- Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ - https://alopsis.gr -

Η αγάπη που δεν σε φυλακίζει: «Λάζαρε, δεῦρο ἔξω» (π. Θεόκτιστος ο Κρης)

Βρε παιδιά μου, σήμερα οι άνθρωποι μιλούν πολύ για την αγάπη, αλλά φοβούνται εκείνο ακριβώς που κάνει την αγάπη αληθινή. Θέλουμε έναν άνθρωπο κοντά μας, αλλά μόλις η παρουσία του γίνει σημαντική, φοβόμαστε μήπως χάσουμε κάτι από την ελευθερία μας. Θέλουμε να αγαπήσουμε χωρίς να κινδυνεύσουμε, να δεθούμε χωρίς να εξαρτηθούμε, να επιθυμήσουμε χωρίς να περιμένουμε και να δοθούμε χωρίς να πληγωθούμε. Θέλουμε δηλαδή την αγάπη, αλλά όχι πάντοτε το κόστος της. Και το κόστος της δεν είναι ο πόνος, όπως συχνά νομίζουμε. Είναι ότι πρέπει να δεχθούμε πως ο άλλος παραμένει ελεύθερος και επομένως δεν μπορούμε ποτέ να τον εξασφαλίσουμε. Η αγάπη είναι συνάντηση δύο ελευθεριών που καλούνται κάθε ημέρα να πουν πάλι το «ναι». Γι’ αυτό έχει χαρά, αλλά έχει και εκείνη τη λεπτή ανασφάλεια που γεννά κάθε αληθινή σχέση. Ό,τι αγαπάς μπορεί και να σου λείψει.

Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο για κοινωνία και όχι για μια ζωή κλεισμένη μέσα στον εαυτό της. Ακόμη και ο Αδάμ μέσα στον Παράδεισο είχε ολόκληρη την κτίση και όμως ακούγεται το φοβερό «οὐ καλὸν εἶναι τὸν ἄνθρωπον μόνον». Ο άνθρωπος είχε τον Παράδεισο, αλλά χρειαζόταν ένα πρόσωπο απέναντί του. Είχε όλα τα πράγματα, αλλά τα πράγματα δεν μπορούσαν να του πουν «εσύ». Γιατί ο άνθρωπος δεν δημιουργήθηκε μόνο για να ζει, αλλά για να σχετίζεται, να προσφέρεται και να δέχεται την προσφορά του άλλου. Η πνευματική ωριμότητα λοιπόν δεν είναι να μη χρειάζεσαι κανέναν. Είναι να χρειάζεσαι χωρίς να υποδουλώνεις, να αγαπάς χωρίς να αρπάζεις και να δέχεσαι χωρίς να μετατρέπεις το δώρο σε ιδιοκτησία.

Και σήμερα συμβαίνει κάτι παράξενο. Έχουμε μπροστά μας περισσότερα πρόσωπα από όσα μπορούσε να γνωρίσει ένας άνθρωπος παλαιότερα σε ολόκληρη τη ζωή του. Βλέπουμε ανθρώπους, μαθαίνουμε ζωές, κάνουμε γνωριμίες και όμως δυσκολευόμαστε να σταθούμε πραγματικά απέναντι σε έναν. Μένει πάντοτε μέσα μας ένας λογισμός. Μήπως κάπου υπάρχει κάποιος καλύτερος, πιο όμορφος, πιο κατάλληλος, πιο κοντά σε αυτό που φανταζόμαστε; Έτσι ακόμη και ο έρωτας κινδυνεύει να πάρει τη λογική της αγοράς. Συγκρίνουμε, υπολογίζουμε, επιλέγουμε, απογοητευόμαστε και ξαναρχίζουμε. Και η ψυχή κουράζεται, γιατί όποιος αναζητά αδιάκοπα το καλύτερο δεν προλαβαίνει να αναγνωρίσει το ανεπανάληπτο. Το «καλύτερο» είναι μέγεθος συγκρίσεως. Το πρόσωπο όμως δεν συγκρίνεται.

