- Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ - https://alopsis.gr -

Η αθέατη εικόνα: Άραγε, πρέπει να βιντεοσκοπείται το ιερό Βήμα κατά την διάρκεια της θείας Λειτουργίας;

Τα τελευταία χρόνια, με την ευρεία διάδοση της τεχνολογίας και την αυξανόμενη χρήση των συσκευών λήψεως εικόνων («τηλεοπτικές κάμερες»), παρατηρείται ένα φαινόμενο, που μάλλον δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν απλό ή αθώο. Πρόκειται για την βιντεοσκόπηση και την προβολή στις οθόνες των τηλεοράσεων και των υπολογιστών (απανταχού της γης, με το Διαδίκτυο) των όσων συμβαίνουν μέσα σε κάποια εκκλησία, και μάλιστα μέσα στο λεγόμενο «ιερό Βήμα», κατά την διάρκεια της θείας Λειτουργίας. Άραγε, κάτι τέτοιο είναι απλώς μια τεχνική λεπτομέρεια, μέσα από τις δυνατότητες που μας προσφέρει πλέον η τεχνολογική εξέλιξη;

Είναι γνωστό, ότι το ιερό Βήμα είναι τα «Άγια των Αγίων», είναι ο χώρος, όπου τελείται το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, δηλαδή η ίδια η «καρδιά» της Ορθοδόξου λατρείας. Σύμφωνα λοιπόν με την παράδοση της Εκκλησίας, το ιερό Βήμα αποτελεί τον πλέον σεπτό και άβατο χώρο, στον οποίο δεν επιτρέπεται η είσοδος σε λαϊκούς, ενώ ακόμη και οι κληρικοί δεν εισέρχονται εκεί χωρίς ευπρέπεια και κατάλληλη προετοιμασία. Άραγε, είναι δυνατόν, αυτός ο χώρος, που προστατεύεται με τόση ευλάβεια και διακριτικότητα, να μετατρέπεται σε δημόσιο θέαμα μέσω μιας κάμερας;

Επίσης, δεν είναι τυχαίο, ότι και η ίδια η αρχιτεκτονική των εκκλησιών προβλέπει τον διαχωρισμό του ιερού Βήματος από τον κυρίως Ναό με το εικονοστάσι («τέμπλο») (πρβλ. Παν. Παπαδημητρίου, Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας [1], 2024). Αυτός ο χωρισμός δεν είναι τυπικός αλλά ουσιαστικός, γιατί υποδηλώνει το άβατο και αθέατο (κατά το δυνατόν) του ιερού Βήματος, την απόσταση που πρέπει να τηρείται από τα «Άγια των Αγίων», τις διαφορετικές θέσεις που έχουν η τάξη των ιερέων από την τάξη των πιστών – ενώ οι κατηχούμενοι παραμένουν στον νάρθηκα.

Όμως, η χρήση μιας κάμερας μέσα στο ιερό Βήμα καταργεί το όριο αυτό, αποκαλύπτοντας ό,τι η Εκκλησία επί αιώνες κρατούσε «καλυμμμένο». Κι αυτό αποτελεί μια παραβίαση της ιερότητας και του μυστηριακού χαρακτήρα της Λατρείας. Συνιστά μια αλλοίωση της παραδόσεως και των ιερών Κανόνων, που θέλουν τον πιστό να συμμετέχει με ταπείνωση και κατάνυξη, και όχι ως ένας θεατής που παρακολουθεί μια «παράσταση» με σκηνοθεσία και τεχνικά μέσα. Η θεία Λατρεία δεν είναι ούτε θέατρο ούτε αντικείμενο εντυπωσιασμού, αλλά είναι βίωμα και μυστήριο.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας μιλούν με σαφήνεια για το «κεκρυμμένον Μυστήριον», δηλαδή για τα μέρη εκείνα της Λατρείας που παραμένουν «κρυφά» από τα μάτια και τα αυτιά των λαϊκών χριστιανών, ώστε να διατηρείται η ιερότητά τους (πρβλ. ἀρχιμανδρίτου Νικοδήμου, Ἡ μυστικὴ ἀνάγνωσις τῶν εὐχῶν τῆς θείας Λειτουργίας [2], ἐκδ. «Τῆνος», Ἀθήνα, 2011).

Βέβαια, η χρήση της βιντεοσκοπήσεως δικαιολογείται συχνά με επιχειρήματα, όπως η ανάγκη μεταδόσεως της θείας Λειτουργίας σε πιστούς, που για διαφόρους λόγους (π.χ. ασθενείας) δεν μπορούν να παρευρεθούν στην εκκλησία. Ωστόσο, άλλο πράγμα είναι η ζωντανή τηλεοπτική μετάδοση μιας Λειτουργίας με προβολή του κυρίως (εσωτερικού) μέρους του Ναού, όπου ακούγονται όλα τα ψαλλόμενα ή απαγγελόμενα από τους ψάλτες και οι εκφωνήσεις από τους ιερείς, και άλλο η απροκάλυπτη έκθεση κάποιων ιερών στιγμών που τελούνται μέσα στο ιερό Βήμα, όπως η «Προσκομιδή», (δηλαδή η προετοιμασία των τιμίων Δώρων), η προετοιμασία για την Μεγάλη Είσοδο, η τέλεση της ίδιας της «Αναφοράς», η μετάληψη των θείων Δώρων από τους ιερείς, κτλ.

