- Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ - https://alopsis.gr -

Για την μετάνοια († Αρχ. Βασίλειος Γοντικάκης, Προηγούμενος Ιεράς Μονής Ιβήρων Αγίου Όρους)

Εκτενές απόσπασμα από ομιλία του μακαριστού γέροντα, που πραγματοποιήθηκε στη Λάρισα στις 26/3/2000

Τὸ με­γά­λο γε­γο­νὸς εἶ­ναι ἡ Ἐκ­κ­λη­σί­α. Τὸ με­γά­λο γε­γο­νὸς εἶ­ναι ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κ­λη­σί­α. Με­γά­λο γε­γο­νὸς εἶ­ναι ἡ Με­γά­λη Σαρακο­στή, ποὺ εἶ­ναι πε­ρί­ο­δος τῆς με­τα­νοί­ας. Καὶ με­γά­λο γε­γο­νὸς εἶ­ναι ἡ κοι­νω­νί­α τῶν Ἁ­γί­ων. Καὶ ὅ­πως ἀ­κού­σα­με στὸ Συνο­δι­κὸ τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, πολ­λὲς φο­ρὲς ἀ­να­φέ­ρε­ται ἡ φρά­σις ὅ­τι ζοῦ­με καὶ ρυ­θμί­ζου­με τὰ πά­ντα “κα­τὰ τὰς θε­ο­πνεύ­στους θε­ο­λο­γί­ας τῶν Ἁ­γί­ων καὶ τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας τὸ εὐ­σε­βὲς φρό­νη­μα“.

Σή­με­ρα θὰ ἤ­θε­λα νὰ δι­α­βά­ζα­με μι­ὰ ὁ­μι­λί­α πε­ρὶ με­τα­νοί­ας τοῦ ἁ­γί­ου Συ­με­ὼν τοῦ Νέ­ου Θε­ο­λό­γου [1][1] [2]. Ἐ­πει­δὴ εἶ­ναι με­γά­λη, θὰ σᾶς τὴν πῶ ἐ­γὼ προ­φο­ρι­κὰ δι­’ ὀ­λί­γων.

Εἶ­ναι μι­ὰ ὁ­μι­λί­α ἡ ὁ­ποί­α, γι­ὰ μέ­να, ἀ­να­κε­φα­λαι­ώ­νει ὅ­λο τὸ μυ­στή­ρι­ο τῆς θε­ο­λο­γί­ας καὶ τῆς ζω­ῆς μας. Εἶ­ναι μι­ὰ ὁ­μι­λί­α ἡ ὁ­ποί­α, ὅ­πως λέ­ει ὁ ἴ­δι­ος, εἶ­ναι κά­τι τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­ζη­σε καὶ με­τὰ γρά­φτη­κε. Εἶ­ναι μι­ὰ ὁ­μι­λί­α ποὺ πα­ρου­σι­ά­ζει τὸ πά­θος καὶ τὸν πό­νο τῆς Με­γά­λης Πα­ρα­σκευ­ῆς καὶ τὴ χα­ρὰ τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως, τὸν πό­νο καὶ τὸ πέν­θος τῆς με­τα­νοί­ας καὶ τὴν ἀ­γαλ­λί­α­σι ποὺ δέ­χε­ται με­τὰ ὁ ἄν­θρω­πος.

Ἀ­να­φέ­ρει καὶ λέ­ει γι­ὰ κά­ποι­ον ἄν­θρω­πο ὁ ὁ­ποῖ­ος πά­ρα πο­λὺ πο­νᾶ. Πά­ρα πο­λὺ ἔ­χει ἁ­μαρ­τή­σει, καὶ ἡ ἁ­μαρ­τί­α αὐ­τὴ τοῦ τρώ­ει τὰ σω­θι­κά. Ὁ πό­νος εἶ­ναι ὑ­περ­βο­λι­κός, ἀ­νυ­πό­φο­ρος. Καὶ λέ­ει: Ὅ­πως ὁ Ἰ­ὼβ ἤ­τα­νε πλη­γω­μέ­νος καί, γιὰ νὰ πα­ρη­γο­ρη­θῆ ἀ­πὸ τὸν πό­νο, κα­τέ­ξεε τὶς πλη­γές του, ἔ­τσι κι αὐ­τὸς ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι πλη­γω­μέ­νος καὶ ξύ­νει τὶς πλη­γές του μὲ τὰ νύ­χι­α του. Ἀλ­λὰ λέ­ει ὅ­τι ὁ Ἰ­ὼβ εἶ­χε κα­θα­ρὴ τὴν καρ­δι­ά του καὶ τὴν ψυ­χή του. Ἐ­νῶ μι­λά­ει γι­’ αὐ­τὸν τὸν ἄν­θρω­πο, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε πλη­γω­μέ­νο τὸ σῶ­μα καὶ τὴν ψυ­χή.

