το σύνολο της Εκκλησίας μέσα από το πρίσμα μιας οικονομικής είδησης.

Έτσι δημιουργήθηκε μια εικόνα που αδίκησε την πολυδιάστατη προσφορά πολλών Επισκόπων, κληρικών, μοναχών και λαϊκών εργατών-διακόνων της Εκκλησίας.

Οι πιστοί χριστιανοί, που παρακολουθούσαν αυτήν την κατάσταση, βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα διπλό βάρος. Από τη μία πλευρά προσπαθούσαν να κατανοήσουν τα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης. Από την άλλη πλευρά έβλεπαν ανθρώπους

* να χλευάζουν το αρχιερατικό αξίωμα,

* να ειρωνεύονται τα ιερά σύμβολα και

* να προσβάλλουν πρόσωπα,

που για τους ίδιους αποτελούν πνευματικά σημεία αναφοράς.

Η θλίψη αυτή δεν προέρχεται από μια διάθεση τυφλής υπεράσπισης προσώπων ή θεσμών· προέρχεται από την αγωνία να μη χαθεί η εμπιστοσύνη των ανθρώπων προς την Εκκλησία, τη μάνα μας, την τροφό μας. Διότι όταν ένας πιστός σκανδαλίζεται, κινδυνεύει να απομακρυνθεί όχι μόνον από συγκεκριμένα πρόσωπα, αλλά και από την ίδια την εκκλησιαστική ζωή. Και αυτή είναι η μεγαλύτερη απώλεια.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας πάντοτε αντιμετώπιζαν τον σκανδαλισμό των ψυχών ως ένα από τα σοβαρότερα πνευματικά ζητήματα. Διότι η πτώση της εμπιστοσύνης και η διάρρηξη της σχέσης μεταξύ ποιμένων και ποιμνίου έχουν συνέπειες που διαρκούν για πολλά χρόνια. Ένα αρνητικό γεγονός μπορεί να δημιουργήσει αμφιβολίες, επιφυλάξεις και αποστάσεις που δύσκολα θεραπεύονται.

Σήμερα πολλοί χριστιανοί αισθάνονται ότι η συγκεκριμένη υπόθεση προκάλεσε ακριβώς αυτήν την πληγή. Όχι επειδή αδυνατούν να κατανοήσουν τη θεσμική πραγματικότητα, αλλά επειδή βλέπουν το κύρος του εκκλησιαστικού λόγου να αποδυναμώνεται μέσα σε ένα κλίμα κοινωνικής καχυποψίας και αμφισβήτησης.

Το μεγάλο ζητούμενο πλέον δεν είναι η αντιπαράθεση ούτε η αναζήτηση ενόχων. Είναι η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης. Είναι η επιστροφή στην ουσία της ποιμαντικής διακονίας, η οποία καλεί όλους, κληρικούς και λαϊκούς, να δίνουν μαρτυρία ταπείνωσης, αγάπης και αυτοθυσίας. Μόνον έτσι μπορεί να επουλωθεί η πληγή που άνοιξε στις καρδιές πολλών πιστών και να αποκατασταθεί η ειρήνη μέσα στην εκκλησιαστική συνείδηση.

 

Η έκρηξη των κοινωνικών δικτύων και η δημόσια διαπόμπευση του αρχιερατικού αξιώματος

Η συζήτηση γύρω από την αύξηση των αποδοχών των Αρχιερέων δεν περιορίστηκε στα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης. Πολύ γρήγορα μεταφέρθηκε στα κοινωνικά δίκτυα, όπου έλαβε πρωτοφανείς διαστάσεις. Εκεί, μέσα σ᾽ ένα περιβάλλον ταχύτητας, συνθηματολογίας και συναισθηματικών αντιδράσεων, η είδηση μετατράπηκε σε αφορμή για έναν ανεξέλεγκτο καταιγισμό

* σχολίων,

* επικρίσεων και

* επιθέσεων.

