- Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ - https://alopsis.gr -

Η γνω­σι­ο­λο­γί­α τού αγί­ου Γρη­γο­ρί­ου του Πα­λα­μά στους Υπέρ των ιε­ρώς ησυχαζόντων λό­γους του (μοναχός Θεολόγος Ιβηρίτης)

«Κα­λὸν χά­ρι­τι βε­βαι­οῦ­σθαι τὴν καρ­δί­αν». Μὲ αὐ­τὴ τὴ φρά­ση τοῦ Ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου (Ἑβρ. 13,9) ἀρ­χί­ζει ἡ πρώ­τη Τρι­ά­δα τῶν λό­γων ὑ­πὲρ τῶν ἱ­ε­ρῶς ἡ­συ­χα­ζό­ντων, τοῦ σπου­δαι­ό­τε­ρου ἀ­πὸ τὰ ἔρ­γα τοῦ ἁ­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Πα­λα­μᾶ. Στὸ πρό­σω­πο τοῦ μο­να­χοῦ Βαρ­λα­ὰμ τοῦ Κα­λα­βροῦ, τοῦ κυ­ρι­ό­τε­ρου ἀ­ντι­πά­λου του, ἀ­ντι­με­τω­πί­ζει ὁ Ἅ­γι­ος ἕ­ναν ἄθε­ο οὐ­σι­α­στι­κὰ οὑ­μα­νι­σμὸ ποὺ κυ­ρι­άρ­χη­σε στὸν Δυ­τι­κὸ κό­σμο μὲ τὴν Ἀ­να­γέν­νη­ση (ὁ Βαρ­λα­ὰμ ἔ­ζη­σε στὴν ἀ­να­το­λή της καὶ δί­δα­ξε ἑλ­λη­νι­κὰ τὸν Πε­τράρ­χη). Ἀ­ντι­με­τω­πί­ζει μι­ὰ αἵ­ρε­ση, μι­ὰ ἀρ­ρω­στη­μέ­νη νο­ο­τρο­πί­α ποὺ βρί­σκε­ται στὴ ρί­ζα τῶν δει­νῶν τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ ποὺ ἐ­πι­κρα­τεῖ πα­γκό­σμι­α σή­με­ρα.

Ὁ Βαρ­λα­άμ, ὄ­ντας ἀλ­λό­τρι­ος τῆς θε­ί­ας χά­ρι­τος καὶ «μη­δέ­πο­τε προ­σευ­χό­με­νος», ὅ­πως ὑ­παι­νίσ­σε­ται ὁ Ἅ­γι­ος (Ὑ­πὲρ τῶν ἱε­ρῶς ἡ­συ­χα­ζό­ντων 1,2,31· στὸ ἑ­ξῆς, πα­ρα­πέ­μπου­με σ᾿ αὐ­τὸ τὸ ἔρ­γο μό­νο μὲ τοὺς ἀ­ριθ­μοὺς τῶν τρι­ά­δων, λό­γων και κεφαλαίων), δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κα­τα­νο­ή­σει τὴ συμ­με­το­χὴ τοῦ σώ­μα­τος τῶν ἡ­συ­χα­ζό­ντων στὴν προ­σευ­χή. Ἐ­πει­δὴ εἶ­χε ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὸν ἑ­αυ­τό του καὶ στὶς γνώ­σεις του, θέ­λη­σε νὰ ἐ­λέγ­ξει τοὺς ἐν λό­γῳ μο­να­χούς, τοὺς ὁ­πο­ί­ους πα­ρο­μο­ί­α­σε μὲ τοὺς αἱ­ρε­τι­κοὺς Βο­γό­μιλους. «Δὲν ἀ­πο­κλεί­ε­ται δι­ό­λου νὰ μὴν ἄ­νθε­ξε ὁ δι­α­νο­η­τι­κὸς νοῦς τοῦ Βαρ­λα­ὰμ στὸν κα­θα­ρὰ θε­ω­ρη­τι­κὸ πει­ρα­σμὸ νὰ χτυ­πή­σει ὅ,τι ἔ­κρι­νε ἀ­δι­α­νό­η­το», ση­μει­ώ­νει ὁ Πα­να­γι­ώ­της Καν­ελ­λό­που­λος στὴν Ἱ­στο­ρί­α τοῦ εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ πνεύ­μα­τος (τ. α’1, σ. 451).

Εἶ­χαν προ­η­γη­θεῖ οἱ δύο λό­γοι τοῦ Βαρ­λα­ὰμ κα­τὰ Λα­τί­νων, ὅ­που ἰ­σχυ­ρι­ζό­ταν ὅ­τι, ἐφ᾿ ὅ­σον ὁ Θε­ὸς εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το νὰ γί­νει γνω­στό­ς, οἱ δι­α­φο­ρὲς με­τα­ξὺ Ὀρ­θο­δό­ξων καὶ Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κῶν μπο­ροῦ­σαν εὔ­κο­λα νὰ γε­φυ­ρω­θοῦν. Ὁ ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος, στοὺς δύο Ἀ­πο­δει­κτι­κούς του Λό­γους πε­ρὶ ἐκ­πο­ρεύ­σε­ως τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ἀ­πά­ντη­σε ὅ­τι ναὶ μὲν ὁ Θε­ὸς δὲν μπο­ρεῖ νὰ γί­νει γνω­στὸς δι­α­νο­η­τι­κά, ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται ὅ­μως ὑ­περ­φυ­σι­κὰ στοὺς ἀ­ξί­ους. Κι ὅ­ταν χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με τὴν πα­ρα­δο­μέ­νη ἐμ­πει­ρί­α τῶν ἐν Θε­ῷ τε­λεί­ων, ὅ­πως κα­τα­γρά­φε­ται στὴν Ἁ­γί­α Γρα­φὴ καὶ στὰ ἁ­γι­ο­πα­τε­ρι­κὰ συγ­γράμ­μα­τα, εἶ­ναι δυ­να­τὸ νὰ ἀ­πο­δεί­ξου­με ὅ­τι τὸ Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα ἐκ­πο­ρεύ­ε­ται ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ Πα­τέ­ρα μό­νο.

Ἡ ἐ­πί­θε­ση ἐ­να­ντί­ον τῶν ἱ­ε­ρῶς ἡ­συ­χα­ζό­ντων ὑ­πῆρ­ξε ἡ ἀ­φορ­μὴ γι­ὰ τὸν Ἅ­γι­ο νὰ προ­βάλ­λει τὴ δι­δα­σκα­λί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας πε­ρὶ γνώ­σε­ως, προ­σευ­χῆς, κοι­νω­νί­ας μὲ τὸν Θε­ὸ καὶ συμ­με­το­χῆς τοῦ σώ­μα­τος σὲ αὐ­τὴν καὶ πε­ρὶ δι­α­κρί­σε­ως ἀ­κτί­στου θε­ί­ας οὐ­σί­ας καὶ ἀ­κτί­στων θε­ί­ων ἐν­ερ­γει­ῶν. Ἔ­τσι, θω­ρά­κι­σε τοὺς Ὀρ­θο­δό­ξους ἀ­πέ­να­ντι σὲ κά­θε ἰ­δε­ο­λο­γι­κὴ καὶ δι­α­νο­η­τι­κὴ ἀμ­φι­σβή­τη­ση στὸ μέλ­λον.

