- Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ - https://alopsis.gr -

Καύση και ταφή ως δύο διαφορετικές ανθρωπολογικές στάσεις: Σεβασμός στον θάνατο, σεβασμός στον άνθρωπο (π. Ηλίας Γ. Διακουμάκος, Πρεσβύτερος)

Πρόλογος

Το παρόν δοκίμιο επιχειρεί να προσεγγίσει ένα από τα πιο ευαίσθητα και σύνθετα ζητήματα της σύγχρονης κοινωνίας: την καύση και την ταφή του νεκρού.

Πρόκειται για δύο διαφορετικές ανθρωπολογικές και κοσμολογικές τάσεις, οι οποίες δεν μπορούν να ταυτιστούν, αλλά οφείλουν να συνυπάρχουν μέσα σε ένα πλαίσιο αμοιβαίου σεβασμού.

Η καύση, για πολλούς ανθρώπους, αποτελεί συνειδητή υπαρξιακή επιλογή και προσωπική επιθυμία. Συνδέεται με τον τρόπο που αντιλαμβάνονται τον θάνατο, τη φθορά και την ανάγκη απομάκρυνσης από τον πόνο. Η επιλογή αυτή, ως έκφραση ελευθερίας, οφείλει να γίνεται σεβαστή χωρίς απαξίωση, χωρίς ηθική στοχοποίηση και χωρίς κοινωνικό στιγματισμό.

Την ίδια στιγμή, η ταφή αποτελεί για τους Ορθοδόξους χριστιανούς όχι απλώς μια παραδοσιακή πρακτική, αλλά έκφραση πίστης, θεολογικής συνέπειας και εκκλησιαστικής ταυτότητας. Η ταφή συνδέεται με την πίστη στην Ανάσταση, με τον σεβασμό προς το ανθρώπινο σώμα και με μια συγκεκριμένη θεώρηση του ανθρώπου και του κόσμου. Και αυτή η επιλογή οφείλει να γίνεται σεβαστή, χωρίς ειρωνεία, χωρίς απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς και χωρίς πίεση προς αλλοίωση της πίστης.

Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δοθεί στον σεβασμό προς τους λειτουργούς της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Οι ιερείς που, από πίστη και συνείδηση, αρνούνται να τελέσουν εκκλησιαστικές ακολουθίες σε περιπτώσεις καύσης, δεν ενεργούν από σκληρότητα ή ιδεολογική εμμονή. Ενεργούν μέσα στα όρια της θεολογικής τους ευθύνης. Δεν μπορεί και δεν πρέπει να υφίστανται πίεση, καταπίεση, διώξεις ή εξευτελισμό επειδή παραμένουν πιστοί στην παράδοση και τη διδασκαλία της χριστιανικής πίστης.

Ο σεβασμός, επομένως, δεν είναι μονόπλευρος. Αφορά όλους: εκείνους που επιλέγουν την καύση, εκείνους που επιλέγουν την ταφή και εκείνους που καλούνται ποιμαντικά να υπηρετήσουν την Ορθόδοξη Εκκλησία χωρίς να προδώσουν τη συνείδησή τους. Μόνο μέσα σ᾽ αυτό το πνεύμα μπορεί να υπάρξει ουσιαστικός διάλογος, χωρίς φανατισμούς, χωρίς απλουστεύσεις και χωρίς αμοιβαίες προσβολές.

Το κείμενο που ακολουθεί δεν επιδιώκει να επιβάλει επιλογές. Επιδιώκει να φωτίσει, να ερμηνεύσει και να καλλιεργήσει σεβασμό. Διότι απέναντι στο μυστήριο του θανάτου, η μεγαλύτερη ευθύνη μας είναι να διαφυλάξουμε την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την αλήθεια της συνείδησης.

 

Ο θάνατος ως υπαρξιακό όριο

Ο θάνατος παραμένει ένα από τα βαθύτερα και πιο αδιαπέραστα υπαρξιακά όρια του ανθρώπου. Δεν αποτελεί απλώς το τέλος της βιολογικής λειτουργίας, αλλά ένα γεγονός που διαρρηγνύει την καθημερινότητα και θέτει τον άνθρωπο ενώπιον ερωτημάτων που ξεπερνούν τη λογική και την εμπειρία. Είναι το όριο όπου η ανθρώπινη βεβαιότητα καταρρέει και η ύπαρξη στέκεται γυμνή απέναντι στο άγνωστο.