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης διαθέτουν τη δύναμη να πολλαπλασιάζουν κάθε πληροφορία μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Όμως η ίδια αυτή δυναμική συχνά μετατρέπεται σε όπλο απαξίωσης και δημόσιας διαπόμπευσης. Στην περίπτωση αυτή, χιλιάδες αναρτήσεις αναπαρήγαγαν την είδηση με τρόπο που προκαλούσε

* αγανάκτηση,

* ειρωνεία και

* οργή.

Η συζήτηση έπαψε να αφορά μόνον την κυβερνητική απόφαση και στράφηκε εναντίον των Αρχιερέων, του Κλήρου και της Εκκλησίας συνολικά.

Ιδιαίτερα θλιβερό υπήρξε το γεγονός ότι πολλές τοποθετήσεις ξεπέρασαν κάθε όριο ευπρέπειας. Το αρχιερατικό αξίωμα, το οποίο για αιώνες αντιμετωπιζόταν με σεβασμό ακόμη και από τους επικριτές της Εκκλησίας, έγινε αντικείμενο χλευασμού και προσβολών. Αναρτήσεις γεμάτες

* ειρωνείες,

* απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς και

* ακραίες εκφράσεις

διαδόθηκαν με πρωτοφανή ταχύτητα.

Για τους πιστούς χριστιανούς, η κατάσταση αυτή προκάλεσε βαθύ πόνο. Δεν τους πλήγωσε μόνον η κριτική. Η κριτική είναι θεμιτή σε μια δημοκρατική κοινωνία. Εκείνο που τους τραυμάτισε ήταν η μετατροπή της δημόσιας συζήτησης σε μια διαδικασία συστηματικής υποτίμησης του εκκλησιαστικού θεσμού. Πολλοί αισθάνθηκαν ότι κάτω από την αφορμή μιας οικονομικής είδησης εκδηλώθηκε ένα βαθύτερο κύμα εχθρότητας προς κάθε τι εκκλησιαστικό.

Οι νέοι άνθρωποι βρέθηκαν στο επίκεντρο αυτής της επιρροής. Καθημερινά εκτίθενται

* σε χιλιάδες σχόλια,

* σε εικόνες και

* σε δημοσιεύσεις,

που παρουσίαζαν την Εκκλησία μέσα από ένα αποκλειστικά αρνητικό πρίσμα. Η συνεχής αυτή έκθεση δημιούργησε συνθήκες διαμορφώσεως αρνητικών εντυπώσεων, οι οποίες πολλές φορές δεν βασίζονται στη γνώση αλλά στην επανάληψη στερεοτύπων.

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι μέσα στον θόρυβο των κοινωνικών δικτύων χάθηκε κάθε αίσθηση διακρίσεως. Η προσφορά της Ποιμαίνουσας Εκκλησίας

* προς τους φτωχούς,

* προς τους ασθενείς,

* προς τους μοναχικούς ανθρώπους και

* προς τις οικογένειες που δοκιμάζοντα,

δεν βρήκε θέση στον δημόσιο διάλογο.

Αντίθετα, μία και μόνο είδηση επισκίασε δεκαετίες ποιμαντικού, φιλανθρωπικού και κοινωνικού έργου.

Οι πιστοί παρακολουθούσαν με οδύνη να δημιουργείται μια εικόνα που δεν ανταποκρινόταν στη συνολική πραγματικότητα της εκκλησιαστικής ζωής.

Έβλεπαν ανθρώπους να κρίνουν την Εκκλησία χωρίς να γνωρίζουν το έργο της.

Έβλεπαν να γενικεύονται κατηγορίες και να καταδικάζονται συλλήβδην πρόσωπα και θεσμοί.

Και μέσα σ᾽ όλα αυτά, αισθάνονταν ότι τραυματιζόταν η αξιοπρέπεια ενός θεσμού, που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ιστορικής και πνευματικής πορείας του ελληνικού λαού.