Τὰ προ­βλή­μα­τα ποὺ ἀ­πα­σχο­λοῦν τὸν ση­με­ρι­νὸ ἄν­θρω­πο δὲν ἀ­πέ­χουν πο­λὺ ἀ­πὸ αὐ­τὰ τοῦ δέ­κα­του τέ­ταρ­του αἰ­ώ­να. Στὴ συ­νέ­χει­α ἐ­πι­ση­μαί­νου­με με­ρι­κὰ στοι­χεῖ­α ἀ­πὸ τὶς κα­κο­δο­ξί­ες τοῦ Βαρ­λα­ὰμ κι ἀ­πὸ τὶς ἀ­πα­ντή­σεις τοῦ Ἁ­γί­ου πρὸς αὐ­τὸν ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὴ γνώ­ση, ὥ­στε νὰ ἀ­ντι­λη­φθοῦ­με πό­σο θαυ­μα­στὰ ἐ­πί­και­ρος καὶ σύγ­χρο­νος πα­ρα­μέ­νει ὁ λό­γος του.

Ὁ Βαρ­λα­ὰμ ὑ­πο­στή­ρι­ζε ὅ­τι ἀφ᾿ ἑ­νὸς μὲν τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τῶν θε­ϊ­κῶν πραγ­μα­τι­κο­τή­των δι­α­φεύ­γει ά­πὸ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη γνώ­ση (χφ. Parisinus Gr. 1278, φ. 137), ἀφ᾿ ἑ­τέ­ρου δὲ ὅ­τι μό­νο δι­ὰ τῆς γνώ­σε­ως τῶν κτι­σμά­των μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ ἔλ­θει σὲ κα­τα­νό­η­ση τοῦ Θε­οῦ· καὶ ὅ­τι τὶς ἀ­λή­θει­ες ποὺ δέ­χε­ται δι­ὰ τῆς πί­στε­ως μπο­ρεῖ νὰ τὶς κα­τα­νο­ή­σει, δι­ε­ρευ­νώ­ντας τις λο­γι­κά. Ἐ­πί­σης, ὅ­τι ἡ ἀ­λή­θει­α ποὺ ἀ­πο­κα­λύ­φθη­κε στοὺς Ἀ­πο­στό­λους καὶ τὰ πο­ρί­σμα­τα τῆς φι­λο­σο­φί­ας καὶ τῶν ἐ­πι­στη­μῶν ὁ­δη­γοῦν στὸν ἴ­διο σκο­πὸ (2,1,17), δη­λα­δὴ στὴν ἀ­να­γω­γὴ ἀ­πὸ τὰ ἱ­ε­ρὰ σύμ­βο­λα «πρὸς τὰς ἀ­ύ­λους ἀρ­χε­τυ­πί­ας» (2,1,7)· ὅ­τι γι­ὰ νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει κα­νεὶς στὸ κατ᾿ εἰ­κό­να, ἀρ­κεῖ δι­ὰ τῆς φυ­σι­κῆς φι­λο­σο­φί­ας νὰ γνω­ρί­σει τὶς εἰ­κό­νες τοῦ δη­μι­ουρ­γι­κοῦ νοῦ, ποὺ εἶ­ναι ἐγ­κα­τε­σπαρ­μέ­νες μέ­σα μας (1,1,3). Ἔ­τσι, προ­βάλ­λει τὴν κα­τὰ κό­σμον σο­φί­α καὶ τὴ σπου­δὴ τῶν κλα­σι­κῶν συγ­γρα­φέ­ων ὡς προ­ϋ­πο­θέ­σεις ἀ­πα­ρα­ί­τη­τες γι­ὰ νὰ γνω­ρί­σει κα­νεὶς τὸν Θε­ὸ καὶ νὰ κα­τα­νο­ή­σει τὴν Ἁ­γί­α Γρα­φὴ καὶ κα­τη­γο­ρεῖ τὸν Ἅ­γι­ο ὅ­τι ἀ­πο­στε­ρεῖ τοὺς μο­να­χοὺς ἀ­πὸ τὴν κο­σμι­κὴ σο­φί­α. Πα­ρου­σι­ά­ζε­ται δη­λα­δὴ ὡς ὀ­πα­δὸς τῆς «ἑλ­λη­νο­χρι­στι­α­νι­κῆς» συν­θέ­σε­ως.

Ὁ ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς δι­α­κρί­νει τὸν κί­νδυ­νο οἱ ἀ­ντι­λή­ψεις τοῦ «φι­λο­σό­φου» (ὅ­πως τὸν ὀ­νο­μά­ζει) νὰ πα­ρα­σύ­ρουν στὴν πλά­νη τὸ εὐ­σε­βὲς πλή­ρω­μα. Ἀ­να­γνω­ρί­ζει σ᾿ αὐ­τὲς τὴν αἵ­ρε­ση τὴν ὁ­πο­ί­α πρὸ και­ροῦ προ­φή­τευ­σαν οἱ Ἅ­γι­οι (ἁ­γί­ου Φι­λο­θέ­ου τοῦ Κοκ­κί­νου, Βί­ος τοῦ ἁ­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Πα­λα­μᾶ, §43, ἐκ­δ. Δ. Τσά­μη, σσ. 74-75). Ἔ­χει ἀ­πέ­να­ντί του ἕ­να δυ­να­τὸ ἀν­τί­πα­λο μὲ με­γά­λη δι­α­νο­η­τι­κὴ εὐ­στρο­φί­α καὶ γνώ­ση τῶν Πα­τέ­ρων καὶ τῆς θύ­ρα­θεν παι­δεί­ας. Καὶ ὁ ἴ­δι­ος εἶ­ναι σο­φὸς κα­τὰ κό­σμον (δε­κα­επ­τά­χρο­νος ἤ­δη, ἑρ­μή­νευ­ε τὸν Ἀ­ρι­στο­τέ­λη). Δὲν στη­ρί­ζε­ται ὅ­μως σὲ αὐ­τὴ τὴ σο­φί­α. Μὲ βά­ση τὴν ἐν Χρι­στῷ ἐμ­πει­ρί­α του καὶ τὴ συ­να­ί­νε­ση καὶ τὶς προ­σευ­χὲς τῶν συμ­μο­να­στῶν του, Ἁ­γι­ο­ρει­τῶν καὶ Θεσ­σα­λο­νι­κέ­ων, ἀ­να­πτύσ­σει τὴ δι­δα­σκα­λί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, προ­βάλ­λο­ντας τὴ θε­ο­λο­γί­α τῶν ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων σὲ μι­ὰ θαυ­μα­στὴ σύν­θε­ση. Δὲν εἶ­ναι φα­να­τι­κὸς πο­λέ­μι­ος τῆς γνώ­σε­ως. Τῆς δί­νει τὴν κα­τάλ­λη­λη θέ­ση, ὅ­πως ἔ­κα­ναν καὶ οἱ πρὸ αὐ­τοῦ Πα­τέ­ρες.