Μι­λά­ει γι­ὰ ἕ­ναν ἄν­θρω­πο πο­νε­μέ­νο, γι­ὰ ἕ­ναν ἄν­θρω­πο ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­χει ἐ­ξου­θε­νω­θῆ, καὶ λέ­ει ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ ἄν­θρω­πος, μὲ τὸν πό­νο αὐ­τὸ τὸν ὑ­πέρ­με­τρο ποὺ ἔ­χει, νοι­ώ­θει ὅ­λους τοὺς ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους σὰν ἁ­γί­ους καὶ κα­θα­ρούς. Δὲν χω­ρί­ζει δί­και­ο ἀ­πὸ ἄ­δι­κο καὶ μα­κα­ρί­ζει ὅ­λους τοὺς ἀν­θρώ­πους, αὐ­τοὺς ποὺ ζοῦν, αὐ­τοὺς ποὺ ἔ­ζη­σαν καὶ αὐ­τοὺς ποὺ θὰ ζή­σουν, γι­α­τί, ὅ­πως λέ­ει, αὐ­τοὶ δὲν ἁ­μάρ­τη­σαν, σὰν κι αὐ­τόν, καὶ δὲν ἔ­χουν αὐ­τὸν τὸν πό­νο. Καὶ μα­κα­ρί­ζει ὅ­λα τὰ ζῶ­α, ὅ­λα τὰ ἑρ­πε­τά, γι­α­τὶ καὶ αὐ­τὰ δὲν ἁ­μάρ­τη­σαν. Καὶ λέ­ει ὅ­τι δὲν γυ­ρί­ζει νὰ κοι­τά­ξη αὐ­στη­ρὰ αὐ­τὸν ποὺ τὸν κα­τα­ρᾶ­ται. Καὶ ἀ­πὸ τὸν πο­λύ του πό­νο δὲν ἐν­δι­α­φέ­ρε­ται γι­ὰ τὸ ὅ­τι οἱ ἄν­θρω­ποι παίρ­νουν τὰ ὑ­πάρ­χο­ντά του. Γι­α­τὶ ὁ πό­νος ἔ­χει κα­τα­σπα­ρά­ξει μέ­σα του τὰ σω­θι­κά. Καὶ λέ­ει πα­ρα­κά­τω ὅ­τι οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ τὸν πλη­σι­ά­ζουν καὶ βλέ­πουν αὐ­τὸν τὸν ἄ­με­τρο πό­νο του δὲν μπο­ροῦν νὰ τὸν πα­ρη­γο­ρή­σουν, τὸν ἐ­γκα­τα­λεί­πουν καὶ φεύ­γουν.

Κι εἶ­ναι ὅ­λη ἡ πε­ρι­γρα­φὴ αὐ­τοῦ τοῦ ἀν­θρώ­που, αὐ­τῆς τῆς σκη­νῆς, σὰν τὴν πε­ρι­γρα­φὴ μι­ᾶς κη­δεί­ας. Ὅ­ταν ἕ­νας δι­κός μας πε­θά­νη, αὐ­τὸ ποὺ μπο­ροῦ­με νὰ κά­νου­με εἶ­ναι νὰ κά­νου­με μι­ὰ εὐ­χή, νὰ βά­λου­με στὸ φέ­ρε­τρο κά­ποι­α λου­λού­δι­α, νὰ κά­νου­με τὴν τα­φή του· καὶ με­τὰ πᾶ­με στὸ σπί­τι μας. Ἔ­τσι πα­ρου­σι­ά­ζε­ται καὶ ἡ ζω­ὴ τοῦ ἀν­θρώ­που αὐ­τοῦ. Λέ­ει, οἱ δι­κοί του καὶ γνω­στοί του, βλέ­πον­τας τὸν ἄ­με­τρο πό­νο του, δὲν μπο­ροῦν νὰ κά­νουν τί­πο­τα καὶ πᾶ­νε στὸ σπί­τι τους, κι αὐ­τὸς μέ­νει μό­νος. Κι ὁ Θε­ός, ἐπειδὴ δὲν ὑ­πο­φέ­ρει νὰ βλέ­πει τὸ πλά­σμα του νὰ βρί­σκε­ται σὲ τέ­τοι­α κα­τά­στα­σι, ἐ­πεμ­βαί­νει κι ἔρχεται καὶ τοῦ δί­νει μι­ὰ πα­ρά­κλη­σι καὶ μι­ὰ πα­ρη­γο­ρι­ά· κι ἀρ­χί­ζει νὰ φω­τί­ζε­ται ἐ­σω­τε­ρι­κά.

Καί, λέ­ει ὁ ἅγιος Συμε­ών, τοῦ δί­δει μι­ὰ μικρὴ χα­ρὰ ἡ ὁ­ποί­α πε­ρι­γε­λᾶ τὸν θά­να­το, ξε­περ­νάει τὸν θά­να­το. Κι ἐ­νῶ ἔ­χει αὐ­τὴ τὴ χα­ρὰ μέ­σα του, ὁ κό­σμος νο­μί­ζει ὅ­τι εἶ­ναι στὴν πρώ­τη κα­τά­στα­σι. Καὶ λέ­νε ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ ἄν­θρω­πος δὲν δο­κί­μα­σε χα­ρὰ στὴ ζω­ή του, ἐ­νῶ αὐ­τὸς ἔ­χει μέ­σα αὐ­τὴ τὴ χα­ρὰ ἡ ὁ­ποί­α ξε­περ­νᾶ τὸν οὐ­ρα­νό. Καὶ λέ­ει: Ἡ χα­ρὰ αὐ­τὴ δὲν ἔ­γι­νε ἀ­πὸ κά­ποι­α πλού­τη πρό­σκαι­ρα, δὲν ἔ­γι­νε ἀ­πὸ ἐ­παί­νους ἀν­θρώ­πων ποὺ ξέ­ρουν νὰ λέ­νε ψέμ­μα­τα. Ἀλ­λὰ αὐ­τὴ ἡ χα­ρὰ ἔ­γι­νε, γεν­νή­θη­κε, ἀ­πὸ τὸν πο­λὺ πό­νο, τὴν πί­κρα, καί, ὅ­πως λέ­ει ἐ­δῶ ἡ με­τά­φρα­σι, καὶ τὸ συ­να­πά­ντη­μα τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Κά­τι τὸ ὁ­ποῖ­ο προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ κά­τι ὑ­λι­κό, μα­ζὶ μὲ τὴν ὕ­λη καὶ τὰ φθαρ­τά, θὰ κα­τα­στρα­φῆ καὶ θὰ χα­θῆ. Ἀλ­λὰ κά­τι ποὺ γεν­νι­έ­ται ἀ­πὸ πο­λὺ πό­νο, μέ­χρι σφα­γμό, κι ἀ­πὸ τὴ χά­ρι τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος δὲν περ­νά­ει. Αὐ­τὸ νι­κά­ει τὸν θά­να­το.