Η δημόσια διαπόμπευση του αρχιερατικού αξιώματος δεν αποτελεί απλώς ένα επικοινωνιακό πρόβλημα. Έχει βαθιές πνευματικές συνέπειες. Όταν οι νέες γενιές συνηθίζουν να αντιμετωπίζουν με χλευασμό κάθε μορφή πνευματικής αυθεντίας, τότε αποδυναμώνεται συνολικά η δυνατότητα μετάδοσης

* αξιών,

* παραδόσεων και

* πνευματικών εμπειριών.

Πολλοί χριστιανοί αισθάνονται σήμερα ότι η συγκεκριμένη υπόθεση άνοιξε μια νέα πληγή. Μια πληγή που δεν αφορά μόνον τους Αρχιερείς, αλλά ολόκληρη την εκκλησιαστική κοινότητα. Διότι κάθε προσβολή προς το αρχιερατικό αξίωμα αντανακλάται στις καρδιές εκείνων που συνεχίζουν να βλέπουν στην Εκκλησία τον χώρο της πίστεως, της παρηγοριάς και της ελπίδας.

Γι᾽ αυτό ο προβληματισμός παραμένει έντονος.

* Πώς μπορεί να αποκατασταθεί ο σεβασμός στον δημόσιο διάλογο;

* Πώς μπορεί να αποφευχθεί η μετατροπή μιας πολιτικής απόφασης σε αφορμή γενικευμένης επίθεσης κατά της Εκκλησίας;

* Και πώς μπορούν οι πιστοί να διατηρήσουν την ειρήνη της ψυχής τους, όταν βλέπουν το πνευματικό τους σπίτι να γίνεται στόχος χλευασμού;

Τα ερωτήματα αυτά παραμένουν ανοιχτά και απαιτούν βαθιά αυτοκριτική από όλους. Διότι η θεραπεία του τραύματος δεν θα προέλθει από νέες συγκρούσεις, αλλά από την αποκατάσταση

* της αλήθειας,

* του μέτρου και

* του αμοιβαίου σεβασμού.

Μόνον έτσι μπορεί να ανακτηθεί η εμπιστοσύνη και να επουλωθεί η πληγή που δημιούργησε η θύελλα των κοινωνικών δικτύων.

 

Η δοκιμασία της πίστης και η αγωνία των συνειδήσεων

Υπάρχουν στιγμές στην ιστορική πορεία της Εκκλησίας, κατά τις οποίες οι πιστοί καλούνται να αντιμετωπίσουν όχι μόνον εξωτερικές προκλήσεις, αλλά και βαθιές εσωτερικές δοκιμασίες. Στιγμές κατά τις οποίες γεγονότα της επικαιρότητας, αποφάσεις πολιτικές ή καταστάσεις κοινωνικές δημιουργούν ένα βαρύ κλίμα

* αμφισβήτησης,

* πικρίας και

* απογοήτευσης.

Τέτοιες στιγμές δεν δοκιμάζουν μόνον την αντοχή των θεσμών· δοκιμάζουν πρωτίστως τις ανθρώπινες ψυχές.

Η συζήτηση, που προκλήθηκε γύρω από τις αποδοχές των Αρχιερέων, εξελίχθηκε για πολλούς χριστιανούς σε μια τέτοια δοκιμασία. Όχι εξαιτίας του οικονομικού ζητήματος αυτού καθαυτού, αλλά εξαιτίας των πνευματικών συνεπειών που ακολούθησαν. Ο δημόσιος σκανδαλισμός, η επιθετικότητα των σχολίων, η απαξίωση της εκκλησιαστικής παρουσίας και η γενικευμένη καχυποψία δημιούργησαν ένα περιβάλλον, μέσα στο οποίο πολλοί πιστοί αισθάνθηκαν βαθιά θλίψη και εσωτερική ταραχή.

