Ἡ ἄποψη ὅτι τὸ θέμα τῆς ἐνδυμασίας, μέσα στὰ πλαίσια τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ἀγῶνος καὶ τῆς σωτηρίας τῆς ψυχῆς, δὲν εἶναι καὶ τόσο σημαντικὸ πράγμα, εἶναι λανθασμένη.
Ἂς δοῦμε, κατ’ ἀρχήν, γιατί ὁ ἄνθρωπος χρησιμοποιεῖ τὴν ἐνδυμασία. Γιὰ νὰ δωθῇ ἡ θεολογικὴ ἀπάντηση στὸ παρὸν θέμα, πρέπει νὰ γυρίσουμε πολὺ πίσω καὶ συγκεκριμένα στὴν πτώση τοῦ ἀνθρώπου μέσα στὸν κῆπο τῆς Ἐδέμ. Ὅταν παρήκουσε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ἀπογυμνώθηκε ἀπὸ τὴν χάρη Του. Τότε διεπίστωσε ὅτι ἦταν γυμνὸς καὶ αἰσθάνθηκε τὴν ἀνάγκη νὰ καλυφθῇ μὲ φύλλα συκῆς (Γεν. 3, 7). Κατόπιν, ὁ ἴδιος ὁ Δημιουργός μας Θεὸς φρόντισε νὰ ἐνδύσῃ τὰ γυμνὰ σώματα τῶν πρωτοπλάστων: «Καὶ ἐποίησεν κύριος ὁ θεὸς τῷ Ἀδὰμ καὶ τῇ γυναικὶ αὐτοῦ χιτῶνας δερματίνους καὶ ἐνέδυσεν αὐτούς» (Γεν. 3, 21). Ἡ ἐνδυμασία, λοιπόν, δόθηκε στὸν ἄνθρωπο μετὰ τὴν πτώση του, γιὰ νὰ καλύπτῃ τὸ σῶμα του καὶ γιὰ νὰ ἐνθυμῆται τὴν παρακοή του καὶ τὴν ἀπομάκρυνσή του ἀπὸ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ –κατὰ τὸν Ἱερὸ Χρυσόστομο– τὸ ἔκανε ὁ Θεὸς «πρὸς τὸ μὴ γυμνοὺς εἶναι καὶ ἐνασχημονεῖν» (PG 53,149).
Ἡ ἐνδυμασία καλύπτει τὸ σῶμα, τὸ ὁποῖο δὲν εἶναι φυλακὴ τῆς ψυχῆς, κατὰ τὴν Πλατωνικὴ διδασκαλία, ἀλλὰ εἶναι ναὸς τοῦ Θεοῦ: «Ὑμεῖς γὰρ ναὸς Θεοῦ ἐστε ζῷντος» (Β΄ Κορινθ. 6, 16). Ἄρα ἁρμόζει αὐτὴ νὰ εἶναι σοβαρὴ καὶ εὐπρεπής. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὁμιλεῖ καθαρὰ καὶ γιὰ τὸ πῶς πρέπει νὰ ἐνδύεται ἡ γυναῖκα: «Ὡσαύτως καὶ τὰς γυναῖκας ἐν καταστολῇ (δηλ. ἐνδυμασία) κοσμίῳ μετὰ αἰδοῦς καὶ σοφρωσύνης κοσμεῖν ἑαυτὰς […] ὃ πρέπει γυναιξὶν ἐπαγγελομέναις θεοσέβειαν» (Α΄ Τιμόθ. 2, 9-10).
Ὁ Μ. Ἀθανάσιος εἶναι ἀπόλυτος στὸ θέμα τῆς ἐνδυμασίας ἀνδρὸς καὶ γυναικός: «Οὐκ ἐκδύσῃ γυμνὸς· νυκτὸς δὲ καὶ ἡμέρας τὸ ἱμάτιόν σου ἔστω καλῦπτον τὴν σάρκα σου» (PG 28, 264C). Συνεπῶς, ὅποιοι καὶ ὅποιες «ἀναισχύντως ἀπογυμνοῦν ἃ συγκαλύπτειν εὐσχημονέστερον» (Μ. Βασιλείου), ὅσοι δηλαδὴ δὲν καλύπτουν τὸ σῶμα τους καὶ τὸ ἀποκαλύπτουν στὰ μάτια τῶν ἄλλων, αὐτοὶ εἶναι ἄσεμνοι–ἀσεβεῖς. Καὶ τοῦτο διότι ἀσεβοῦν σὲ κάτι ποὺ δὲν τοὺς ἀνήκει, ἀφοῦ ἔχουμε τὴν τιμὴ νὰ ἀνήκει τὸ σῶμα μας στὸν Δημιουργό μας Θεό, ὅπως τονίζει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Ἠγοράσθητε γὰρ τιμῆς· δοξάσατε δὴ τὸν Θεὸν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καὶ ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν ἅτινά ἐστι τοῦ Θεοῦ» ( Α΄ Κορ. 6, 20). Ὁ δὲ Ἱερὸς Χρυσόστομος εἶναι κατηγορηματικός: «Εἰ γὰρ ἀλλότριόν ἐστι τὸ σῶμα, οὐκ ἔχετε ἐξουσίαν ἀλλότριον σῶμα ὑβρίζειν, φησί, καὶ μάλιστα ὅταν ᾖ Δεσποτικόν, οὐδὲ ναὸν μολύνειν τοῦ Πνεύματος» (PG 62,147).