Καὶ ἔ­χει πά­λι τὴν ἴ­δι­α πε­ρι­γρα­φὴ καὶ λέ­ει ὅ­τι εἶ­ναι τό­σο με­γά­λη ἡ χα­ρά του, δὲν τὸ ξέ­ρει κα­νείς, τὸ ζῆ αὐ­τὸς μέ­σα του. Καὶ τό­τε πά­λι δὲν γυ­ρί­ζει νὰ ζη­τή­ση καὶ νὰ πά­ρη τὰ πρά­γμα­τα ποὺ τοῦ πῆ­ραν τὴν πε­ρί­ο­δο τοῦ ὀδυρ­μοῦ καὶ τῆς ὀ­δύ­νης του, γι­α­τὶ αὐ­τὴ ἡ χα­ρὰ τοῦ χα­ρί­ζει μι­ὰ ὑ­γεί­α ποὺ τὸν γε­μί­ζει ἀ­πὸ ἀ­γαλ­λί­α­σι· κι αὐ­τὴ ἡ χα­ρὰ εἶ­ναι μι­ὰ τρο­φὴ ποὺ τὸν κρα­τᾶ στὴ ζω­ή.

Καὶ λέ­ει ὁ ἅγιος Συμε­ὼν ὅ­τι μοι­ά­ζει ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τὸς σὰν κά­ποι­ον ποὺ πί­νει κρα­σὶ γλυ­κὸ μπρο­στὰ στὸν ἥ­λι­ο. Καὶ περ­νοῦν οἱ ἀ­κτῖ­νες τοῦ ἥ­λι­ου καὶ λά­μπου­νε μέ­σ᾿ ἀ­πὸ τὸ γλυ­κὸ κρα­σί· καὶ γεύ­ε­ται αὐ­τὴ τὴ γλύ­κα καὶ εὐ­φραί­νε­ται. Καὶ λέ­ει: Δὲν ξέ­ρω τί νὰ προ­τι­μή­σω, τὴ στίλ­βα, τὴ λάμ­ψι τοῦ ἡ­λί­ου ἤ τὴν γλυ­κύ­τη­τα τοῦ κρα­σι­οῦ; Καὶ ὅ­ταν μὲ ἐλ­κύ­ση ὁ ἥ­λι­ος, τότε θυ­μᾶ­μαι τὴ γλύ­κα τοῦ κρα­σι­οῦ. Κι ὅ­ταν πί­νω αὐ­τὸ τὸ κρα­σί, τὸ ὁποῖο μοῦ δί­νει δύ­να­μι καὶ μὲ κά­νει θε­ὸ κα­τὰ χά­ρι, τό­τε πά­λι σκέ­φτο­μαι τὴ λάμ­ψι τοῦ ἡ­λί­ου. Καὶ δὲν ἔ­χει χορ­τα­σμὸ καὶ δὲν ξε­δι­ψά­ει. Καὶ συ­νέ­χει­α προ­χω­ρεῖ σ’ αὐ­τὴ τὴν κα­τά­στα­σι.

Λέ­ει ὁ ἅγιος Συμε­ὼν, ὅ­πως εἴ­πα­με, ὅ­τι “ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ ζή­σα­με καὶ στὴ συ­νέ­χει­α τὰ βά­λα­με δι­ὰ λό­γου στὸ χαρ­τί, γι­ὰ νὰ μα­κα­ρί­ζε­ται τὸ χέ­ρι μου τὸ ἀ­νά­ξι­ο ποὺ τἄ­γρα­ψε”.

Αὐ­τὸ τώ­ρα ποὔ­θε­λα νὰ πῶ ἐ­γὼ εἶ­ναι τὸ ἑ­ξῆς: Βλέ­πε­τε πῶς γεν­νᾶ­ται ἡ θε­ο­λο­γί­α στὴν Ἐκ­κ­λη­σί­α. Ἡ θε­ο­λο­γί­α δὲν εἶ­ναι νὰ δι­α­βά­σω με­ρι­κὰ πρά­γμα­τα καὶ νὰ τὰ πῶ.

Κά­τι ἄλ­λο: Βλέ­πε­τε πῶς αἰ­σθά­νε­ται ὁ ἅ­γι­ος Συ­με­ὼν ὁ Νέ­ος Θε­ο­λό­γος· δη­λα­δή, μι­ὰ συ­ντρι­βή, ἡ ὁ­ποί­α τὸν δι­α­λύ­ει, καὶ τὸν κά­νει νὰ νοι­ώ­θη χει­ρό­τε­ρος ἀπ᾿ ὅ­λη τὴ δη­μι­ουρ­γί­α καὶ νὰ νοι­ώ­θη ὅ­τι εἶ­ναι ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι ἅ­γι­οι καὶ ὅ­λα τὰ δη­μι­ουρ­γή­μα­τα τοῦ Θε­οῦ κα­λά, καὶ τὰ ζῶ­α καὶ τὰ ἑρ­πε­τά, κι αὐ­τὸς μό­νος ἁ­μάρ­τη­σε τό­σο πο­λύ. Κι αὐ­τὸς δὲν κα­τα­κρί­νει κα­νέ­να. Αὐ­τὸ ποὺ λέ­ει: “Δὲν δι­α­κρί­νει δί­και­ο ἀ­πὸ ἄ­δι­κο, ἀλ­λὰ ὅ­λους τοὺς θε­ω­ρεῖ δι­καί­ους”.