Δεν είναι εύκολο για έναν άνθρωπο που αγαπά την Εκκλησία να παρακολουθεί καθημερινά την αμφισβήτηση και τον χλευασμό όσων θεωρεί ιερά και σεβαστά. Δεν είναι εύκολο να βλέπει να τραυματίζεται το κύρος των ποιμένων του και να μετατρέπεται η εκκλησιαστική ζωή σε αντικείμενο ειρωνείας. Η κατάσταση αυτή γεννά ένα αίσθημα πνευματικής μοναξιάς και εσωτερικής οδύνης, που δύσκολα περιγράφεται.

Πολλοί πιστοί αναρωτιούνται πώς είναι δυνατόν, σε μια εποχή κατά την οποία η κοινωνία αντιμετωπίζει τόσες προκλήσεις, να δημιουργούνται νέες αφορμές που ενισχύουν την απομάκρυνση των ανθρώπων από την Εκκλησία; Βλέπουν γύρω τους έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία, έναν κόσμο μέσα στον οποίο οι πνευματικές αξίες υποχωρούν και η πίστη αντιμετωπίζεται συχνά ως κάτι περιθωριακό ή παρωχημένο. Μέσα σ᾽ αυτήν την πραγματικότητα, κάθε νέος σκανδαλισμός βιώνεται ως ένα ακόμη πλήγμα κατά της εκκλησιαστικής μαρτυρίας.

Η δοκιμασία αυτή γίνεται ακόμη βαρύτερη όταν αγγίζει τις νεότερες γενιές. Οι νέοι, οι οποίοι αναζητούν

* πρότυπα,

* σταθερές και

* πνευματικά στηρίγματα,

έρχονται αντιμέτωποι μ᾽ έναν δημόσιο λόγο που, συχνά, αποδομεί κάθε μορφή αυθεντίας. Μέσα σ᾽ αυτό το περιβάλλον, η Εκκλησία καλείται να δώσει τη μαρτυρία της χωρίς να παρασυρθεί από τον θόρυβο της επικαιρότητας και χωρίς να χάσει τον προσανατολισμό της.

Οι πιστοί που βιώνουν αυτήν την κατάσταση αισθάνονται ότι η δοκιμασία δεν αφορά μόνον πρόσωπα ή γεγονότα· αφορά την ίδια τη σχέση τους με την Εκκλησία. Αφορά την ανάγκη να διατηρήσουν άσβεστη την εμπιστοσύνη τους στον πνευματικό χαρακτήρα της Εκκλησίας και προς τους ποιμένες τους, ακόμη και όταν γύρω τους κυριαρχούν η αμφισβήτηση και η απογοήτευση.

Η ιστορία της Εκκλησίας διδάσκει ότι οι δυσκολίες και οι σκανδαλισμοί δεν είναι φαινόμενα καινούργια. Κάθε εποχή γνώρισε

* τις δικές της κρίσεις,

* τις δικές της εντάσεις και

* τις δικές της πληγές.

Εκείνο, όμως, που διατήρησε ζωντανή την εκκλησιαστική ζωή, ήταν η πίστη των ανθρώπων που δεν επέτρεψαν στις απογοητεύσεις να επισκιάσουν την αλήθεια του Ευαγγελίου.

Σήμερα, πολλοί χριστιανοί αισθάνονται ότι καλούνται να δώσουν αυτήν τη μαρτυρία της υπομονής και της πνευματικής ωριμότητας.

Να μη μετατρέψουν τη θλίψη τους σε πικρία.

Να μη μετατρέψουν τον προβληματισμό τους σε απόγνωση.

Να συνεχίσουν να βλέπουν πέρα από τα γεγονότα και να αναζητούν την ουσία της πίστης, η οποία δεν θεμελιώνεται σε ανθρώπινες επιτυχίες ή αποτυχίες, αλλά στη ζωντανή παρουσία του Χριστού μέσα στην Εκκλησία.