Ὁ ἄν­θρω­πος ἔ­χει πλα­σθεῖ ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ ἀ­πὸ ξε­χεί­λι­σμα ἀ­γά­πης («ἔ­δει χε­θῆ­ναι τὸ ἀ­γα­θὸν καὶ ὁ­δεῦ­σαι, ὡς πλεί­ο­να εἶ­ναι τὰ εὐ­ερ­γε­τού­με­να», μᾶς δι­δά­σκει ὁ ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Θε­ο­λό­γος, Λό­γος 38, 9, PG 36, 320C). Ἡ Ἀ­γά­πη τοῦ ἐ­πι­βάλ­λει τὸν μό­νο του προ­ο­ρι­σμό, τὴ θέ­ω­ση, τὴν κοι­νω­νί­α μὲ Αὐ­τόν. Αὐ­τὴ ἐ­πι­τυγ­χά­νε­ται ὅ­ταν τὸ σῶ­μα καὶ ὅ­λες οἱ ψυ­χι­κὲς δυ­νά­μεις τοῦ ἀν­θρώ­που στρα­φοῦν πρὸς τὸν Θε­ό. Ἡ σω­τη­ρί­α δὲν εἶ­ναι «πνευ­μα­τι­κή», δι­α­νο­η­τι­κὴ ὑ­πό­θε­ση. Ἀφο­ρᾶ τὸν ὅ­λο ἄν­θρω­πο. Ὁ πό­θος τῆς γνώ­σε­ως φυ­σι­ο­λο­γι­κὰ τὸν ὠ­θεῖ στὸ νὰ γνω­ρί­σει τὸν Θε­ὸ μὲ ὅ­λη του τὴν ὕ­παρ­ξη. Ὁ ἐ­γω­ι­σμὸς ὅ­μως δι­α­στρέ­φει τὸ ἀν­θρώ­πι­νο εἶ­ναι καὶ τὸ ὁ­δη­γεῖ σὲ ἔ­ρω­τα γνώ­σε­ως μα­κρι­ὰ ἀ­π᾿ Αὐ­τόν. Ὅ­πως δι­α­πι­στώ­νει ὁ Ἅ­γι­ος, «δει­νὸν ὄ­ντως ἄν­δρα κλέ­ψαι φι­λο­μα­θῆ … αὕ­τη γὰρ [ἡ ἔ­φε­ση τῆς φι­λο­μά­θει­ας] καὶ τῷ Ἀ­δὰμ τῆς ἰ­σο­θε­ΐ­ας τὸν ἔ­ρω­τα ἐν­ε­πο­ί­η­σε» (2,1,41). Ἡ χω­ρὶς Θε­ὸ φι­λο­μά­θει­α γί­νε­ται αἱ­τί­α τῆς πτώ­σε­ως. Αὐ­τὸ κά­νει πά­ντα ἡ ἁ­μαρ­τί­α. Ἀ­πο­μο­νώ­νει τὸν ἄν­θρω­πο. Δι­α­στρέ­φει κά­θε ψυ­χι­κή του ἔ­φε­ση. Κά­θε δῶ­ρο τοῦ ἀ­γα­θοῦ Θε­οῦ τὸ με­τα­βάλ­λει σὲ πο­νη­ρό.

Ἔ­τσι ὁ ἄν­θρω­πος χά­νει τὸν προ­σα­να­το­λι­σμό του. Ὁ νοῦς, «ὁ ὀ­φθαλ­μὸς τῆς ψυ­χῆς» κα­τὰ τοὺς Πα­τέ­ρες, πλά­στη­κε γι­ὰ νὰ βλέ­πει τὸν Θε­ό· ἀλλ᾿ ἡ ἁ­μαρ­τί­α τὸν στρέ­φει πρὸς τὰ κτί­σμα­τα. Κι ὅ­ταν προσ­πα­θεῖ δι᾿ αὐ­τῶν νὰ γνω­ρί­σει τὸν Θε­ό, πα­γι­δεύ­ε­ται κι ἀ­πο­κτᾶ πλα­νε­μέ­νες ἰ­δέ­ες πε­ρὶ Αὐ­τοῦ. Ἡ λο­γι­κή, ἡ δύ­να­μη ποὺ ἐκ­φρά­ζει τὶς ἐμ­πει­ρί­ες τοῦ νοῦ, ἀ­πὸ ὄρ­γα­νο ἐκ­φρά­σε­ως γί­νε­ται κρι­τή­ρι­ο τῆς ἀ­λή­θει­ας.

Χω­ρὶς τὴν ἀ­λη­θι­νὴ γνώ­ση τοῦ Θε­οῦ ὁ ἄν­θρω­πος αἰ­σθά­νε­ται ἀ­να­σφα­λή­ς. Κά­τι τοῦ λεί­πει καὶ προσ­πα­θεῖ νὰ τὸ ἀ­να­πλη­ρώ­σει. Βλέ­πει ὅ­τι κά­τι κα­τα­φέρ­νει μὲ τὴ λο­γι­κὴ στὴν κα­θη­με­ρι­νὴ ζωή του καὶ τὴ χρη­σι­μο­ποι­εῖ γι­ὰ νὰ ὀρ­γα­νώ­σει τὸν αἰ­σθη­τὸ κό­σμο γύ­ρω του, ἀλ­λὰ καὶ τὸν ὑπε­ραι­σθη­τὸ κά­ποι­ες φο­ρέ­ς. Δὲν ἀ­νοί­γε­ται στὸν Θε­ό, ὥ­στε νὰ δε­χτεῖ τὴ γνώ­ση Του «τὴν πάν­τα νοῦν ὑ­πε­ρέ­χου­σαν» (πρβλ. Φι­λιπ. 4,7), ἀλ­λὰ δη­μι­ουρ­γεῖ ἕ­να μι­κρὸ καὶ μί­ζε­ρο σύμ­παν μὲ κέ­ντρο τὸν ἑ­αυ­τό του, ὅ­που τα­ξι­νο­μεῖ καὶ τὸν Θε­ό, σὰν ἕ­να ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε στοι­χεῖ­ο. Λα­τρεύ­ει δι­ά­φο­ρα εἴ­δω­λα, δη­λα­δὴ τὶς ἰ­δέ­ες ποὺ ἔ­χει γι­ὰ τὸν ἑ­αυ­τό του, τὸν Θε­ὸ καὶ τὸν κό­σμο. Ἔ­τσι ὅ­μως, ἀ­πὸ μό­νος του ἔ­χει φυ­λα­κι­στεῖ ἀ­σφυ­κτι­κά. Γι­ὰ νὰ σω­θεῖ, προσ­πα­θεῖ νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψει νέ­ες με­θό­δους, νέ­ους τρό­πους ὀρ­γα­νώ­σε­ως. Καὶ δι­έ­ξο­δος δὲν ὑ­πάρ­χει.

Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ δρά­μα τῆς ἄ­γο­νης θύ­ρα­θεν παι­δεύ­σε­ως καὶ γνώ­σε­ως, τῆς «ἀ­εὶ ὠ­δι­νού­σης καὶ μη­δέ­πο­τε ζω­ο­γο­νού­σης» (φρά­ση τοῦ ἁ­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου Νύσ­σης ποὺ τὴν ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει ὁ Πα­λα­μᾶς, 2,1,16). Ὑ­π᾿ αὐ­τὲς τὶς προ­ϋ­πο­θέ­σεις ἀ­πορ­ρί­πτει ὁ Ἅ­γι­ος τὴ σο­φί­α τοῦ κό­σμου. Ὅ­ταν ὁ ἄν­θρω­πος δὲν εἶ­ναι κα­θα­ρό­ς, ὅ­ταν προσ­πα­θεῖ δι᾿ αὐ­τῆς νὰ ἑρ­μη­νεύ­σει ὄ­χι μό­νο τὴ φύ­ση, ἀλ­λὰ καὶ τὰ ὑ­πὲρ φύ­σιν, εἶ­ναι μω­ρὸς καὶ ἡ σο­φί­α του μω­ρί­α, σαρ­κι­κή, ψυ­χι­κή, δαι­μο­νιώ­δης… Ὁ νοῦς ποὺ τὴν ἐ­φεῦ­ρε προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸν Θε­ό, αὐ­τὴ ὅ­μως ἐ­ξέ­πε­σε καὶ κα­τά­ντη­σε «ψευ­δώ­νυ­μος» σο­φί­α (1,1,12). Καὶ ἂν ἀ­κό­μα ἦ­ταν ἀ­λη­θι­νή, δι­δά­σκει ὁ Ἅ­γι­ος, δὲν θὰ ἦ­ταν ἀ­πα­ρα­ί­τη­τη: «Καὶ τού­του γὰρ ἀ­πό­ντος τοῦ μέ­ρους τῆς ἀ­λη­θεί­ας, ἡ ἀ­λη­θὴς μα­κα­ρι­ό­της ἀ­νύ­σι­μος» (2,1,18).

«Κα­λὸν χά­ρι­τι βε­βαι­οῦ­σθαι τὴν καρ­δί­αν». Τὸ μό­νο ἀ­πα­ρα­ί­τη­το εἶ­ναι ἡ με­το­χὴ στὴ χά­ρη τοῦ Θε­οῦ. Ὅ­ταν φτά­σει κα­νεὶς σὲ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο, ὅ­ταν ἀ­πο­κτή­σει κοι­νω­νί­α μὲ τὸν Θε­ό, τό­τε «ἐν τῷ ὄ­ντως ἀ­γα­θῷ καὶ τὸ μὴ ὄ­ντως ἀ­γα­θὸν ἀ­γα­θύ­νε­ται» (2,1,6). Μὲ τὸ χά­ρι­σμα τῆς δι­α­κρί­σε­ως (βλ. 1,1,21) μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σει καὶ τὴν κο­σμι­κὴ σο­φί­α. Νὰ γυ­μνά­σει μὲ αὐ­τὴν «πρὸς ὀ­ξυ­ω­πί­αν τὸν τῆς ψυ­χῆς ὀ­φθαλ­μὸν» (1,1,6). Μὲ τὰ κα­λά της στοι­χεῖ­α, σὰν «σκι­α­γρα­φί­αν τι­νὰ τῆς ἀ­ρε­τῆς» νὰ βοη­θή­σει τοὺς νέ­ους νὰ προ­γυ­μνα­σθοῦν πρὸς τὸν εὐ­σε­βὴ βί­ο (Μ. Βα­σι­λεί­ου, Πρὸς τοὺς νέ­ους, 8, PG 31, 588B). Νὰ με­τα­χει­ρι­σθεῖ τὸ «ἐ­ξε­τα­στι­κόν» της καὶ τὴ μά­θη­ση «πρὸς τὴν τῶν λο­γί­ων σα­φή­νει­αν» γι­ὰ τὴ με­λέ­τη τῆς Γρα­φῆς μὲ πολ­λὴ προ­σο­χή, ἔ­χον­τας ὁ­δη­γὸ τὴν «μό­νην κλεῖν τῶν ἱ­ε­ρῶν Γρα­φῶν … τὴν χά­ριν τοῦ Πνεύ­μα­τος» (2,1,6).

Πά­ντως ἂν καὶ γί­νε­ται χρή­σι­μη ἡ σο­φί­α τοῦ κό­σμου, ὅ­ταν χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται μὲ δι­ά­κρι­ση, εἶ­ναι πλά­νη νὰ τὴν ἐ­ξι­σώ­νει κα­νεὶς μὲ τὸν λό­γο τοῦ Θε­οῦ. Τό­σο δι­α­φέ­ρει ἡ θε­ί­α Γρα­φὴ ἀ­πὸ τὴ θύ­ρα­θεν γνώ­ση, «ὁ­πό­σον καὶ τὰ θεῖ­α τῶν ἀν­θρω­πί­νων δι­ε­νή­νο­χεν» (2,1,17). Μό­νοι δι­δά­σκα­λοι στὴν κα­τὰ Θε­ὸν ζω­ὴ εἶ­ναι οἱ Ἅ­γι­οι, ὅ­σοι δη­λα­δὴ με­τέ­χουν στὴ χά­ρη τοῦ Θε­οῦ. Κι ἂν με­ρι­κὲς φο­ρὲς τὰ λό­γι­α τους φαί­νο­νται νὰ συμ­φω­νοῦν μὲ αὐ­τὰ τῶν φι­λο­σό­φων, αὐ­τὸ συμ­βαί­νει μό­νο ἐ­ξω­τε­ρι­κά. «Κἄν τις τῶν πα­τέ­ρων τὰ αὐ­τὰ τοῖς ἔ­ξω φθέγ­γη­ται, ἀλλ᾿ ἐ­πὶ τῶν ῥη­μά­των μό­νον· ἐ­πὶ δὲ τῶν νο­η­μά­των, πο­λὺ τὸ με­τα­ξύ» (1,1,11). Ὅ­μως, γι­ὰ νὰ τὸ ἀ­ντι­λη­φθεῖ αὐ­τὸ κα­νεὶς σω­στά, πρέ­πει νὰ ἔ­χει «νοῦν Χρι­στοῦ» (Α΄ Κορ. 2, 16).