Ὅ­ταν νοι­ώ­ση κα­νεὶς ἔ­τσι, τί γί­νε­ται; Περ­νά­ει στὸ ἄλ­λο μέ­ρος, τοῦ φω­τός. Βλέ­πε­τε, τὰ δύ­ο μέ­ρη, τοῦ πό­νου καὶ τῆς χα­ρᾶς, εἶ­ναι τό­σο ἀ­ντί­θε­τα. Καὶ ταυ­τό­χρο­να αὐ­τὰ τὰ δύ­ο μέ­ρη εἶ­ναι τό­σο σχε­τι­κά. Ἐ­ὰν ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τός, ποὺ πε­ρι­γρά­φει ὁ ἅγιος Συμε­ών, ἄρ­χι­ζε νὰ πα­ρα­πο­νῆ­ται, γι­α­τὶ ἄλ­λοι τοῦ φταῖ­νε, ἄρ­χι­ζε νὰ κρί­νη τοὺς ἄλ­λους, τό­τε ὁ­πωσ­δή­πο­τε δὲν θὰ πή­γαι­νε στὸ δεύ­τε­ρο μέ­ρος.

Ἀλ­λὰ ὅ­ταν κα­νεὶς κα­τα­δι­κά­ζη τὸν ἑ­αυ­τό του, ὅ­ταν ὑ­πο­μέ­νη, τό­τε ἔρ­χε­ται ὁ Θε­ὸς (αὐ­τὴ ἡ ἐ­πί­σκε­ψι, ἡ ἀ­ό­ρα­τη) καὶ κά­νει τὸν ἄν­θρω­πο αὐ­τὸν τό­σο δυ­να­τό. Καὶ λέ­ει ὁ ἅγιος Συμε­ὼν ὅ­τι αὐ­τὸ τὸ φῶς τοῦ ἥ­λι­ου ποὺ ἔρ­χε­ται μέ­σα ἀ­πὸ τὴ λάμ­ψι τοῦ κρα­σι­οῦ – καὶ ἡ λάμ­ψι τοῦ ἥ­λι­ου εἶ­ναι τὸ Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα, ἡ χά­ρις τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, καὶ τὸ γλυ­κὸ κρα­σὶ εἶ­ναι ἡ θεί­α Κοι­νω­νί­α, κα­τὰ τὸν ἅ­γι­ο Συ­με­ὼν- αὐ­τό, σὰν φω­τι­ά, μπαί­νει μέ­σα του καὶ τὸν κά­νει πύ­ρι­νο καὶ γε­μί­ζει τὰ σω­θι­κά, καὶ φεύ­γει ὁ πό­νος, ὅ­πως λέ­ει, καὶ ξερ­νά­ει τὸ φαρ­μά­κι ποὺ εἶ­χε καὶ γί­νε­ται ὅ­λος πῦρ, ὅ­λος φω­τι­ά. Καὶ πά­ει ἡ φω­τι­ὰ στὰ χέ­ρι­α του, στὰ πό­δι­α του καὶ στὰ ὀ­πί­σθι­ά του.

Καὶ ὁ δι­ά­βο­λος, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­μπαί­ζει τὸν κό­σμο καὶ κρα­τά­ει ὅ­λο τὸν κό­σμο, σὰν νὰ κρα­τοῦ­σε κά­ποι­ος ἕ­να λα­βω­μέ­νο σπουρ­γί­τι στὰ χέ­ρι­α του, αὐ­τὸς ὁ δι­ά­βο­λος δὲν μπο­ρεῖ νὰ πλη­σι­ά­ση αὐ­τὸν τὸν ἄν­θρω­πο, τὸν ἐ­λά­χι­στο, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι γε­μᾶ­τος πῦρ ἀ­πὸ τὴ χά­ρι τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Κι αὐ­τὸς ὁ ἄν­θρω­πος μέ­νει ἄ­γνω­στος, κι αὐ­τὸς ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι ὁ θε­ο­λό­γος, κι αὐ­τὸς ὁ ἄν­θρω­πος μπο­ρεῖ νὰ γί­νη ὁ κα­θέ­νας μας. Ὁ­πό­τε, βλέ­πε­τε τί γί­νε­ται στὴν Ἐκ­κ­λη­σί­α: Μᾶς λέ­ει τὴν ἀ­λή­θει­α. Μᾶς σώ­ζει.

Ἐ­ὰν τυ­χὸν ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τός, αὐ­τῆς τῆς ἱ­στο­ρί­ας, δὲν πέρ­να­γε ἐ­κεί­νη τὴ δο­κι­μα­σί­α, τὸν πό­νο, τὴν ἀρ­ρώ­στι­α, τὸν σφα­γμό, τὴν ἀ­πο­ρί­α, τὴν ἐ­ξά­ντλη­σι, τὴν ἐ­γκα­τά­λει­ψι, νὰ μεί­νη μό­νος, νὰ τὸν κα­τα­πι­ῆ ὁ Ἅ­δης ζω­ντα­νό, ὅ­πως λέ­ει, νο­μί­ζω ὅ­τι δὲν θὰ πέρ­να­γε στὴ δεύ­τε­ρη πε­ρί­ο­δο, στὴν πε­ρί­ο­δο τῆς Χά­ρι­τος, ὅ­που γε­μί­ζει ἀ­πὸ φῶς. Καὶ βλέ­πε­τε ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ ἄν­θρω­πος ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ θε­ω­ρῆ­ται ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους σὰν χα­μέ­νος καὶ σὰν πο­νε­μέ­νος, τα­λαί­πω­ρος καὶ ἀ­ξι­ο­δά­κρυ­τος καὶ ἄ­ξι­ος οἰ­κτιρ­μῶν.