Μήπως, η αποκάλυψη των στιγμών αυτών, δεν οδηγεί σε μια υψηλότερη πνευματικότητα, αλλά σε μια εξοικείωση, σε μια απώλεια σεβασμού και, εν τέλει, σε μια βεβήλωση του «ιερού», καθώς είναι πλέον γνωστόν, ότι ζούμε σε μια εποχή «απο-ιεροποιήσεως» των πάντων;

Η σύγχρονη τεχνολογία, ασφαλώς, μπορεί να χρησιμεύσει στην ιεραποστολή και στην μετάδοση του λόγου του Θεού. Δεν μπορεί, όμως, να εισβάλει σε περιοχές, όπου απαιτείται σιωπή, σεβασμός και μυστικότητα. Γι’ αυτό και πρέπει να γίνουν διακριτά τα όρια ανάμεσα στην βοήθεια, που μπορεί να προσφέρει η σύγχρονη τεχνολογία, και στον κίνδυνο να εκκοσμικευθεί η θεία Λατρεία.

Βέβαια, μία τέτοια προστασία της ιερότητος του χώρου θα έπρεπε να ισχύει και για ολόκληρον τον Ναό, αφού κάθε ακολουθία που τελείται εκεί μέσα είναι ιερή και μυστηριακή, και, κατά συνέπεια, απρόσιτη σε πρόχειρα βλέμματα και τυχαίες ακροάσεις. Η συμμετοχή σε κάθε μυστήριο προϋποθέτει μία μύηση, μια «μυσταγωγική κατήχηση», κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας. Έτσι, δεν μπορούν «αμύητα και ακατήχητα» μάτια και αυτιά να δουν και να ακούσουν, απροετοίμαστα και ως έτυχε, όσα διαδραματίζονται σε ιερούς χώρους, όπως οι Ναοί.

Ο Χριστός μάς λέγει να αποσυρόμαστε στο «ταμιεῖον» μας και να προσευχόμαστε «ἐν τῷ κρυπτῷ», «ὅπως μὴ φανῶμεν τοῖς ἀνθρώποις» (Ματθ. 6, 5-6). Ένα τέτοιο «ταμιεῖον» για εμάς είναι και ο Ναός, που μας προφυλάσσει από την φαρισαϊκή «ἐν ταῖς γωνίαις τῶν πλατειῶν» προσευχή, δηλαδή την δημόσια ή δημοσιοποιημένη (π.χ. «μέσω Διαδικτύου») προσευχή, ενώ το ιερό Βήμα είναι ένας «ἐν τῷ κρυπτῷ» χώρος, όπου τελείται το άρρητο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας.

Η σύγχρονη τεχνολογία, όμως, που δεν έχει «ἱερόν καὶ ὅσιον», ανενδοιάστως καταστρατηγεί και τους δύο αυτούς πνευματικούς χώρους, παρασύροντάς μας σε «βέβηλες καὶ ἀνίερες» ενέργειες, επειδή προφανώς εμείς δεν διαθέτουμε την ελάχιστη ευαισθησία, που είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την δημιουργία των συνθηκών εκείνων, που θα μας βοηθήσουν στην επικοινωνία μας με τον Θεό, ο οποίος υπερβαίνει τους πάντες και τα πάντα. Έτσι, η μεγαλύτερη ευκαιρία πνευματικής αναβάσεως και προσευχητικής μεθέξεώς μας, όπως είναι το Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, γίνεται σαν μία «θεατρική πράξη», και όσοι βρίσκονται μακριά, εκτός του ιερού Ναού, παρακολουθούν ένα «θέαμα».

Η βιντεοσκόπηση λοιπόν των όσων συμβαίνουν μέσα στο ιερό Βήμα, κατά την ώρα της θείας Λειτουργίας, δεν είναι απλώς μια «ατυχής πρακτική», αφού είναι αντίθετη στο πνεύμα και στην παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Μήπως λοιπόν πρέπει όλοι –κληρικοί και λαϊκοί– να προφυλάξουμε την ιερότητα του χώρου και του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας, να σεβαστούμε τους ιερούς Κανόνες, και να θυμηθούμε ότι το ιερό Βήμα δεν είναι τόπος δημόσιας προβολής, αλλά ο χώρος της πιο άρρητης συναντήσεως του ανθρώπου με τον Θεό.

Κανονικά, πάντως, δεν θα υπήρχε λόγος να αντιμετωπίζουμε ένα τέτοιο πρόβλημα σαν το ανωτέρω, γιατί αυτό εμφανίσθηκε στην εποχή μας λόγω της μεγάλης τεχνολογικής προόδου. Αν όμως μπορούσαμε να μεταφερθούμε σε μία χρονική στιγμή μόλις προ 100 περίπου ετών, μέσα στα 2.000 χρόνια ζωής της Εκκλησίας, τότε δηλαδή που δεν υπήρχαν ακόμη ηχοληπτικά ή εικονοληπτικά μηχανήματα, τότε που τα τελούμενα στον ιερό Ναό παρέμεναν μέσα στον φυσικό τους χώρο, δεν θα υπήρχαν παρόμοια διλήμματα.

Μήπως άραγε όλοι, κλήρος και λαός, θα έπρεπε να διατηρήσουμε αναλλοίωτη την εκκλησιαστική μας παράδοση έναντι των προκλήσεων, που προβάλλει, αλλά και των προβλημάτων, που δημιουργεί, κάθε νέα τεχνολογική «εξέλιξη» και κοινωνική «πρόοδος», που νομίζουν ότι εξυπηρετούν και διευκολύνουν τον άνθρωπο;

 

Σκέψεις της Άλλης Όψεως

Κοινοποίηση:
[3] [4]