Ἀ­λη­θι­νὸς φι­λό­σο­φος εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος ποὺ ζη­τᾶ καὶ ποι­εῖ τὸ θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ «λό­γον ἔ­χων ἔμ­πρα­κτον καὶ πρᾶ­ξιν ἐλ­λό­γι­μον» (2,1,9). Χω­ρὶς κα­θα­ρό­τη­τα, ὁ ἄν­θρω­πος καὶ ἂν ἀ­κό­μα μά­θει ὅ­λη τὴ φυ­σι­κὴ φι­λο­σο­φί­α, γί­νε­ται μω­ρὸς μᾶλ­λον κι ὄ­χι σο­φό­ς. Ὅ­ταν ὅ­μως κα­νεὶς ─ἀ­κό­μα κι ὅ­ταν δεν γνω­ρί­ζει τὴ φυ­σι­κὴ φι­λο­σο­φί­α─ κα­θαρ­θεῖ καὶ ἀ­παλ­λά­ξει τὴν ψυ­χή του ἀ­πὸ τὶς πο­νη­ρὲς συ­νή­θει­ες καὶ πε­ποι­θή­σεις, τό­τε ἀ­πο­κτᾶ τὴν «νι­κῶ­σαν τὸν κό­σμον» σο­φί­α τοῦ Θε­οῦ καὶ ζεῖ μὲ πνευ­μα­τι­κὴ εὐ­φρο­σύ­νη μὲ τὸν μό­νο σο­φὸ Θε­ὸ (βλ. 1,1,3). Μὲ τὴν πράξη φθά­νει ὁ ἄν­θρω­πος στὴν κα­θα­ρό­τη­τα. «Ἐγ­κρα­τεί­ᾳ δέ τις τὸ σῶ­μα κα­θά­ρας ἑ­αυ­τοῦ, θυ­μόν τε καὶ ἐ­πι­θυ­μί­αν ἀ­φορ­μὴν ἀ­ρε­τῶν δι᾿ ἀ­γά­πης θε­ί­ας ποι­η­σά­με­νος καὶ νοῦν ἀ­πει­λι­κρι­νη­μέ­νον δι᾿ εὐ­χῆς πα­ρα­στή­σας τῷ Θε­ῷ, κτᾶ­ται καὶ ὁ­ρᾷ ἐν ἑ­αυ­τῷ τὴν ἐ­πηγ­γελ­μέ­νην χά­ριν τοῖς κε­κα­θαρ­μέ­νοις τὴν καρ­δί­αν» (1,2,2). Ὁ φό­βος, ἀρ­χὴ τῆς σο­φί­ας (βλ. Πα­ροιμ. 9,10) καὶ τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς ζω­ῆς, με­τα­βάλ­λε­ται σὲ ἀ­γά­πη, «τὸ ὀ­δυ­νη­ρὸν τῆς εὐ­χῆς» ἀ­να­τέλ­λει «τοῦ φω­τι­σμοῦ τὸ ἄν­θος», κι αὐ­τὸ ἀ­να­πέμ­πει σὰν ὀ­σμὴ τὴ γνώ­ση τῶν μυ­στη­ρί­ων τοῦ Θε­οῦ (βλ. 1,1,7). Ἡ τή­ρη­ση τῶν ἐν­το­λῶν ὁ­δη­γεῖ στὴν κα­θα­ρό­τη­τα· τὰ δι­ά­φο­ρα εἴ­δη προ­σευ­χῆς, στὴν κα­θα­ρὴ προ­σευ­χή· οἱ λό­γοι, στὸν λό­γο τὸν «ὑ­πε­ρα­νι­δρυ­μέ­νον καὶ ἀ­πο­λε­λυ­μέ­νον τοῦ πα­ντό­ς»· ὁ φω­τι­σμό­ς, στὸν ὑ­περ­φα­ῆ γνό­φο· ἡ γνώ­ση, στὴν «ὑ­πὲρ γνῶ­σιν» ἀ­γνω­σί­α (βλ. 1,3,18). Ὁ ἄν­θρω­πος ὁ­δη­γεῖ­ται σὲ ἄλ­λη σφαί­ρα. Ὁ νοῦς καὶ οἱ αἰ­σθή­σεις του με­τα­ποι­οῦ­νται· καὶ τό­τε, μὲ τὴ χά­ρη καὶ δύ­να­μη τοῦ Θε­οῦ, οἱ «κα­τη­ξι­ω­μέ­νοι» βλέ­που­ν «αἰ­σθή­σει τε καὶ νῷ τὰ ὑ­πὲρ πᾶ­σαν αἴ­σθη­σιν καὶ πά­ντα νοῦν» (Ἁ­γι­ο­ρει­τι­κὸς τό­μος §6).

Ση­μα­σί­α ἔ­χει ἡ ζω­ὴ ἐν Χρι­στῷ, μὲ τὴν ὁ­πο­ί­α ὁ ἄν­θρω­πος με­τέ­χει στὴν αἰ­ώ­νι­α ζω­ή· «καὶ αὕ­τη ἐ­στὶν ἡ αἰ­ώ­νι­ος ζω­ή, ἵ­να γι­νώ­σκω­σί σε τὸν ἀ­λη­θι­νὸν Θε­ὸν καὶ ὃν ἀ­πέ­στει­λας Ἰ­η­σοῦν Χρι­στόν» (Ἰ­ω. 17,3). Γι᾿ αὐ­τό, ὁ ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος θε­ω­ρεῖ ὅ­τι ἀρ­κοῦν μὲν γι­ὰ τοὺς μο­να­χοὺς οἱ σπου­δές ποὺ ἔ­κα­ναν πρὶν νὰ ἔλ­θουν στὸ μο­να­στή­ρι (2,1,35), σὲ ὅ­σους δὲ ζοῦν στὸν κό­σμο δὲν ἀ­πα­γο­ρεύ­ει τὴν ἐ­να­σχό­λη­ση μὲ τὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ γνώ­ση, συ­νι­στᾶ ὅ­μως νὰ μὴν προσ­κολ­λῶ­νται σὲ αὐ­τὴν μέ­χρι τέ­λους τῆς ζω­ῆς τους (βλ. 1,1,6).