Ἀλ­λ’ ὅ­μως, αὐ­τὸς ἔ­χει ἐ­κεί­νη τὴ μι­κρὴ χα­ρὰ ποὺ νι­κᾶ τὸν θά­να­το καὶ δὲν ἔ­χει ἀ­νά­γκη ἀ­πὸ τί­πο­τε. Δὲν ἔ­χει ἀ­νά­γκη οὔ­τε ἀ­πὸ ἐ­παί­νους, οὔ­τε ἀ­πὸ θέ­σεις, οὔ­τε ἀ­πὸ τί­πο­τε κο­σμι­κό.

Ὁ Θε­ὸς ζη­τά­ει ἕ­να πρά­γμα ἀ­πὸ μᾶς: Ζη­τά­ει τὴ με­τά­νοι­α αὐ­τή.

Νὰ σᾶς πῶ κά­τι; Εἶ­ναι με­γά­λο πρά­γμα νὰ μπο­ρῆ κα­νεὶς νὰ πο­νᾶ καὶ νὰ δι­α­λυ­θῆ καὶ νὰ γί­νη στά­χτη. Καὶ κά­πο­τε εἶ­χα δι­α­βά­σει αὐ­τὴ τὴν ὁ­μι­λί­α σὲ κά­ποι­ους ἐ­πι­σκέ­πτες, καὶ δὲν τὴν κα­τά­λα­βαν. Δὲν εἶ­ναι νὰ ξέ­ρης γράμ­μα­τα, ἀλ­λὰ εἶ­ναι νὰ ἔ­χης τὴν εὐ­λο­γί­α ἀπ᾿ τὸν Θε­ὸ νὰ σὲ ἐ­πι­σκε­φθῆ ὁ πό­νος. Πῶς λέ­με στὴ Με­γά­λη Ἑ­βδο­μά­δα γι­ὰ τὸν Κύ­ρι­ο, “ἄν­θρω­πος ἐν πλη­γῇ ὢν καὶ εἰ­δὼς φέ­ρειν μα­λα­κί­αν[2] [3], εἶ­ναι ἄν­θρω­πος πλη­γω­μέ­νος καὶ ξέ­ρει νὰ ὑ­πο­φέ­ρη τὸν πό­νο.

Με­γά­λη εὐ­λο­γί­α ὁ πό­νος, τὴ στι­γμὴ ποὺ ὁ Κύ­ρι­ος δι­ὰ τοῦ Σταυ­ροῦ ἔ­φε­ρε “χα­ρὰ ἐν ὅ­λῳ τῷ κό­σμῳ[3] [4]… Με­γά­λη εὐ­λο­γί­α νὰ εἴ­μα­στε μέ­λη τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κ­λη­σί­ας καὶ νὰ παίρ­νω­με τὴ σω­στὴ ἀ­γω­γή. Με­γά­λη εὐ­λο­γί­α, γι­α­τὶ στὸ τέ­λος ἕ­νας ἄν­θρω­πος σω­στὸς φτά­νει σ’ ἕ­να ση­μεῖ­ο, νὰ ἔ­χη ὑ­γεί­α πνευ­μα­τι­κή. Κι αὐ­τὴ ἡ ὑ­γεί­α φαί­νε­ται, ὅ­πως λέ­ει ὁ Ἀβ­βᾶς Ἰ­σα­άκ, ἀ­πὸ τὸ ὅ­τι ἀ­πο­κτᾶ τὸ δυ­να­τὸ στο­μά­χι ποὺ χω­νεύ­ει κά­θε τρο­φή[4] [5]. Καὶ ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τός, ποὺ ἔ­χει αὐ­τὴ τὴν ὑ­γεί­α, δὲν ἔ­χει κα­νέ­να πα­ρά­πο­νο πρὸς οὐ­δὲ ἕ­να, ἀλ­λὰ εἶ­ναι εὐ­γνώ­μων πρὸς ὅ­λους. Καὶ πι­ὸ πο­λύ εἶ­ναι εὐ­γνώ­μων πρὸς ἐ­κεῖ­να τὰ πρό­σω­πα ἢ πρὸς ἐ­κεῖ­να τὰ γε­γο­νό­τα τὰ ὁ­ποῖ­α τὸν πί­κρα­ναν, τὰ ὁ­ποῖ­α τὸν δι­έ­λυ­σαν, τὰ ὁ­ποῖ­α, ἂν θέ­λε­τε, τὸν πα­λά­βω­σαν. Κι ὅ­μως, αὐ­τὸς δὲν δι­α­λύ­θη­κε, δὲν πα­λά­βω­σε, δὲν πέ­θα­νε· γι­α­τὶ εἶ­πε ὅ­τι “καὶ δι­α­λυ­μέ­νος καὶ νε­κρός, ἐ­γὼ μέ­νω ἐ­δῶ καὶ πε­ρι­μέ­νω”. Καὶ ἡ ἐ­πί­σκε­ψις ἔρ­χε­ται.