Η αγάπη γι’ αυτό δεν λέει «βρήκα τον καλύτερο άνθρωπο του κόσμου». Λέει κάτι πολύ απλούστερο και βαθύτερο. «Ανάμεσα σε όλους συνάντησα εσένα». Και τότε ένα όνομα παύει να είναι ένα όνομα ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα. Γίνεται πρόσωπο. Αυτό το γνωρίζει βαθιά η Εκκλησία. Ο Θεός δεν αγαπά μια αφηρημένη ανθρωπότητα, σαν να κοιτάζει από ψηλά ένα πλήθος χωρίς ονόματα. «Ἐκάλεσά σε τῷ ὀνόματί σου, ἐμός εἶ σύ». Ο Χριστός συναντά τη Μαγδαληνή και «λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Μαρία». Μία λέξη. Το όνομά της. Και εκείνη Τον αναγνωρίζει. Στον Ζακχαίο λέει «Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι» και ένας άνθρωπος κατεβαίνει από το δέντρο για να αλλάξει ζωή. Για τον Θεό δεν είμαστε αριθμοί μέσα στο πλήθος. Και όταν αγαπούμε αληθινά, κάτι από αυτό το μυστήριο συμβαίνει και ανάμεσά μας. Ένας άνθρωπος βγαίνει από το πλήθος και γίνεται ανεπανάληπτος.

Εκεί όμως αρχίζει και η δοκιμασία, γιατί αυτός ο άνθρωπος αποκτά τώρα τη δυνατότητα να μας λείψει. Περιμένεις τη φωνή του, την παρουσία του, μια κουβέντα του και καταλαβαίνεις ότι η καρδιά άνοιξε έναν χώρο που πριν δεν υπήρχε. Μη φοβάσαι αμέσως αυτή την έλλειψη. Η έλλειψη δεν είναι πάντοτε αρρώστια. Μπορεί να γίνει η χαραμάδα από την οποία καταλαβαίνουμε ότι δημιουργηθήκαμε για σχέση. Ο άλλος σου λείπει ακριβώς επειδή δεν μπορείς να τον περιέχεις ολόκληρο μέσα σου. Αν μπορούσες να τον γνωρίσεις πλήρως, να τον εξηγήσεις και να τον ελέγξεις, δεν θα ήταν πλέον άλλος. Θα ήταν μια προέκταση του εαυτού σου. Και η επιθυμία χρειάζεται την ετερότητα για να αναπνέει.

Γι’ αυτό η αληθινή αγάπη αφήνει πάντοτε έναν ιερό χώρο γύρω από τον άλλον. Όχι ψυχρότητα, αλλά χώρο όπου μπορεί να παραμένει πρόσωπο και μυστήριο. Ακόμη και ύστερα από σαράντα χρόνια γάμου δεν μπορείς να πεις «τον έμαθα αυτόν τον άνθρωπο». Αν τον έμαθες ολόκληρο, μάλλον έπαψες να τον κοιτάζεις. Ο άνθρωπος αλλάζει, βαθαίνει, πληγώνεται, ωριμάζει και πολλές φορές παραμένει μυστήριο ακόμη και για τον ίδιο του τον εαυτό. Γι’ αυτό η διάρκεια δεν είναι αναγκαστικά ο τάφος του έρωτα. Μπορεί να γίνει η βαθύτερη μορφή του. Μεγάλο πράγμα δεν είναι μόνο να συγκλονιστείς την πρώτη φορά που βλέπεις κάποιον. Μεγαλύτερο είναι να τον κοιτάξεις ύστερα από πολλά χρόνια και να καταλάβεις ότι ακόμη δεν τον εξάντλησες.