Ο φόβος του θανάτου δεν γεννιέται μόνο από την απώλεια της ζωής, αλλά από την αβεβαιότητα του μετά. Ο άνθρωπος φοβάται τη φθορά, την αποσύνθεση, τη σιωπή, την απουσία σχέσης.

Ο θάνατος θυμίζει την αδυναμία του ανθρώπου να ελέγξει τα πάντα και αποκαλύπτει τα όρια της δύναμης, της επιστήμης και της αυτονομίας του. Γι᾽ αυτό και συχνά επιχειρείται η απομάκρυνσή του από το προσκήνιο της ζωής, η απόκρυψή του πίσω από διαδικασίες γρήγορες, σύντομες και ανώδυνες.

Ο σύγχρονος άνθρωπος δυσκολεύεται να σταθεί μπροστά στο μυστήριο του θανάτου και επιδιώκει να το διαχειριστεί τεχνικά, χωρίς να το βιώσει υπαρξιακά.

Στη σύγχρονη κοινωνία ο θάνατος αντιμετωπίζεται συχνά ως πρόβλημα που πρέπει να λυθεί και όχι ως μυστήριο που πρέπει να βιωθεί. Η ταχύτητα, η αποτελεσματικότητα και η αποφυγή του πόνου χαρακτηρίζουν τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος επιθυμεί να διαχειριστεί το τέλος. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, αναπτύσσονται πρακτικές και επιλογές που στοχεύουν στην άμεση απομάκρυνση κάθε εικόνας φθοράς, ώστε να φύγει το άσχημο, να φύγει το κακό, να φύγει αυτό που πληγώνει την ανθρώπινη ευαισθησία.

Ωστόσο, ο θάνατος δεν παύει να εγείρει βαθύτερους προβληματισμούς.

Τι σημαίνει η απώλεια του σώματος;

Ποια είναι η σχέση του ανθρώπου με τη μνήμη, με τους οικείους, με την ιστορία του προσώπου του; Ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος στέκεται απέναντι στον νεκρό φανερώνει και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τη ζωή. Ο θάνατος γίνεται καθρέφτης της ανθρωπολογίας και της κοσμοθεωρίας του.

Το υπαρξιακό αυτό όριο δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με τεχνικές λύσεις ή ψυχολογικούς μηχανισμούς άμυνας. Απαιτεί στάση ζωής, νόημα και ερμηνεία. Εκεί ακριβώς γεννάται η ανάγκη του ανθρώπου να τοποθετηθεί θεολογικά, φιλοσοφικά και πνευματικά απέναντι στο μυστήριο του θανάτου. Διότι ο τρόπος που αποχαιρετούμε τον νεκρό είναι, τελικά, ο τρόπος που απαντούμε στο ερώτημα του νοήματος της ζωής.

 

Η καύση ως ατομικό δικαίωμα και υπαρξιακή επιλογή

Στη σύγχρονη κοινωνία, η καύση του νεκρού προβάλλεται και βιώνεται ολοένα και περισσότερο ως ατομικό δικαίωμα. Συνδέεται άμεσα με την έννοια της προσωπικής ελευθερίας και της αυτοδιάθεσης του ανθρώπου, ακόμη και πέρα από το όριο του θανάτου.

Ο άνθρωπος διεκδικεί το δικαίωμα να αποφασίσει ο ίδιος για το σώμα του, ως έκφραση της προσωπικής του κοσμοθεωρίας, των πεποιθήσεων και των φόβων του.

Η επιλογή της καύσης δεν είναι ουδέτερη. Φέρει έντονο υπαρξιακό και ψυχολογικό φορτίο. Για πολλούς ανθρώπους, η καύση λειτουργεί ως απάντηση στον φόβο του θανάτου και στη δυσκολία αποδοχής της φθοράς. Η γρήγορη και σύντομη διαδικασία μοιάζει να απομακρύνει την εικόνα της αποσύνθεσης, να εξαφανίζει το σώμα χωρίς χρονική καθυστέρηση, ώστε να φύγει το άσχημο, να φύγει το κακό, να φύγει αυτό που πονά και πληγώνει.