Τὸ ζή­τη­μα δὲν εἶ­ναι γνω­σι­ο­λο­γι­κό, ἀλ­λὰ ζή­τη­μα με­τά­νοι­ας· ἀλ­λα­γῆς τρό­που ζω­ῆς καὶ σκέ­ψε­ως, ἀ­πο­βο­λῆς τοῦ ἐ­γω­ι­στι­κοῦ θε­λή­μα­τος, ἀ­πο­δο­χῆς καὶ ὑ­πα­κο­ῆς στὸ θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ. Καὶ ἡ πί­στη δὲν εἶ­ναι ἁ­πλῶς θέ­μα δι­α­νο­η­τι­κῆς ἀ­πο­δο­χῆς (καὶ οἱ δαί­μο­νες πι­στεύ­ουν στὸ Θε­ό, ὅ­μως δὲν με­τα­νο­οῦν), ἀλ­λά, κα­τὰ τὸν ἅ­γι­ο Μά­ξι­μο, εἶ­ναι ἄλ­λου εἴ­δους γνώ­ση, δη­λα­δὴ μι­ὰ ὑ­πὲρ φύ­σιν σχέ­ση «δι᾿ ἧς ἀ­γνώ­στως, ἀλλ᾿ οὐκ ἀ­πο­δει­κτι­κῶς ἑνού­με­θα τῷ Θε­ῷ, κα­τά τήν ὑ­πέρ νό­η­σιν ἕ­νω­σιν» (Πρὸς Θα­λάσ­σι­ον, PG 90, 376B). Προ­ϋ­πο­θέ­τει γεύ­ση τῆς Χά­ρι­τος μέ­σῳ τοῦ ὅ­λου ἀν­θρώ­που, ὄ­χι μὲ μό­νη τὴ λο­γι­κή του.

Ἡ με­λέ­τη τῆς ἁ­γί­ας Γρα­φῆς, ὅ­ταν γί­νε­ται μὲ τα­πε­ί­νω­ση, φό­βο Θε­οῦ καὶ προ­σευ­χή, τό­τε τρέ­φει τὴν ψυ­χὴ καὶ φω­τί­ζει τὸν νοῦ, ὥ­στε νὰ ἀ­να­και­νι­σθεῖ «ἡ πρὸς τὸ ἀ­γα­θὸν κί­νη­σις» καὶ νὰ φυ­λα­χθεῖ ἡ ψυ­χὴ «ἐκ τῆς λεπ­τό­τη­τος τῶν ὁ­δῶν τῆς ἁ­μαρ­τί­ας» (ἀβ­βὰς Ἰ­σα­ὰκ ὁ Σύ­ρος, Λό­γος 6, ἔκ­δ. M. Pirard, σ. 217).

Ὅ­ταν ὅ­μως ὁ λό­γος τοῦ Θε­οῦ ἀ­ντι­με­τω­πί­ζε­ται δι­α­νο­η­τι­κά, «δι­ὰ γνῶ­σιν καὶ μὴ δι­ὰ κα­τά­νυ­ξιν», ἔρ­χε­ται ἡ οἴ­η­ση (2,1,11). Ὅ­ταν κα­νεὶς ἑρ­μη­νεύ­ει μὲ ἀ­κά­θαρ­το νοῦ καὶ μὲ τὴν κο­σμι­κὴ σο­φί­α ὅ­σα ἔ­χουν κοι­νο­ποι­η­θεῖ δι᾿ ἀ­πο­κα­λύ­ψε­ως στὸν κα­θα­ρὸ νοῦ τῶν Ἁ­γί­ων, ὅ­ταν ἀ­ντι­με­τω­πί­ζει τὴ δι­δα­σκα­λί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας σὰν κώ­δι­κα ἠ­θι­κῆς, τό­τε κα­τα­ντᾶ νὰ ζεῖ τὸ χρι­στι­α­νι­σμὸ ἰου­δα­ϊ­κά. Μέ­νει προσ­κολ­λη­μέ­νος στὸ γράμ­μα τοῦ Νό­μου. Ἀ­δυ­να­τεῖ νὰ ἀ­ντι­λη­φθεῖ τὴ Χά­ρη. Ἂν εἶ­χε τα­πε­ί­νω­ση θὰ ἔ­δει­χνε εὐ­λά­βει­α, ἀ­κό­μα «καὶ πρὸς τὰ τού­των ἀμ­φι­σβη­τή­σι­μα» (1,3,48). Ἂν εἶ­χε τὴν ἐ­πί­γνω­ση ὅ­τι ἦ­ταν νή­πι­ος πνευ­μα­τι­κά, οὔ­τε θὰ τὰ δε­χό­ταν, ἀ­πὸ φό­βο μή­πως πέ­σει σὲ πλά­νη, οὔ­τε θὰ τά ἀ­να­θε­μά­τι­ζε. Ὅ­μως, ἐ­πει­δὴ ἔ­χει ἔ­παρ­ση, τὸν σκαν­δα­λί­ζουν τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τῆς Χά­ρι­τος καὶ δὲν δι­α­κρί­νει ὅ­σους ἐν­ερ­γοῦ­νται ἀ­πὸ Αὐ­τήν. Σὰν τὸν Βαρ­λα­άμ, πε­ρι­γε­λᾶ τυ­χὸν καὶ κα­τα­κρί­νει τοὺς Ἁ­γί­ους. Πε­ρι­φρο­νεῖ τὴν προ­σευ­χὴ καὶ τὴν ἡ­συ­χί­α. Με­λε­τᾶ ἴ­σως καὶ τὸν ἅ­γι­ο Γρη­γό­ρι­ο τὸν Πα­λα­μᾶ καὶ τοὺς ἄλ­λους Πα­τέ­ρες καὶ τοὺς ἐκ­θει­ά­ζει, ἡ ζω­ή του ὅ­μως δὲν ἀ­πο­πνέ­ει τὴν εὐ­ω­δί­α τοῦ Πνεύ­μα­τος καὶ τὰ γρα­πτά του εἶ­ναι ἁ­πλῶς πε­ρί­τε­χνες δι­α­νο­η­τι­κὲς συλ­λή­ψεις. Δὲν βά­ζει τὸν αὐ­χέ­να του ὑ­πὸ τὸν ἐ­λα­φρὸ καὶ χρη­στὸ ζυ­γὸ τοῦ Χρι­στοῦ (βλ. Μτ. 11,30), ὥ­στε ν᾿ ἀ­πο­κτή­σει τὴν ἀ­λη­θι­νὴ γνώ­ση, ἀλ­λὰ κα­τα­σκευ­ά­ζει ἐ­θε­λο­θρη­σκεί­α κι ἐγ­κλω­βί­ζε­ται σὲ ψεύ­τι­κα σχή­μα­τα καὶ ψεύ­τι­κη γνώ­ση. Δί­νει ψεύ­τι­κη εἰ­κό­να τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας στοὺς ἄλ­λους, κι ἔ­τσι ἀ­πω­θεῖ ἀ­πὸ τὸ νὰ προ­σεγ­γί­σουν τὴν Ὀρ­θό­δο­ξη πα­ρά­δο­ση καὶ ζω­ὴ ὅ­σους δι­ψοῦν γι­ὰ κά­τι τὸ οὐ­σι­α­στι­κό.