Πολλές φορές όμως αγαπάμε περισσότερο την εικόνα που κατασκευάσαμε για τον άλλον παρά τον ίδιο. Τον θέλουμε όπως τον φανταστήκαμε και όταν αρχίσει να εμφανίζεται όπως πραγματικά είναι, απογοητευόμαστε. Αυτή η απογοήτευση μπορεί να γίνει μεγάλο πνευματικό γεγονός. Γιατί τότε σπάει λίγο το είδωλο και μπορεί επιτέλους να εμφανιστεί το πρόσωπο. Εύκολο είναι να αγαπάς εκείνον που συμφωνεί με τη φαντασία σου. Δύσκολο είναι να αγαπήσεις εκείνον που απομένει όταν η φαντασία διαψευστεί. Τότε παύεις να ρωτάς «γιατί δεν είσαι όπως σε ήθελα;» και αρχίζεις να ρωτάς «ποιος είσαι;». Εκεί μπορεί να αρχίζει η πραγματική αγάπη.

Εδώ όμως βρίσκεται ένα ακόμη βαθύτερο μυστήριο. Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να γεμίσει ολόκληρη την καρδιά ενός άλλου ανθρώπου. Η καρδιά έχει μια δίψα τόσο μεγάλη, ώστε αν τη φορτώσουμε ολόκληρη στον άνθρωπό μας, στο τέλος θα τον συντρίψουμε. Θα του ζητάμε να μας καταλαβαίνει πάντοτε, να θεραπεύει κάθε μοναξιά και να γεμίζει κάθε έλλειψη. Και κάποτε θα θυμώσουμε μαζί του επειδή δεν μπόρεσε να κάνει εκείνο που μόνο ο Θεός μπορεί να κάνει. Η ανθρώπινη καρδιά είναι κτιστή και όμως διψά για το Άκτιστο. Είναι πεπερασμένη και όμως η επιθυμία της ανοίγεται προς το άπειρο. Γι’ αυτό κανένα κτιστό πρόσωπο δεν μπορεί να γίνει το τέλος ολόκληρης της επιθυμίας μας.

Αν ζητήσεις λοιπόν από έναν άνθρωπο να γίνει Θεός σου, αργά ή γρήγορα θα τον τιμωρήσεις επειδή παρέμεινε άνθρωπος. Αν αφήσεις όμως τον Θεό να είναι Θεός, τότε μπορείς επιτέλους να αφήσεις και τον άνθρωπο να είναι άνθρωπος. Να έχει αδυναμίες, αντιφάσεις, παρελθόν, σιωπές και περιοχές της ψυχής του που δεν θα σου παραδοθούν ποτέ ολοκληρωτικά. Και τότε μπορείς να τον αγαπήσεις περισσότερο, επειδή δεν χρειάζεται πλέον να σε σώσει. Η σχέση παύει να είναι απαίτηση σωτηρίας και μπορεί να γίνει κοινωνία.

Κοιτάξτε τώρα πώς αγαπά ο Χριστός. «Ἰδοὺ ἕστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω». Στέκεται και χτυπά. Δεν σπάει την πόρτα. Ο Παντοδύναμος Θεός σταματά μπροστά στην ελευθερία του ανθρώπου. Μπορεί να δημιουργήσει κόσμους, αλλά δεν κατασκευάζει με τη βία ένα «σ’ αγαπώ». Γιατί το «σ’ αγαπώ» που επιβλήθηκε δεν είναι αγάπη. Εδώ μπορούμε να μιλήσουμε για μια ελευθερωτική αγάπη. Όχι για μια αγάπη που έρχεται να ελευθερώσει τον άλλον σαν να είμαστε εμείς οι σωτήρες του. Για μια αγάπη που δημιουργεί χώρο ελευθερίας γύρω από εκείνον που αγαπά. Όσο περισσότερο σε αγαπώ, τόσο περισσότερο χώρο πρέπει να δημιουργώ για να μπορείς να υπάρχεις ενώπιόν μου ως άλλος.