Ωστόσο, η δοκιμασία παραμένει πραγματική. Η οδύνη παραμένει βαθιά. Και ο προβληματισμός εξακολουθεί να βαραίνει τις συνειδήσεις πολλών ανθρώπων που αγαπούν την Εκκλησία και ανησυχούν για την πορεία της μέσα σ᾽ έναν κόσμο ολοένα πιο δύσπιστο απέναντι στην πνευματική της αποστολή.

Γι᾽ αυτό και η παρούσα συγκυρία αποτελεί μια πρόσκληση

* σε αυτοκριτική,

* σε εγρήγορση και

* σε προσευχή.

Μια πρόσκληση να αναζητηθούν τρόποι που

* θα θεραπεύσουν τις πληγές του σκανδαλισμού,

* θα αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη και

* θα ενισχύσουν την εκκλησιαστική συνείδηση των πιστών.

Διότι η μεγαλύτερη απώλεια δεν είναι η δημόσια αντιπαράθεση. Η μεγαλύτερη απώλεια θα ήταν να χαθεί η ελπίδα και η εμπιστοσύνη των ανθρώπων προς την πνευματική αποστολή της Ποιμαίνουσας Εκκλησίας.

 

Ο πόνος των πιστών και η ανάγκη πνευματικής εγρήγορσης

Υπάρχουν γεγονότα τα οποία, παρά το γεγονός ότι γεννώνται μέσα στον χώρο της δημόσιας επικαιρότητας, αποκτούν βαθύτερες διαστάσεις και αγγίζουν τον εσωτερικό κόσμο των ανθρώπων. Δεν περιορίζονται στην επιφάνεια των πολιτικών συζητήσεων ούτε εξαντλούνται στις αναλύσεις των ειδικών. Εισέρχονται αθόρυβα στις συνειδήσεις, γεννούν ερωτήματα, προκαλούν αγωνία και αφήνουν πίσω τους ένα αίσθημα πνευματικής βαρύτητας. Μια τέτοια πραγματικότητα βιώνουν σήμερα πολλοί πιστοί χριστιανοί.

Πίσω από τους τίτλους των ειδήσεων, πίσω από τις αντιπαραθέσεις και τις δημόσιες συγκρούσεις, υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι αγαπούν την Εκκλησία και τους ποιμένες της, αγωνίζονται να ζήσουν τη ζωή της πίστεως και προσπαθούν να διατηρήσουν άσβεστη τη σχέση τους με το εκκλησιαστικό σώμα. Αυτοί οι άνθρωποι βιώνουν τον σκανδαλισμό όχι ως θεωρητικό ζήτημα, αλλά ως προσωπική δοκιμασία. Βλέπουν να αμφισβητούνται πρόσωπα και θεσμοί που συνδέθηκαν με τις σημαντικότερες στιγμές της ζωής τους και αισθάνονται ότι τραυματίζεται κάτι βαθιά ιερό μέσα τους.

Ο πόνος αυτός δεν εκφράζεται πάντοτε δημόσια. Συχνά παραμένει σιωπηλός.

* Είναι ο πόνος της ευλαβικής γιαγιάς, που προσεύχεται καθημερινά για την Εκκλησία.

* Είναι η θλίψη του οικογενειάρχη, που μεγάλωσε τα παιδιά του μέσα στην Ορθόδοξη Παράδοση.

* Είναι η αγωνία του νέου ανθρώπου, που αναζητεί πνευματικά στηρίγματα μέσα σ᾽ έναν κόσμο ολοένα πιο αβέβαιο και αποπροσανατολισμένο.

Ιδιαίτερα οδυνηρό είναι το γεγονός ότι πολλοί πιστοί αισθάνονται πως η Εκκλησία γίνεται για μία ακόμη φορά στόχος γενικευμένης επίκρισης. Δεν αγνοούν ότι υπάρχουν αδυναμίες, ανθρώπινα λάθη και αστοχίες. Όμως θλίβονται όταν βλέπουν να παραγνωρίζεται η συνολική προσφορά της Εκκλησίας και να προβάλλονται μονομερώς στοιχεία που τροφοδοτούν την καχυποψία και την απαξίωση.