Ἡ μό­νη ἀ­λη­θι­νὴ γνώ­ση τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι ἄ­κτι­στη, ὑ­περ­βαί­νει τὴ δι­ά­νοι­α καὶ τὶς αἰ­σθή­σεις τοῦ ἀν­θρώ­που. Ἀ­νή­κει σὲ ἄλ­λο χῶ­ρο, καὶ ἡ λο­γι­κὴ δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὴν ἐκ­φρά­σει. Σώ­ζει ὅ­μως τὸν ὅλο ἄν­θρω­πο, ἀ­νε­βά­ζο­ντάς τον πά­νω ἀ­πὸ κτι­στὰ καὶ αἰ­σθη­τὰ σχή­μα­τα καὶ κα­τη­γο­ρί­ες. Δι᾿ αὐ­τῆς κα­νεὶς γνω­ρί­ζει πραγ­μα­τι­κὰ τὸν Θε­ό, τὸν ἄν­θρω­πο, τὸν κό­σμο… Οἱ Ἅ­γι­οι ποὺ τὴν ἔ­χουν ἀ­πο­κτή­σει εἶ­ναι οἱ μό­νοι ἀ­πλα­νεῖς ὁ­δη­γοὶ πρὸς τὴ θέ­ω­ση.

Οἱ βα­θύ­τε­ροι λό­γοι τῶν ὄ­ντων (οἱ αἱ­τί­ες δη­μι­ουρ­γί­ας τοῦ κά­θε κτί­σμα­τος) ἀ­πο­κα­λύ­πτο­νται ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ στοὺς κα­θα­ρούς: «Ὅ­τε νοῦς τε­λεί­ως τῶν πα­θῶν ἐ­λευ­θε­ρω­θῇ, τό­τε καὶ ἐ­πὶ τὴν θε­ω­ρί­αν τῶν ὄ­ντων ἀ­με­τα­στρε­πτὶ ὁ­δεύ­ει» (ἅ­γι­ος Μά­ξι­μος ὁ Ὁ­μο­λο­γη­τὴς, Πε­ρὶ ἀ­γά­πης 1,86, PG 90, 980C). Μὲ τὴν πα­ρα­τή­ρη­ση, τὴν ἐ­να­σχό­λη­ση μὲ τὴν ψυ­χο­λο­γί­α, τὴ με­λέ­τη καὶ τὴ δι­α­νο­η­τι­κὴ ἐ­πε­ξερ­γα­σί­α, μό­νο με­ρι­κῶς μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ γνω­ρί­σει τὸν ἄν­θρω­πο καὶ τὸν κό­σμο. Ἡ κτι­στὴ γνώ­ση εἶ­ναι σχε­τι­κὴ καὶ πε­πε­ρα­σμέ­νη. Ὑ­πό­κει­ται σὲ ἀ­ναι­ρέ­σεις καὶ ἀ­να­θε­ω­ρή­σεις. Χρη­σι­μεύ­ει ὅ­μως στὴν ἐ­πι­κοι­νω­νί­α με­τα­ξὺ τῶν ἀν­θρώ­πων καὶ στὴν ἀ­ντι­με­τώ­πι­ση τῶν βι­ο­τι­κῶν ἀ­να­γκῶν τους. Ὅ­ταν χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται μὲ δι­ά­κρι­ση, βοη­θᾶ καὶ στὴν κα­τα­νό­η­ση τοῦ νό­μου τοῦ Θε­οῦ.

Ὅ­λα ὅ­σα ἔ­δω­σε ὁ Θε­ός, εἶ­ναι κα­λά. Ἡ κα­κή τους χρή­ση τὰ κά­νει πο­νη­ρά. Οἱ Ἅ­γι­οι καὶ τὰ κα­κῶς χρη­σι­μο­ποι­η­μέ­να ἁ­γι­ά­ζουν. Οἱ Πα­τέ­ρες χρη­σι­μο­ποι­οῦν τὴ θύ­ρα­θεν παι­δεί­α καὶ ὁ­ρο­λο­γία γι­ὰ νὰ ἐκ­φρα­σθοῦν· κι ἔ­τσι πλη­σι­ά­ζουν εὐ­κο­λότε­ρα τὸν ἄν­θρω­πο τῆς ἐ­πο­χῆς τους. Κι ὁ πι­στός, ὅ­ταν προ­σεγ­γί­ζει τὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ γνώ­ση δι­α­νο­η­τι­κὰ καὶ τὸν Θε­ὸ μὲ τὴν ἄ­σκη­ση, προ­χω­ρᾶ σω­στά.

«Λό­γῳ πα­λαί­ει πᾶς λό­γο­ς, βί­ῳ δὲ τί­ς;» ρω­τᾶ ὁ ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος (1,3,13). Σὲ κά­θε λό­γο ὑ­πάρ­χει καὶ ἀ­ντί­λο­γος. Ἡ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ σο­φί­α εἶ­ναι ἐ­πι­σφα­λή­ς. Ἡ ἐν Χρι­στῷ ὅ­μως ἐμ­πει­ρί­α καὶ θε­ο­λο­γί­α τῶν Ἁ­γί­ων ποὺ τὴν ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει τὸ εὐ­σε­βὲς φρό­νη­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας (βλ. Συ­νο­δι­κὸν τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, Τρι­ώ­δι­ον, Α΄ Κυ­ρι­α­κὴ τῶν Νη­στει­ῶν), πα­ρα­μέ­νει ἀ­σά­λευ­τη. Ὅ­ποι­ος τὴ γεύ­τη­κε δὲν ἔ­χει ἀ­νά­γκη ἀ­πὸ λο­γι­κὲς ἀ­πο­δεί­ξεις. Δὲν συγ­χέ­ει ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ γνώ­ση, τε­χνο­λο­γι­κὴ πρό­ο­δο καὶ θε­ο­λο­γί­α. Δὲν τα­ράσ­σε­ται, ἂν κά­πο­τε τὰ πο­ρί­σμα­τα τῶν πρώ­των ἀμ­φι­σβη­τοῦν τὴν τε­λευ­ταί­α. Οἱ τα­πει­νοί, στοὺς ὁ­πο­ί­ους «ὁ Θε­ὸς δί­δω­σι χά­ριν» (Ἰ­ακ. 4,6) δὲν ἔ­χουν ἀ­νά­γκη ἀ­πὸ κα­μι­ὰ Ἀ­πο­λο­γη­τι­κή. Ὁ οὐ­ρα­νὸς καὶ ἡ γῆ νὰ κα­τα­στρα­φοῦν, ὁ τα­πει­νὸς δὲν θρο­εῖ­ται, μᾶς δι­δά­σκει ὁ ἀβ­βὰς Ἰ­σα­ὰκ (ὅ.π. Λό­γος 62, σ. 746). Ὁ Θε­ὸς πα­ρα­μέ­νει «ὁ αὐ­τὸς εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας» (Ἑβρ. 13,8) καὶ γε­μί­ζει πα­ρά­κλη­ση τὶς καρ­δι­ὲς ποὺ Τὸν ἐμ­πι­στεύ­ο­νται.