Αλλά η χριστιανική αγάπη προχωρεί ακόμη βαθύτερα. Δεν σου επιτρέπει μόνο να είσαι άλλος. Σου επιτρέπει να γίνεις άλλος. Και εδώ θα τολμούσα να τη χαρακτηρίσω αναστάσιμη αγάπη. Η ελευθερωτική αγάπη σου αφήνει χώρο να είσαι άλλος. Η αναστάσιμη αγάπη σου αφήνει χώρο να γίνεις άλλος. Δεν σε φυλακίζει σε εκείνον που γνώρισα χθες, ούτε σε καταδικάζει να επαναλαμβάνεις αιώνια τα λάθη που έκανες. Δεν σου λέει «εγώ σε ξέρω». Γιατί καμιά φορά αυτή η φράση γίνεται ένας μικρός τάφος που κατασκευάζουμε για τον άλλον. Τον κλείνουμε μέσα στο παρελθόν του και δεν του επιτρέπουμε να μας εκπλήξει.

Κοιτάξτε τον Πέτρο. Ο Χριστός γνωρίζει την άρνησή του και όμως δεν ταυτίζει τον Πέτρο με την άρνηση. Μετά την Ανάσταση δεν του λέει «εγώ ήξερα τι άνθρωπος είσαι». Τον ρωτά «Σίμων Ἰωνᾶ, ἀγαπᾷς με;». Και ύστερα πάλι «ἀγαπᾷς με;». Και πάλι. Δεν του ζητά να αλλάξει το παρελθόν, γιατί το παρελθόν δεν αλλάζει. Του ανοίγει μέλλον. Μέσα στον άνθρωπο που είπε «οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον» βλέπει ήδη εκείνον που μπορεί να ακούσει «βόσκε τὰ πρόβατά μου». Αυτό είναι φοβερό πράγμα. Ο Χριστός δεν αρνείται την πτώση, αλλά αρνείται να της παραχωρήσει την τελευταία λέξη πάνω στο πρόσωπο.

Αγαπώ χριστιανικά σημαίνει ότι δεν σε καταδικάζω να παραμείνεις εκείνος που γνώρισα. Σου αφήνω χώρο να μετανοήσεις, να αλλάξεις, να με εκπλήξεις, ακόμη και να γίνεις κάποιος που σήμερα δεν μπορώ να φανταστώ. Αυτό είναι η αναστάσιμη αγάπη. Δεν αγαπά μόνο αυτό που είσαι. Αγαπά και εκείνον που ακόμη δεν έχεις γίνει. Και δεν σημαίνει ότι φαντάζεται έναν καλύτερο άνθρωπο στη θέση σου. Σημαίνει ότι αρνείται να ταυτίσει οριστικά το πρόσωπό σου με την πτώση σου. Γιατί η αμαρτία θέλει να μας πείσει ότι το λάθος έγινε ταυτότητα. Η Ανάσταση αρνείται αυτή την τελεία.

Και εδώ η αγάπη γίνεται κενωτική. Δεν εξαφανίζομαι για χάρη σου, αλλά παραιτούμαι από την απαίτηση να σε κατέχω και να ορίζω ποιος πρέπει να είσαι. «Ἑαυτὸν ἐκένωσεν μορφὴν δούλου λαβών». Επάνω στον Σταυρό αυτή η αγάπη γίνεται εικόνα. Ο Χριστός δεν κλείνει τα χέρια για να κρατήσει τον κόσμο. Τα ανοίγει. Τα χέρια που αγαπούν πραγματικά δεν σφίγγουν τόσο ώστε να πνίξουν. Ανοίγουν τόσο ώστε ο άλλος να μπορεί να σταθεί μέσα στην αγάπη χωρίς να πάψει να είναι ελεύθερος. Ο Σταυρός δεν είναι η θεοποίηση του πόνου. Είναι η άρνηση της αγάπης να μετατραπεί σε κυριαρχία.