Μέσα σ᾽ αυτό το κλίμα, η πνευματική εγρήγορση καθίσταται περισσότερο αναγκαία από ποτέ. Οι πιστοί καλούνται να διαφυλάξουν την εσωτερική τους ειρήνη και να μη επιτρέψουν στον σκανδαλισμό να μεταβληθεί σε απογοήτευση ή απομάκρυνση από την εκκλησιαστική ζωή. Η ιστορία της Εκκλησίας μαρτυρά ότι οι μεγαλύτερες δοκιμασίες υπερνικήθηκαν, όταν οι άνθρωποι της πίστης παρέμειναν προσηλωμένοι στην ουσία του Ευαγγελίου και δεν εγκλωβίστηκαν αποκλειστικά στα γεγονότα της επικαιρότητας.

Η εγρήγορση αυτή δεν σημαίνει αδιαφορία ούτε σιωπή απέναντι στα προβλήματα. Αντίθετα, προϋποθέτει υπευθυνότητα, διάκριση και ειλικρινή προβληματισμό. Προϋποθέτει

* να αναγνωρίζει κανείς τις δυσκολίες, χωρίς να χάνει την ελπίδα του·

* να διαπιστώνει τα τραύματα, χωρίς να λησμονεί τη θεραπευτική δύναμη της πίστης·

* να βιώνει τη θλίψη, χωρίς να παραδίδεται στην απόγνωση.

Ιδιαίτερα σήμερα, όταν ο δημόσιος λόγος χαρακτηρίζεται από ένταση και πόλωση, η Εκκλησία έχει ανάγκη

* από πιστούς, που θα λειτουργούν ως φορείς ειρήνης και όχι διχασμού·

* από ανθρώπους, που θα αρνούνται να συμμετάσχουν στην καλλιέργεια του μίσους και της εχθρότητας·

* από ανθρώπους, που θα επιμένουν να βλέπουν πίσω από τα γεγονότα το βαθύτερο πνευματικό τους νόημα.

Ο προβληματισμός των πιστών δεν αφορά μόνο το παρόν· αφορά και το μέλλον. Αφορά το ποια εικόνα θα παραδοθεί στις επόμενες γενιές. Αφορά το κατά πόσον τα παιδιά και τα εγγόνια τους θα εξακολουθήσουν να βλέπουν στην Εκκλησία μία πηγή ελπίδας, παρηγοριάς και αλήθειας ή αν θα επηρεασθούν από το κλίμα αμφισβήτησης, που κυριαρχεί γύρω τους.

Γι᾽ αυτό και η παρούσα δοκιμασία πρέπει να μεταβληθεί σε αφορμή βαθύτερης αυτογνωσίας και πνευματικής ανανέωσης. Οι κρίσεις της ιστορίας πολλές φορές αποδείχθηκαν ευκαιρίες επιστροφής στην ουσία. Ευκαιρίες

* για περισσότερη ταπείνωση,

* για περισσότερη προσευχή και

* για μεγαλύτερη αφοσίωση στην αποστολή της Εκκλησίας.

Ο πόνος των πιστών είναι πραγματικός και βαθύς. Δεν πηγάζει από αντιπαλότητα ούτε από ιδιοτέλεια. Πηγάζει από την αγάπη προς την Ποιμαίνουσα Εκκλησία και από την αγωνία να διαφυλαχθεί το κύρος της πνευματικής της μαρτυρίας. Και ακριβώς γι᾽ αυτόν τον λόγο η απάντηση στον σκανδαλισμό δεν μπορεί να είναι άλλη

* από την πνευματική εγρήγορση,

* από την υπομονή,

* από την προσευχή και

* από την αδιάκοπη προσπάθεια αποκατάστασης της εμπιστοσύνης που τραυματίστηκε.