Σ᾽ αυτήν την αντίληψη, ο θάνατος αντιμετωπίζεται ως γεγονός που πρέπει να κλείσει γρήγορα και αποτελεσματικά. Η καύση εκφράζει μια ανάγκη ελέγχου του τέλους, μια προσπάθεια να μειωθεί η ένταση του πένθους και να περιοριστεί η επαφή με την απώλεια. Η μνήμη του νεκρού μετατοπίζεται από το σώμα σε πιο αφηρημένες και συμβολικές μορφές ανάμνησης.

Παράλληλα, η καύση συνδέεται και με μια σύγχρονη αντίληψη που βλέπει το σώμα κυρίως ως βιολογικό περίβλημα. Όταν η ζωή τελειώσει, το σώμα θεωρείται ότι έχει εκπληρώσει τον ρόλο του και δεν χρειάζεται περαιτέρω φροντίδα ή αναμονή. Η άμεση εξαφάνισή του εκλαμβάνεται ως φυσική συνέπεια ενός πολιτισμού που δυσκολεύεται να σταθεί μπροστά στη φθορά.

Ωστόσο, πίσω από την επιλογή της καύσης, αναδύονται βαθύτερα ερωτήματα:

Είναι η ταχύτητα πάντοτε ανακούφιση;

Η απομάκρυνση της εικόνας του σώματος βοηθά πραγματικά την επεξεργασία του πένθους;

Ή μήπως λειτουργεί ως μηχανισμός άμυνας απέναντι σε ένα γεγονός που παραμένει ανεξήγητο;

Η καύση, ως ατομικό δικαίωμα, οφείλει να γίνεται σεβαστή. Ταυτόχρονα, ως υπαρξιακή επιλογή, μαρτυρεί τον τρόπο με τον οποίο ο σύγχρονος άνθρωπος προσπαθεί να διαχειριστεί τον φόβο του θανάτου. Αποκαλύπτει όχι μόνο μια πρακτική απόφαση, αλλά μια βαθύτερη στάση ζωής, που αναζητά την ηρεμία μέσα από το γρήγορο, το σύντομο και το οριστικό.

 

Η ταφή ως θεολογική μαρτυρία και εκκλησιαστική πράξη

Σε αντίθεση με τη σύγχρονη αντίληψη που επιδιώκει την ταχεία απομάκρυνση κάθε εικόνας φθοράς, η Ορθόδοξη Εκκλησία προσεγγίζει τον θάνατο μέσα από την πράξη της ταφής ως θεολογική μαρτυρία και πράξη πίστης.

Η ταφή δεν αποτελεί απλώς έθιμο ή πολιτισμική συνήθεια, αλλά έκφραση μιας ολόκληρης ανθρωπολογίας, η οποία βλέπει το σώμα ως αναπόσπαστο στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης.

Για την Ορθόδοξη Εκκλησία, το σώμα δεν είναι ένα προσωρινό περίβλημα που χάνει την αξία του με τον θάνατο. Είναι ο τόπος όπου ο άνθρωπος έζησε, αγάπησε, προσευχήθηκε και συμμετείχε στη μυστηριακή ζωή. Γι᾽ αυτό και η ταφή εκφράζει σεβασμό προς το σώμα, όχι ως αντικείμενο, αλλά ως φορέα ζωής και σχέσης.

Η θεολογική βάση της ταφής βρίσκεται στο ίδιο το γεγονός της ζωής, του θανάτου και της ταφής του Χριστού. Ο Χριστός ετάφη και δεν ακολούθησε την πρακτική της πυράς, παρ᾽ ότι αυτή ήταν γνωστή στην εποχή Του. Με την ταφή Του αγίασε τον ανθρώπινο θάνατο και θεμελίωσε την ελπίδα της ανάστασης.