Ίσως λοιπόν το μεγάλο πρόβλημα της εποχής μας δεν είναι ότι οι άνθρωποι έπαψαν να θέλουν την αγάπη. Τη θέλουν πολύ. Τη λαχταρούν, την αναζητούν και πονάνε όταν δεν τη βρίσκουν. Εκείνο που δυσκολευόμαστε να αντέξουμε είναι η μετακίνηση που απαιτεί από το «εγώ» προς το «εσύ». Γιατί το «εσύ» είναι φοβερή λέξη. Σημαίνει ότι απέναντί μου βρίσκεται μια ύπαρξη που δεν δημιουργήθηκε για να υπηρετεί τη δική μου ευτυχία. Η αμαρτία τραβά τα πάντα προς το εγώ. Η αγάπη κάνει την αντίθετη κίνηση. Δεν εξαφανίζει το εγώ. Το ανοίγει. Το θεραπεύει από την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να γίνει ολόκληρος κόσμος μόνο του.

Αυτό είναι και το μεγάλο μυστήριο της Εκκλησίας. Ο Θεός που αποκαλύπτεται στον άνθρωπο δεν είναι αιώνια μοναξιά, αλλά Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα. Η θεία ζωή φανερώνεται ως κοινωνία αγάπης χωρίς σύγχυση των Προσώπων. Ο Πατήρ δεν γίνεται Υιός και ο Υιός δεν χάνεται μέσα στον Πατέρα. Η ενότητα δεν καταργεί την ετερότητα και η ετερότητα δεν διαλύει την κοινωνία. Αυτό είναι μεγάλο μάθημα και για τη δική μας αγάπη. Να κοινωνήσουμε χωρίς να συγχωνευθούμε. Να πλησιάσουμε χωρίς να καταργήσουμε. Να γίνουμε ένα χωρίς να απαιτούμε να γίνουμε ίδιοι. Γιατί η χριστιανική ενότητα δεν είναι απορρόφηση. Είναι κοινωνία προσώπων.

Και τότε καταλαβαίνουμε ότι η αγάπη δεν είναι απλώς ένα συναίσθημα που προστίθεται στη ζωή μας. Είναι τρόπος υπάρξεως. Αγαπώ όταν αρχίζω να μαθαίνω ότι η ζωή μου δεν μου δόθηκε για να επιστρέφει συνεχώς στον εαυτό μου. Ο άλλος γίνεται έξοδος από την κλειστότητα του εγώ, αλλά δεν γίνεται είδωλο που παίρνει τη θέση του Θεού. Και ο Θεός δεν έρχεται να μικρύνει την ανθρώπινη αγάπη. Έρχεται να την καθαρίσει για να μπορέσουμε να αγαπήσουμε περισσότερο. Να αγαπήσουμε τον άνθρωπο χωρίς να τον θεοποιούμε και τον Θεό χωρίς να παρακάμπτουμε τον άνθρωπο.

Βρε παιδιά, μπορεί λοιπόν να περάσουμε ολόκληρη τη ζωή μας ρωτώντας «ποιος θα με αγαπήσει;». Ποιος θα με καταλάβει, ποιος θα μείνει και ποιος δεν θα με απογοητεύσει. Και μπορεί κάποτε να ανακαλύψουμε ότι θέταμε το ερώτημα ανάποδα. Το μεγάλο ερώτημα δεν είναι μόνο αν βρήκαμε τον άνθρωπο που μπορεί να μας αγαπήσει. Είναι αν η καρδιά μας έγινε τόπος όπου ένας άλλος άνθρωπος μπορεί να αναπαυθεί χωρίς να φυλακιστεί. Αν μπορεί να σταθεί δίπλα μας χωρίς να του λέμε κρυφά «γίνε αυτό που χρειάζομαι». Και ακόμη περισσότερο, αν μπορεί δίπλα μας να αλλάξει χωρίς να φοβάται ότι θα πάψουμε να τον αγαπάμε επειδή έπαψε να είναι εκείνος που γνωρίσαμε.