 

Επίλογος

To παρόν κείμενο δεν γεννήθηκε ως μία απλή καταγραφή γεγονότων ούτε ως μία προσπάθεια σχολιασμού της πολιτικής επικαιρότητας. Γεννήθηκε μέσα

* από τον προβληματισμό,

* από την αγωνία και

* από τη βαθιά θλίψη,

που προκάλεσε σε πλήθος πιστών η δημόσια συζήτηση γύρω από την απόφαση της Πολιτείας να προχωρήσει σε σημαντική αύξηση των αποδοχών των Αρχιερέων.

Η συγκεκριμένη εξέλιξη δεν παρέμεινε στα στενά όρια μιας διοικητικής ή οικονομικής ρυθμίσεως. Αντίθετα, εξελίχθηκε σε γεγονός με ισχυρό κοινωνικό, ηθικό και πνευματικό αντίκτυπο:

* δημιούργησε αντιδράσεις,

* προκάλεσε συγκρούσεις,

* όξυνε προϋπάρχουσες εντάσεις και

* έδωσε αφορμή για έναν δημόσιο διάλογο,

που συχνά υπερέβη τα όρια της ευπρέπειας και του σεβασμού.

Εκείνο, όμως, που προκαλεί τον βαθύτερο προβληματισμό δεν είναι οι πολιτικές αντιπαραθέσεις ούτε οι διαφορετικές απόψεις που διατυπώθηκαν.

Είναι ο σκανδαλισμός των πιστών ψυχών.

Είναι η πικρία των ανθρώπων που είδαν να τραυματίζεται η εικόνα της Ποιμαίνουσας Εκκλησίας.

Είναι η οδύνη όσων παρακολούθησαν με θλίψη την απαξίωση του αρχιερατικού λειτουργήματος και τη δημόσια προσβολή προσώπων και θεσμών που συνδέονται με την πνευματική ζωή του τόπου.

Η Εκκλησία πορεύθηκε δια μέσου των αιώνων αντιμετωπίζοντας ποικίλες δοκιμασίες. Γνώρισε περιόδους διωγμών, αμφισβητήσεων και εχθρότητας. Παρέμεινε όμως όρθια, διότι στηριζόταν όχι σε ανθρώπινες δυνάμεις, αλλά

* στην πίστη,

* στην προσευχή και

* στη χάρη του Θεού.

Σήμερα, μέσα σ᾽ ένα περιβάλλον έντονης κοινωνικής ρευστότητας και πνευματικής σύγχυσης, κάθε γεγονός που προκαλεί σκανδαλισμό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα και αφήνει βαθιά ίχνη στις συνειδήσεις.

Οι σελίδες που προηγήθηκαν δεν αποσκοπούν στην καταδίκη προσώπων ούτε στην όξυνση των αντιπαραθέσεων. Αποτελούν μία προσπάθεια καταγραφής του προβληματισμού, που αναπτύχθηκε μέσα στην κοινωνία και, κυρίως, μέσα στις καρδιές των πιστών. Μια προσπάθεια να αναδειχθούν οι πνευματικές διαστάσεις ενός γεγονότος, που ξεπέρασε τα όρια της επικαιρότητας και άγγιξε τον πυρήνα της εκκλησιαστικής συνείδησης.

Εάν οι προβληματισμοί αυτοί συμβάλουν έστω και ελάχιστα στην καλλιέργεια μεγαλύτερης διάκρισης, υπευθυνότητος και πνευματικής εγρήγορσης, τότε ο σκοπός αυτού του έργου θα έχει δικαιωθεί. Διότι η μεγαλύτερη ανάγκη της εποχής μας δεν είναι η επικράτηση μιας άποψης έναντι μιας άλλης, αλλά

* η θεραπεία των τραυμάτων,

* η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης και

* η διαφύλαξη της ενότητας μέσα στο εκκλησιαστικό σώμα.

 

 

 

Κοινοποίηση:
[1] [2]