Η Εκκλησία, επί δύο χιλιάδες χρόνια, παραμένει πιστή σε αυτή τη μαρτυρία, χωρίς να μπορεί να την απεμπολήσει χωρίς να αλλοιώσει την ίδια της την ταυτότητα. Η ταφή, επομένως, δεν είναι πράξη προσκόλλησης στο παρελθόν, αλλά πράξη ελπίδας. Εκφράζει την πίστη ότι ο θάνατος δεν είναι το τέλος, αλλά πέρασμα. Το σώμα «κατατίθεται» στη γη ως σπόρος που αναμένει τη μεταμόρφωση, σύμφωνα με την εκκλησιαστική γλώσσα και εμπειρία.

Μέσα από αυτήν την πράξη, ο άνθρωπος καλείται να σταθεί απέναντι στον θάνατο όχι με άρνηση ή φυγή, αλλά με υπομονή και προσευχή. Η ταφή δίνει χρόνο στο πένθος, χώρο στη μνήμη και βάθος στην αποδοχή της απώλειας. Δεν επιδιώκει να εξαφανίσει τον πόνο, αλλά να τον φωτίσει με ελπίδα.

Η ταφή, ως εκκλησιαστική πράξη, μαρτυρεί τελικά έναν διαφορετικό τρόπο ζωής. Διδάσκει ότι η αξία του ανθρώπου δεν ακυρώνεται με τον θάνατο και ότι η ελπίδα δεν γεννιέται από την ταχύτητα, αλλά από την εμπιστοσύνη στον Θεό και στην υπόσχεση της ζωής που δεν τελειώνει.

 

Δύο διαφορετικές ανθρωπολογίες απέναντι στον θάνατο

Η αντιπαράθεση ανάμεσα στην καύση και την ταφή δεν αφορά μόνο διαφορετικές πρακτικές διαχείρισης του νεκρού σώματος. Στην πραγματικότητα αποκαλύπτει δύο διαφορετικές ανθρωπολογίες, δύο τρόπους κατανόησης του ανθρώπου, του σώματος και του νοήματος της ζωής. Ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος αποχαιρετά τον νεκρό φανερώνει το πώς αντιλαμβάνεται την αξία της ύπαρξης.

Στη μία ανθρωπολογική προσέγγιση, το σώμα νοείται κυρίως ως βιολογικό στοιχείο. Όταν η ζωή παύσει, το σώμα θεωρείται ότι έχει ολοκληρώσει τον σκοπό του. Η καύση, σ᾽ αυτό το πλαίσιο, εκφράζει την επιθυμία να κλείσει γρήγορα και οριστικά ο κύκλος της ύπαρξης, χωρίς παρατεταμένη αναμονή και χωρίς εικόνες φθοράς. Ο άνθρωπος επιδιώκει την ψυχική ανακούφιση μέσα από την αμεσότητα και την απλότητα.

Στην άλλη ανθρωπολογική προοπτική, την εκκλησιαστική και θεολογική, το σώμα δεν αντιμετωπίζεται αποκομμένο από το πρόσωπο. Είναι φορέας σχέσης, ιστορίας και ιερότητας. Η ταφή εκφράζει τον σεβασμό προς αυτή την ενότητα σώματος και ψυχής και μαρτυρεί την πίστη ότι ο θάνατος δεν ακυρώνει την αξία του ανθρώπου. Το σώμα δεν εξαφανίζεται, αλλά παραδίδεται με εμπιστοσύνη στη γη, αναμένοντας τη μεταμόρφωση.

Οι δύο αυτές ανθρωπολογίες δεν μπορούν να συγχωνευθούν εύκολα, διότι στηρίζονται σε διαφορετικές κοσμοθεωρίες.

Η πρώτη προσπαθεί να διαχειριστεί τον θάνατο μέσα από τον έλεγχο και την ταχύτητα.

Η δεύτερη τον προσεγγίζει μέσα από την υπομονή, την ελπίδα και τη σχέση με τον Θεό.

Καμία από τις δύο δεν είναι απλώς τεχνική επιλογή· είναι βαθιά υπαρξιακή στάση.