Γιατί πολλές φορές λέμε «σε ξέρω» και νομίζουμε ότι αυτό είναι οικειότητα. Μπορεί όμως να είναι και μια μικρή καταδίκη. Σε ξέρω, άρα δεν περιμένω τίποτε καινούργιο από σένα. Ξέρω τις αδυναμίες σου, τις πτώσεις σου και τα λάθη σου, άρα ξέρω και ποιος θα είσαι αύριο. Μα ο Θεός δεν γνωρίζει έτσι τον άνθρωπο. Τον γνωρίζει ολόκληρο και όμως δεν τον φυλακίζει ούτε μέσα στην ίδια Του την παντογνωσία. Ο Θεός γνωρίζει τα πάντα για σένα και όμως εξακολουθεί να περιμένει από σένα το καινούργιο. Αυτό είναι ελπίδα.

Και κοιτάξτε τώρα τον Λάζαρο. Όλοι βλέπουν έναν νεκρό. Η Μάρθα λέει «Κύριε, ἤδη ὄζει, τεταρταῖος γάρ ἐστι». Η πραγματικότητα δεν ωραιοποιείται. Ο θάνατος είναι θάνατος και ο τάφος είναι τάφος. Ο Χριστός όμως δεν στέκεται έξω από τον τάφο για να εξηγήσει στον Λάζαρο γιατί πέθανε. Δεν κάνει θεωρία περί θανάτου. Φωνάζει το όνομά του. «Λάζαρε, δεῦρο ἔξω».

Αυτό θα έλεγα αναστάσιμη αγάπη.

Αναστάσιμη είναι η αγάπη που, όταν όλοι βλέπουν τον τάφο σου, εξακολουθεί να σε φωνάζει με το όνομά σου.

Δεν αρνείται την πτώση σου. Δεν βαφτίζει το σκοτάδι φως. Δεν λέει ότι δεν πλήγωσες, δεν πρόδωσες ή δεν απέτυχες. Αρνείται όμως να δεχθεί ότι η πτώση σου απέκτησε το δικαίωμα να σου δώσει το τελευταίο όνομα. Γιατί ο άνθρωπος είναι πάντοτε μεγαλύτερος από τη χειρότερη στιγμή του, όχι από μόνος του, αλλά επειδή η Χάρη μπορεί ακόμη να εργαστεί μέσα του. Η αμαρτία κοιτάζει το παρελθόν και λέει «τελείωσες». Η αγάπη κοιτάζει το πρόσωπο και περιμένει. Η Ανάσταση ανοίγει τον τάφο.

Αυτό είναι λοιπόν ένα από τα μεγαλύτερα δώρα που μπορεί να προσφέρει ένας άνθρωπος σε έναν άλλον. Όχι να τον σώσει, γιατί Σωτήρας είναι ένας. Να μην εμποδίσει όμως την ανάστασή του. Να μην αγαπήσει τόσο πολύ την παλιά εικόνα του, ώστε να φοβηθεί τον καινούργιο άνθρωπο που γεννιέται μπροστά του. Η ελευθερωτική αγάπη σου αφήνει χώρο να είσαι άλλος. Η αναστάσιμη αγάπη σου αφήνει χώρο να γίνεις άλλος.

Και τότε το «σ’ αγαπώ» παύει να σημαίνει «μείνε όπως σε γνώρισα για να μπορώ να σε αναγνωρίζω». Γίνεται κάτι πολύ δυσκολότερο. «Δεν είσαι δικός μου. Είσαι του Θεού. Και γι’ αυτό δεν θα σε κρατήσω ούτε μέσα στην εικόνα που έχω για σένα». Γιατί ο Χριστός δεν αγαπά τον άνθρωπο μόνο μέχρι εκεί που έφθασε. Τον αγαπά μέχρι εκεί που ακόμη δεν έφθασε.

Αυτή, βρε παιδιά, είναι η αναστάσιμη αγάπη.

Η αμαρτία λέει «αυτό είσαι».

Η Ανάσταση λέει «δεν τελείωσες ακόμη».

Και ο Χριστός λέει:

«Λάζαρε, δεῦρο ἔξω».»

 

 

 

(Πηγή: Manos Lambrakis [1])

Κοινοποίηση:
[2] [3]