Ἡ σεμνὴ ἐνδυμασία καταστέλει καὶ σεμνύνει τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Σύμφωνα μὲ τὸν Ὅσιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, ἡ ψυχὴ μορφώνεται ἀνάλογα μὲ τὴν ἐξωτερικὴ ἐμφάνιση. Πολλὲς δὲ φορὲς ἡ ἐξωτερικὴ ἐμφάνιση φανερώνει τὴν ἐσωτερικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἄσεμνος ἐνδυμασία, σύμφωνα μὲ τὸν Ἱερὸ Χρυσόστομο, ὁδηγεῖ στὴν πορνεία, ἡ ὁποία εἶναι τὸ ἄμεσο ἢ ἀπώτερο κίνητρο γιὰ τὴν χρήση της. Ἡ σεμνότητα, ἀντιθέτως, ἑλκύει τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ ἀποτρέπει ἠθικὲς παρεκτροπές, ποὺ κατὰ κόρον ἀκοῦμε να συμβαίνουν σήμερα στὴν κοινωνία μας. Καὶ πρέπει σοβαρῶς νὰ διερωτηθοῦμε: μήπως βασικὴ αἰτία αὐτῶν εἶναι ἡ ἄσεμνη καὶ προκλητικὴ ἐνδυμασία, ἡ ὁποία ξεκίνησε μέσα ἀπὸ τὰ σπίτια καὶ κατόπιν, χωρὶς ἐντροπή, κατέστη δημόσιο θέαμα, μάλιστα ἀκόμη καὶ ἐντὸς τῶν ἱερῶν μας χώρων, τῶν ἱερῶν Ναῶν καὶ Μοναστηριῶν;
Ἡ δικαιολογία, ποὺ προβάλλει ὁ ἄνθρωπος ὅτι κατὰ τοὺς θερινοὺς μῆνες ἀπεκδύεται –γράφε ἀπογυμνώνεται μέχρι «φύλλων συκῆς»– λόγῳ τῶν ὑψηλῶν θερμοκρασιῶν, ἔρχεται σὲ πλήρη ἀντίθεση μὲ τὴν ἐπιστημονικὴ ἄποψη ὅτι τὸ σῶμα προφυλάσσεται καλύτερα, ὅταν δὲν εἶναι ἐκτεθειμένο στὸν ἥλιο καὶ στὸν καύσωνα, ἀλλὰ εἶναι καλυμμένο μὲ φαρδιὰ καὶ ἄνετα ροῦχα. Ἄρα, ὅσοι γυμνώνουν καὶ ἐκθέτουν τὸ σῶμά τους δὲν ἔχουν νὰ στηριχθοῦν πουθενά, παρὰ μόνο στὴν ἄσεμνη καὶ ἀνήθικη ἐσωτερική τους κατάσταση εἴτε τὸ συνειδητοποιοῦν καὶ τὸ ἀποδέχονται εἴτε ὄχι.
Φθάσαμε σὲ πολὺ ἄσχημη κατάσταση καὶ εἶναι ἀπόλυτη ἀνάγκη νὰ ἐπιστρέψουμε στὴν ὑπακοὴ πρὸς τὸν Θεὸ Δημιουργὸ καὶ Πατέρα μας. Μέσῳ αὐτῆς θὰ διαμορφώσουμε ἁρμονικὰ τὸν ἐσωτερικό μας κόσμο καὶ θὰ τὸν ἐκφράσουμε καὶ μὲ τὴν σεμνὴ ἐνδυμασία μας, ἡ ὁποία θὰ εἶναι καὶ μιὰ ἔνδειξη σεβασμοῦ καὶ ἀγάπης πρὸς τὸν συνάνθρωπο, ἐφόσον δὲν θὰ τὸν προκαλοῦμε μὲ τὴν γυμνότητά μας στὴν ἁμαρτία.