Η σύγκρουση αυτή δεν πρέπει να οδηγεί σε αντιπαλότητα, αλλά σε κατανόηση. Η αναγνώριση της διαφορετικότητας των προσεγγίσεων βοηθά τον διάλογο και τον σεβασμό. Ο σύγχρονος άνθρωπος καλείται να συνειδητοποιήσει ότι οι επιλογές γύρω από τον θάνατο δεν είναι ουδέτερες, αλλά αποκαλύπτουν τον τρόπο με τον οποίο νοηματοδοτεί τη ζωή.

Το κεφάλαιο αυτό φωτίζει ότι πίσω από κάθε πρακτική κρύβεται μια θεώρηση του ανθρώπου. Και τελικά, ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τον θάνατο είναι ο τρόπος με τον οποίο απαντούμε στο ερώτημα τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος.

 

Η ποιμαντική ευθύνη της Εκκλησίας και ο σύγχρονος άνθρωπος

Μέσα στο σύγχρονο κοινωνικό πλαίσιο, όπου συνυπάρχουν διαφορετικές κοσμοθεωρίες και αντιλήψεις για τον θάνατο, η Ορθόδοξη Εκκλησία καλείται να ασκήσει την ποιμαντική της ευθύνη με διάκριση, σεβασμό και θεολογική συνέπεια Δεν μπορεί να σιωπήσει απέναντι σε ζητήματα που αγγίζουν τον πυρήνα της πίστης της, ούτε όμως να μετατρέψει τη θεολογική της θέση σε εργαλείο καταναγκασμού.

Η Εκκλησία οφείλει να διακηρύττει με σαφήνεια ότι η ταφή του νεκρού δεν είναι απλώς μια παραδοσιακή πρακτική, αλλά έκφραση της πίστης στην Ανάσταση και στον σεβασμό του ανθρώπινου σώματος. Ταυτόχρονα, όμως, καλείται να σταθεί ποιμαντικά δίπλα στον άνθρωπο που βιώνει τον φόβο του θανάτου, τον πόνο της απώλειας και την αγωνία του αποχωρισμού. Η ποιμαντική δεν είναι ιδεολογική αντιπαράθεση, αλλά συνοδοιπορία μέσα στον πόνο.

Συχνά η Εκκλησία κατηγορείται ότι επιμένει στην ταφή για οικονομικούς λόγους. Η κατηγορία αυτή είναι άδικη και συκοφαντική, διότι αγνοεί πλήρως τη θεολογική βάση της εκκλησιαστικής στάσης. Η πίστη δύο χιλιάδων ετών δεν μπορεί να εξηγηθεί με όρους οικονομικής σκοπιμότητας. Η ταφή δεν είναι ζήτημα συμφέροντος, αλλά ζήτημα πίστης, μαρτυρίας και ελπίδας.

Η ποιμαντική ευθύνη της Εκκλησίας έγκειται ακριβώς στην ισορροπία ανάμεσα στην αλήθεια και την ελευθερία. Η Εκκλησία δεν επιβάλλει· προτείνει. Δεν εξαναγκάζει· μαρτυρεί. Σέβεται το ατομικό δικαίωμα της επιλογής, χωρίς όμως να απεμπολεί τη θεολογική της ταυτότητα. Η στάση αυτή δεν είναι αδυναμία, αλλά έκφραση πνευματικής ωριμότητας.

Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει ανάγκη από λόγο αλήθειας που να μη πληγώνει και από παρουσία που να μη κρίνει. Η Εκκλησία καλείται να προσφέρει ερμηνεία του θανάτου που να μην αποκρύπτει τον πόνο, αλλά να τον φωτίζει με ελπίδα. Μόνον έτσι η ποιμαντική γίνεται αυθεντική και η θεολογία ζωντανή.

Η συζήτηση γύρω από την καύση και την ταφή δεν είναι απλώς κοινωνικό ή νομικό ζήτημα, αλλά βαθιά πνευματικό. Και εκεί ακριβώς καλείται η Ορθόδοξη Εκκλησία να σταθεί με αλήθεια, αγάπη και διάκριση απέναντι στον άνθρωπο και στο μυστήριο του θανάτου.