Κι ἂν τυ­χὸν δὲν ὑ­πῆρ­χαν αὐ­τὲς οἱ δο­κι­μα­σί­ες, ἴ­σως νὰ μὴ γι­νό­τα­νε ὅ­λη ἡ ὕ­παρ­ξί μας αὐ­τὴ ἡ κραυ­γή, ἕ­να “Κύ­ρι­ε ἐ­λέ­η­σον”, κι ἴ­σως δὲν θὰ δε­χό­μα­σταν αὐ­τὴ τὴν ἐ­πί­σκε­ψι.

Ἀ­να­παύ­ο­μαι στὴν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κ­λη­σί­α, γι­α­τὶ ξέ­ρε­τε τί γί­νε­ται; Ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται ὅ­τι με­γά­λοι εἶ­ναι οἱ μι­κροί, εἶ­ναι οἱ τα­πει­νοί, εἶ­ναι οἱ ἀ­νώ­νυ­μοι, εἶ­ναι οἱ δι­α­λυ­μέ­νοι. Με­γά­λοι δὲν εἶ­ναι αὐ­τοὶ ποὺ κά­νουν θό­ρυ­βο. Με­γά­λοι δὲν εἶ­ναι αὐ­τοὶ ποὺ ἔ­χουν με­γά­λες θέ­σεις. Ἀλ­λὰ με­γά­λοι εἶ­ναι οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ ἔ­χουν τὴν πνο­ὴ τοῦ Θε­οῦ μέ­σα τους – καὶ ὅ­λοι τὴν ἔ­χο­με – καὶ ἀ­νέ­χο­νται καὶ συγ­χω­ροῦν καὶ δὲν αἰ­τι­ῶ­νται κα­νέ­να γι­ὰ τί­πο­τα καὶ δὲν ἔ­χουν κα­νέ­να πα­ρά­πο­νο. Ἔ­τσι, μιὰ στι­γμὴ αὐ­τοὶ οἱ ἄν­θρω­ποι δι­ὰ τῆς τα­πει­νώ­σε­ως γί­νο­νται κα­τὰ χά­ριν χώ­ρα τοῦ Ἀ­χω­ρή­του.

Θυ­μᾶ­μαι μι­ὰ πα­λι­ὰ γρι­ά, Μι­κρα­σι­ά­τισ­σα, ποὺ τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ ποὺ δὲν ὑ­πῆρ­χαν πλυ­ντή­ρι­α, ἔ­πλε­νε τὰ ροῦ­χα στὸ σπί­τι μας. Κι ὅ­ταν πι­ὰ γέ­ρα­σε πο­λύ, δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὰ πλέ­νη. Κι ὅ­ταν ἐρ­χό­ταν στὸ σπί­τι, πή­γαι­νε ἀ­πὸ τὸ αὐ­λι­δά­κι στὴν κου­ζί­να, γι­α­τὶ δὲν ἤ­θε­λε νὰ πά­η στὸ σα­λό­νι. Κι ἐ­μεῖς, τὰ μι­κρὰ παι­δι­ά, πη­γαί­να­με καὶ τῆς φι­λά­γα­με τὸ χέ­ρι, γι­α­τὶ τὴ συ­μπα­θού­σα­με, ὅ­πως συ­μπα­θεῖ κα­νεὶς ἕ­να μι­κρὸ που­λὶ πλη­γω­μέ­νο. Πέ­ρα­σαν τὰ χρό­νι­α, καὶ ἡ κυ­ρα-Ζα­χα­ρέ­νι­α αὐ­τὴ μέ­νει μέ­σα μου, σὰν με­γά­λο πα­ρά­δει­γμα. Σὲ μι­ὰ συ­ζή­τη­σι εἶ­χε πῆ… (Αὐ­τὴ ἦ­ταν μό­νη. Αὐ­τὴ δὲν εἶ­χε συγ­γε­νεῖς, δὲν εἶ­χε σπί­τι, δὲν εἶ­χε πε­ρι­ου­σί­α κι ἔ­με­νε σὲ μι­ὰ τρύ­πα, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ τεί­χη τοῦ Ἡ­ρα­κλεί­ου). Μι­ὰ φο­ρὰ στὴ συ­ζή­τη­σι εἶ­χε πῆ: “Ἄν­θρω­πο μέ ᾿­παν καὶ μέ­να”. Αὐ­τὸ ποὺ εἶ­χε ἦ­ταν ἕ­να πρά­γμα, ὅ­τι ἦ­ταν ἄν­θρω­πος. Τί­πο­τε ἄλ­λο.

Ἀλ­λ᾿ αὐ­τή, ὅ­μως, εἶ­χε δε­χθῆ τὴ Χά­ρι, καὶ αὐ­τὴ ἡ Χά­ρις, σὰν ἀ­νά­παυ­σις, με­τα­δί­δε­ται στὸν ἄλ­λο. Κι αὐ­τὸ ποὺ ἔ­χο­με ἀ­νά­γκη εἶ­ναι ἡ Χά­ρις· κι αὐ­τὴ ἡ χα­ρὰ ποὺ πε­ρι­γε­λᾶ τὸν θά­να­το, ξε­περ­νᾶ τὸν θά­να­το. Κι ἂν θέ­λε­τε, τὸ Ἅ­γι­ο Ὄ­ρος, εἶ­ναι Ἅ­γι­ο Ὄ­ρος, γι­α­τὶ ἔ­χει κά­ποι­ους τέ­τοι­ους χα­μέ­νους, ἁ­πλοὺς καὶ ἀ­γνώ­στους.