Ἡ βε­βαι­ό­τη­τα αὐ­τὴ τοῦ Πνεύ­μα­τος καὶ ἡ δι­ά­κρι­ση κτι­στοῦ καὶ ἀ­κτί­στου δι­ε­τή­ρη­σε τὸ Ὀρ­θό­δο­ξο πλή­ρω­μα ἀ­σά­λευ­το μέ­χρι σή­με­ρα. Ἀ­ντί­θε­τα, στὴ Δύ­ση ἡ ὀρ­θο­λο­γι­στι­κὴ σχο­λα­στι­κὴ θε­ο­λο­γί­α θε­ω­ρή­θη­κε πρό­ο­δος σὲ σύγ­κρι­ση μὲ τὴν ἐμ­πει­ρι­κὴ θε­ο­λο­γί­α τῶν Πα­τέ­ρων. Ἡ αὐ­το­νο­μί­α τῆς λο­γι­κῆς ὁ­δή­γη­σε στὴν αἵ­ρε­ση τοῦ Filioque. Ἡ χά­ρη τοῦ Θε­οῦ θε­ω­ρή­θη­κε κτι­στὴ καὶ πα­ρεμ­βλή­θη­κε ἀ­νά­με­σα στὸν Θε­ὸ καὶ στὸν ἄν­θρω­πο, ἀ­πο­μο­νώ­νο­ντάς τον. Ὁ κτι­στὸς ἀν­θρώ­πι­νος νοῦς ἔ­γι­νε ἀ­λά­θη­το κρι­τή­ρι­ο τῆς ἀ­λή­θει­ας. Κι ἔ­τσι, ἡ θε­ο­λο­γί­α κά­θε τό­σο συμ­μορ­φώ­νε­ται μὲ τὴ φι­λο­σο­φι­κὴ σχο­λὴ ποὺ ἐ­πι­κρα­τεῖ. Ἡ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὴ ὀρ­γά­νω­ση καὶ ἡ λα­τρεί­α προσ­αρ­μό­ζο­νται στὸ κο­σμι­κὸ πνεῦ­μα, γι­α­τὶ τί­πο­τε δὲν ἔ­πρε­πε νὰ ξε­περ­νᾶ τὴ δι­ά­νοι­ά μας, ὅ­λα νὰ γί­νουν ἀ­ντι­κεί­με­να. Ἡ ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὶς ἀν­θρώ­πι­νες δυ­νά­μεις ἔ­φε­ρε τὴν ἀ­πι­στί­α, συγ­κα­λυμ­μέ­νη στὴν ἀρ­χή, ἀ­προ­κά­λυ­πτη ὕστε­ρα. Δι­και­ο­λο­γη­μέ­να λοι­πὸν οἱ ἄν­θρω­ποι στὴ Δύ­ση κα­τέ­λη­ξαν στὴν ἀ­πόρ­ρι­ψη τῆς ἄ­γο­νης γνώ­σε­ως καὶ στὴν ἄρ­νη­ση τοῦ Θε­οῦ, ὅ­πως τοὺς Τὸν πρόσ­φε­ραν. Καὶ ἴ­σως νὰ εἶ­ναι πι­ὸ ἀ­νοι­χτοὶ στὴ με­τά­νοι­α καὶ στὴν ἐ­πί­σκε­ψη τῆς χά­ρι­τος τοῦ Θε­οῦ ὅ­σοι ἀρ­νοῦ­νται τὶς κτι­στὲς πε­ρὶ Αὐ­τοῦ εἰ­κό­νες ἀ­πὸ αὐ­τοὺς ποὺ ἔ­χουν κλεί­σει τὸν Ἄ­κτι­στο στὰ πλαί­σι­α τῆς λο­γι­κῆς τους κι εἶ­ναι ἔ­τσι ἐ­πα­να­παυ­μέ­νοι καὶ εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νοι μὲ τοὺς ἑ­αυ­τούς τους.

Δυ­στυ­χῶς κι ἐ­μεῖς οἱ ὀρ­θό­δο­ξοι χρι­στι­α­νοί, χω­ρὶς τυ­πι­κὰ νὰ ἀ­πο­μα­κρυ­νό­μα­στε ἀ­πὸ τὴν πί­στη μας, δε­χό­μα­στε ὁ­λο­έ­να καὶ πι­ὸ ἄ­κρι­τα τὶς φι­λο­σο­φι­κὲς ἀ­ντι­λή­ψεις καὶ τὸν τρό­πο ζω­ῆς τῆς Δύ­σε­ως, θαμ­πω­μέ­νοι ἀ­πὸ τὸν τε­χνι­κὸ πο­λι­τι­σμό της. Τα­λαι­πω­ρού­μα­στε ἀ­πὸ τὰ ἴ­δι­α συμ­πτώ­μα­τα αὐ­τῆς τῆς πα­ρὰ φύ­σιν στά­σε­ως ζω­ῆς, μὲ κά­ποι­α μι­κρὴ κα­θυ­στέ­ρη­ση. Καὶ μᾶς θο­ρυ­βοῦν τὰ συμ­πε­ρά­σμα­τα τῶν θε­τι­κῶν ἐ­πι­στη­μῶν ἢ ἡ πρό­ο­δος τῆς τε­χνο­λο­γί­ας. Δὲν γνω­ρί­ζου­με τί θη­σαυ­ρὸ κρύ­βει ἡ ζω­ὴ καὶ ἡ θε­ο­λο­γί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας· πῶς ἡ χά­ρη τοῦ Θε­οῦ θε­ρα­πεύ­ει τὸν ὅ­λο ἄν­θρω­πο. Ἂς προ­σεγ­γί­σου­με μὲ τὴ με­τά­νοι­α τὸν ἅ­γι­ο Γρη­γό­ρι­ο τὸν Πα­λα­μᾶ, τὸν ἐκ­φρα­στὴ αὐ­τῆς τῆς θε­ο­λο­γί­ας καὶ «κή­ρυ­κα τῆς Χά­ρι­τος» καὶ θὰ βροῦ­με, στὴν ὕ­παρ­ξη καὶ στὸν λό­γο του, τὴν πα­ρά­κλη­ση ποὺ μό­νη ἡ Ἐκ­κλη­σί­α χα­ρί­ζει.

 

* Μιὰ παλαιότερη μορφὴ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου δημοσιεύθηκε στὸ περιοδικὸ Ὀρθόδοξη Μαρτυρία, τ. 21 (1987), σσ. 26-29, μὲ τίτλο: «Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καὶ τὸ ζήτημα τῆς γνώσεως». Ἐδῶ ἀναρτᾶται μὲ ἐπουσιώδεις ἀλλαγές.

 

 

 

(Πηγή: antifono.gr [1])

Κοινοποίηση:
[2] [3]