 

Ο αλληλοσεβασμός ως στοιχείο πολιτισμού

Η συζήτηση γύρω από την καύση και την ταφή του νεκρού αποκαλύπτει, τελικά, όχι μόνο διαφορετικές πρακτικές, αλλά διαφορετικές επιθυμίες, ευαισθησίες και τρόπους νοηματοδότησης του θανάτου. Η καύση, ως επιλογή, αποτελεί για πολλούς ανθρώπους μια σεβαστή προσωπική επιθυμία, συνδεδεμένη με τον τρόπο που αντιλαμβάνονται τον θάνατο, τον πόνο και την ανάγκη γρήγορης αποδέσμευσης από τη φθορά. Η επιθυμία αυτή, ως έκφραση ατομικής ελευθερίας, οφείλει να γίνεται σεβαστή χωρίς απαξίωση ή ηθική στοχοποίηση.

Την ίδια στιγμή, η ταφή αποτελεί εξίσου σεβαστή επιθυμία για τους χριστιανούς που ζουν και πιστεύουν μέσα στο πλαίσιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Δεν είναι απλώς μια παραδοσιακή συνήθεια, αλλά πράξη πίστης, ελπίδας και εκκλησιαστικής ταυτότητας. Ο σεβασμός προς την ταφή δεν αφορά μόνο το σώμα του νεκρού, αλλά και την πίστη εκείνων που την επιλέγουν ως μαρτυρία ζωής και ανάστασης.

Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται ένα κρίσιμο ζήτημα σεβασμού: ο σεβασμός προς τους λειτουργούς της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Οι ιερείς δεν μπορούν να πιέζονται, να εκβιάζονται ή να υποτιμώνται επειδή παραμένουν πιστοί στη θεολογική τους συνείδηση. Η άρνησή τους να τελέσουν εκκλησιαστική ακολουθία, μνημόσυνα ή νεκρώσιμη ακολουθία σε περιπτώσεις καύσης δεν αποτελεί πράξη σκληρότητας ή αδιαλλαξίας, αλλά πράξη ειλικρίνειας και σεβασμού προς την ίδια την πίστη της Εκκλησίας.

Οι ιερείς, όταν σέβονται την επιλογή ενός ανθρώπου να καεί, χωρίς όμως να μπορούν να τελέσουν εκκλησιαστικές πράξεις, δεν απορρίπτουν το πρόσωπο, αλλά αρνούνται να αλλοιώσουν τη θεολογική μαρτυρία της Εκκλησίας.

Η στάση αυτή δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως προσβολή ή νομικισμός, ούτε να χαρακτηρίζεται η Εκκλησία ως στείρα ή ψυχρή νομική δομή. Η Εκκλησία λειτουργεί θεολογικά και ποιμαντικά, όχι με βάση εξαναγκασμούς, αλλά με βάση την αλήθεια που πιστεύει και διακονεί.

Ο αμοιβαίος σεβασμός αποτελεί τη μόνη ώριμη οδό. Σεβασμός προς εκείνους που επιλέγουν την καύση. Σεβασμός προς εκείνους που επιλέγουν την ταφή. Και σεβασμός προς τους κληρικούς που δεν μπορούν να υπερβούν τη συνείδησή τους χωρίς να προδώσουν την πίστη τους. Μόνο μέσα σε αυτό το πλαίσιο διαλόγου, χωρίς εξευτελισμούς, κατηγορίες και απλουστεύσεις, μπορεί η κοινωνία να σταθεί με ωριμότητα απέναντι στο μυστήριο του θανάτου.

Ο σεβασμός της επιθυμίας του ανθρώπου και ο σεβασμός της συνείδησης της Εκκλησίας δεν είναι αντίπαλες αξίες. Μπορούν να συνυπάρξουν, όταν η ελευθερία συνοδεύεται από κατανόηση και η πίστη από διάκριση.