Ὁ ἅ­γι­ος Ἰ­γνά­τι­ος ὁ Θε­ο­φό­ρος λέ­ει: “Οὐ­δὲν φαι­νό­με­νον καλόν[5] [6]. Κι ἐ­γώ, ποὺ φαί­νο­μαι κι εἶ­μαι γνω­στὸς καί, ὅ­πως εἶ­πε ὁ Σε­βα­σμι­ώ­τα­τος, εἶ­μαι με­γά­λος, ση­μαί­νει ὅ­τι εἶ­μαι τί­πο­τα. Οἱ με­γά­λοι εἶ­ναι οἱ δι­α­λυ­μέ­νοι, εἶ­ναι οἱ ἀ­νύ­παρ­κτοι. Λέ­ει ὁ ἅ­γι­ος Ἰ­σα­ὰκ ὁ Σῦ­ρος ὅ­τι ὁ τα­πει­νὸς ἄν­θρω­πος εἶ­ναι ὡς “ἄν­θρω­πος μὴ ἐλ­θὼν εἰς τὸ εἶ­ναι[6] [7], εἶ­ναι σὰν ἄν­θρω­πος ἀ­νύ­παρ­κτος. Ὄ­χι ἀ­νύ­παρ­κτος μό­νο, ἀλ­λὰ ἄν­θρω­πος ποὺ δὲν ὑ­πῆρ­ξε πο­τέ.

Κι ὅ­ταν ἀ­πο­δέ­χε­σαι μὲ καρ­τε­ρί­α αὐ­τὴ τὴν τα­πεί­νω­σι καὶ δὲν ἔ­χης κα­μι­ὰ ἰ­δέ­α γι­ὰ τὸν ἑ­αυ­τό σου, τό­τε γί­νε­σαι ἅ­ξι­ος καὶ “σκεῦ­ος ἐ­κλο­γῆς[7] [8], γι­ὰ νὰ χω­ρέ­σης τὴ χά­ρι τοῦ Πνεύ­μα­τος καὶ νὰ μὴ μο­λύ­νης αὐ­τὴ τὴ χά­ρι καὶ νὰ μὴν πά­ρη ἀ­έ­ρα τὸ μυ­α­λό σου.

Ὁ­πό­τε, με­γά­λο γε­γο­νὸς ὅ­τι εἴ­μα­στε ἄν­θρω­ποι. Με­γά­λο γε­γο­νὸς ὅ­τι εἴ­μα­στε Ὀρ­θό­δο­ξοι. Με­γά­λο γε­γο­νὸς ὅ­τι βρι­σκό­μα­στε σή­με­ρα στὴν ἐκ­κ­λη­σί­α μέ­σα. Καὶ με­γά­λο γε­γο­νὸς εἶ­ναι νὰ κά­νου­με ὑ­πο­μο­νή.

Τώ­ρα λέ­ω τὸ ἑ­ξῆς: Ὁ ἅ­γι­ος Συ­με­ὼν εἶ­πε ὅ­τι πέ­ρα­σε αὐ­τὴ τὴ δο­κι­μα­σί­α, καὶ τὸ κεί­με­νο αὐ­τὸ δὲν εἶ­ναι ἕ­να ἀ­πο­τέ­λε­σμα κά­ποι­ων στο­χα­σμῶν, ἀλ­λὰ εἶ­ναι ἕ­να ἀρ­τε­σι­α­νὸ φρέ­αρ, εἶ­ναι μι­ὰ πη­γὴ ποὺ πή­δη­σε ἀ­πὸ μέ­σα του μό­νη της, κι αὐ­τὸς ἔ­δω­σε τὸ χέ­ρι του καὶ τὄ­γρα­ψε· γι­α­τὶ πέ­ρα­σε τὸν πό­νο κι ἔ­φτα­σε στὴν ἀ­γαλ­λί­α­σι.

Τὸ με­γά­λο πρά­γμα εἶ­ναι ὅ­τι εἴ­μα­στε ἄν­θρω­ποι. Καὶ τὸ ἄλ­λο με­γά­λο πρά­γμα ξέ­ρε­τε ποι­ὸ εἶ­ναι; Εἶ­ναι ὅ­τι ἔ­χου­με πό­νους. Ἔ­χου­με προ­βλή­μα­τα, προ­βλή­μα­τα ποὺ μᾶς ξε­περ­νοῦν, προ­βλή­μα­τα προ­σω­πι­κά, προ­βλή­μα­τα μὲ τὸ σπί­τι, προ­βλή­μα­τα μὲ τὴ συμ­βί­ω­σι. Μι­ὰ στι­γμὴ βλέ­πεις ὅ­τι μπο­ρεῖ τὸν ἄλ­λο … λέ­ει τὸ Γε­ρο­ντι­κό, τὸν γέ­ρο­ντά σου θὰ τὸν βλέ­πης κά­πο­τε σὰν ἄγ­γε­λο καὶ θἄρ­θη και­ρὸς ποὺ θὰ τὸν δῆς σὰν δι­ά­βο­λο. Καὶ δὲν εἶ­ναι οὔ­τε ἄν­θρω­πος, οὔ­τε δι­ά­βο­λος. Εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ εἶ­ναι.

Καὶ μέ­σα στὸ σπί­τι πολ­λὲς φο­ρὲς ἔρ­χε­ται πει­ρα­σμός, καὶ δη­μι­ουρ­γοῦ­νται τέ­τοι­ες συγ­χύ­σεις, τέ­τοι­α μπλε­ξί­μα­τα, ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὰ λύ­ση κα­νείς. Λέ­με: Ὁ Γόρ­δι­ος δε­σμὸς δὲν λύ­νε­ται, ἀλ­λὰ κό­βε­ται. Τὸ θέ­μα εἶ­ναι νἄ­χου­με τὴ στά­σι τοῦ ἀν­θρώ­που αὐ­τοῦ γι­ὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο μι­λά­ει ὁ ἅ­γι­ος Συ­με­ών. Ἂν μπο­ρῆ, νὰ πῆ κα­νείς: “Κλεί­νω τὸν δι­α­κό­πτη τῆς λο­γι­κῆς. Δὲν κα­τα­κρί­νω κα­νέ­να. Τὰ ἀ­νέ­χο­μαι ὅ­λα”.