 

Επίλογος

Η συζήτηση γύρω από την καύση και την ταφή δεν μπορεί να ολοκληρωθεί χωρίς μια ειλικρινή αυτοκριτική ματιά προς την ίδια την Ποιμαίνουσα Εκκλησία. Πέρα από τον σεβασμό των επιθυμιών και των επιλογών, αναδύεται ένα βαθύτερο και συχνά αποσιωπημένο ζήτημα: η μεγάλη ποιμαντική ευθύνη που φέρουν οι ιερείς και η εκκλησιαστική διοίκηση στον τρόπο με τον οποίο κατηχούν, ή δεν κατηχούν, τον λαό του Θεού.

Η εκταφή αποτελεί ένα από τα πιο τραυματικά γεγονότα που μπορεί να βιώσει μια οικογένεια. Δεν είναι μια απλή διοικητική ή τυπική πράξη. Κατά την ώρα της εκταφής έρχονται στην επιφάνεια οστά, λιωμένα ρούχα χώματα ποτισμένα από τη φθορά, και σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και σάρκες. Η εμπειρία αυτή είναι ψυχολογικά σκληρή, ιδιαίτερα για ανθρώπους που δεν έχουν καμία προετοιμασία και καμία θεολογική ή ανθρωπολογική ερμηνεία του γεγονότος.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται ένα σοβαρό ποιμαντικό έλλειμμα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία διαθέτει πλούσια θεολογία για το σώμα, τον θάνατο, τη φθορά και την ανάσταση. Ωστόσο, αυτή η θεολογία σπάνια μεταφέρεται στον λαό με τρόπο ζωντανό, κατανοητό και προληπτικό. Σπάνια προηγείται διάλογος. Σπάνια προηγείται ουσιαστική κατήχηση. Σπάνια υπάρχει ενημέρωση πριν από την εκταφή, ώστε οι συγγενείς να γνωρίζουν τι πρόκειται να αντικρίσουν και πώς να το ερμηνεύσουν πνευματικά.

Το αποτέλεσμα είναι η εκταφή να βιώνεται ως σοκ, ως τραύμα που ενισχύει τον φόβο του θανάτου και οδηγεί, συχνά εκ των υστέρων, στην απόρριψη της ταφής και στην αναζήτηση της καύσης ως λιγότερο επώδυνης επιλογής. Όμως το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στην πράξη της εκταφής, αλλά στην απουσία ποιμαντικής συνοδείας. Η Εκκλησία δεν μπορεί να περιορίζεται στην τέλεση ακολουθιών, χωρίς να προετοιμάζει τον άνθρωπο για τις δύσκολες και τραυματικές εμπειρίες που συνοδεύουν τον θάνατο.

Η ευθύνη αυτή βαραίνει πρωτίστως τους ιερείς. Όχι με τη μορφή κατηγορίας, αλλά ως κλήση σε επανεύρεση της ποιμαντικής τους αποστολής. Η κατήχηση δεν είναι πολυτέλεια ούτε δευτερεύον έργο. Είναι αναγκαία πράξη αγάπης. Η σιωπή γύρω από την εκταφή, η αποφυγή της συζήτησης και η απουσία προετοιμασίας δεν προστατεύουν τον άνθρωπο· τον αφήνουν απροστάτευτο.

Αν η Ποιμαίνουσα Εκκλησία επιθυμεί να μιλήσει πειστικά για την αξία της ταφής, οφείλει πρώτα να σταθεί δίπλα στον άνθρωπο την ώρα που αυτός αντικρίζει τη φθορά.

* Να εξηγήσει.

* Να προετοιμάσει.

* Να συνοδεύσει.

Μόνον τότε η ταφή παύει να βιώνεται ως σκληρή εμπειρία και γίνεται πράξη πίστης και ελπίδας.

Η απουσία αυτής της ποιμαντικής φροντίδας είναι ένα ζήτημα που σπάνια ακούγεται, σχεδόν ποτέ δεν ομολογείται. Κι όμως, αποτελεί έναν από τους βαθύτερους λόγους της σύγχυσης, της οργής και της απομάκρυνσης πολλών ανθρώπων από την εκκλησιαστική πράξη.

Η Ποιμαίνουσα Εκκλησία καλείται να επανεξετάσει όχι την πίστη της, αλλά τον τρόπο με τον οποίο τη μεταδίδει.

 

 

Κοινοποίηση:
[1] [2]