Γι­α­τί; Γι­α­τὶ ὑ­πάρ­χει Αὐ­τὸς ποὺ εἶ­ναι “ὁ ῥα­πι­σθεὶς ὑ­πὲρ γέ­νους ἀν­θρώ­πων καὶ μὴ ὀρ­γι­σθείς[8] [9]. Γι­α­τὶ εἶ­ναι Αὐ­τὸς ὁ ἀρ­χη­γὸς τῆς πί­στε­ως μας, ὁ ὁ­ποῖ­ος δέ­χτη­κε νὰ ἐ­μπτυ­σθῆ, νὰ ὑ­βρι­σθῆ, νὰ κο­λα­φι­σθῆ, νὰ σταυ­ρω­θῆ, καὶ πα­ρα­κα­λεῖ τὸν Πα­τέ­ρα Του λέ­γο­ντας: “Πά­τερ ἀ­νά­στη­σον με καὶ ἀ­ντα­πο­δώ­σω αὐ­τοῖς[9] [10], ἀ­νά­στη­σέ με, καὶ θὰ τοὺς τὸ ἀ­ντα­πο­δώ­σω. Τί; Θὰ τοὺς δώ­σω ζω­ὴ καὶ αἰ­ω­νι­ό­τη­τα, ἄ­σχε­τα ἂν αὐ­τοὶ μὲ κα­τε­δί­κα­σαν σὲ θά­να­το. Ὁ­πό­τε, ἐ­πει­δὴ ὑ­πάρ­χει αὐ­τὸς ὁ ἀρ­χη­γὸς τῆς πί­στε­ως, σχί­ζε­ται τὸ κα­τα­πέ­τα­σμα τῆς φθο­ρᾶς. Δὲν ὑ­πάρ­χει “τὸ ὀ­δό­ντα ἀ­ντὶ ὀ­δό­ντος[10] [11], δὲν βγαί­νει τί­πο­τα μὲ τὴ δι­α­μά­χη. Ἀ­νοί­γουν ὅ­λες οἱ πόρ­τες μὲ τὴν ἀ­νο­χὴ καὶ μὲ τὴ συγ­χώ­ρη­σι.

Κι ἐ­γὼ λέ­ω τὸ ἑ­ξῆς: Ξέ­ρε­τε, ἐ­πει­δὴ εἴ­μα­στε καὶ στὸ Ὄ­ρος καὶ στὴν Πα­ν­αγί­α τὴν Πορ­ταΐ­τισ­σα, γρά­φει ὁ κό­σμος τὸν πό­νο του. Καὶ λέ­ω τὸ ἑ­ξῆς: Ἐ­ὰν δὲν ὑ­πῆρ­χε Θε­ός, αὐ­τὸς ὁ Θε­ὸς ὅ­πως γνω­ρί­ζε­ται στὴν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κ­λη­σί­α, ἔ­πρε­πε ὅ­λοι νὰ πᾶ­με νὰ πέ­σου­με στὴ θά­λασ­σα. Ἀλ­λὰ ἐ­πει­δὴ ὑ­πάρ­χει, δὲν πέ­φτου­με. Καὶ μα­κά­ρι­οι εἶ­ναι οἱ πο­νε­μέ­νοι, μα­κά­ρι­οι εἶ­ναι οἱ κλα­μέ­νοι, μα­κά­ρι­οι εἶ­ναι οἱ πεν­θοῦ­ντες, καὶ μπο­ροῦ­με νὰ πε­ρι­μέ­νω­με. Κι αὐ­τὸ ποὺ χρει­ά­ζε­ται, εἶ­ναι νὰ ἡ­συ­χά­σω­με. Καὶ μι­ὰ στι­γμὴ γί­νε­ται αὐ­τὸ ποὺ ἔ­γι­νε ἐ­δῶ, ἔρ­χε­ται αὐ­τὴ ἡ ἀ­γαλ­λί­α­σις.

Αὐ­τὸ ποὺ συμ­βαί­νει στὴν πα­ρά­δο­σί μας, στὴν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κ­λη­σί­α, δὲν συμ­βαί­νει ἀλ­λοῦ.

 

________________

[1] [12] Κατήχησις κγ΄, S. C. 113, 12-…

[2] [13] Ἠσ. 53, 3.

[3] [14]Πεντηκοστάριον, Ἀπόδειπνον τῆς Διακαινησίμου.

[4] [15]Βλ. Λόγοι ἀσκητικοί (ἔκδ. Μ. Πιράρ), Ἅγιον Ὄρος 2012, Λόγος γ΄, σ. 247.

[5] [16] Πρὸς Ρωμαίους 3, 3.

[6] [17] Πρβλ. ὅ. π., Λόγος ξβ΄, σ. 744.

[7] [18] Πράξ. 9, 15.

[8] [19]Πεντηκοστάριον, Ὄρθρος Μεγάλης Πέμπτης, Τροπάριον τῆς Προφητείας.

[9] [20] Ψαλμ. 40, 11.

[10] [21] Δευτ. 19, 21.

Κοινοποίηση:
[22] [23]