Τον πρόσεξα από την πρώτη μέρα που κατέβηκα σ’ αυτή την παραλία. Ήταν ιδιαίτερος σε όλα του. Ψηλός, λεπτός, ξυρισμένος, με αθλητικό παπούτσι και λευκή κάλτσα, φορούσε μια κάτασπρη ζακέτα μικροπωλητή που άστραφτε από καθαριότητα, ενώ είχε ένα πολύ περίεργο ψαθάκι στο κεφάλι. Στο δεξί του χέρι του κρεμόταν ένα ψυγείο παραλίας μεγάλου σχήματος, απ’ αυτά που διατηρούν παγωμένα τις μπύρες και τα φρούτα, στο χερούλι του οποίου ήταν περασμένη μια μεταλλική τσιμπίδα. Στη μέση του είχε ζωστεί μια πάνινη ζώνη -δικής του προφανώς κατασκευής- η οποία είχε πεντέξι γεμάτες τσέπες. Έκανε την πιο ταπεινή δουλειά του κόσμου. Πουλούσε βρασμένα καλαμπόκια στους λουόμενους της παραλίας.
Τις δυο πρώτες μέρες δεν αγόρασα καλαμπόκι, είχα να φάω τέτοιο έδεσμα στη θάλασσα από τότε που ήμουν παιδί και μου αγόραζε ο πατέρας μου. Την τρίτη μέρα τον φώναξα και του ζήτησα ένα. Με χαιρέτησε με ευγένεια, ακούμπησε το ψυγειάκι του στην άμμο κι ύστερα πήρε από την μια του τσέπη γάντια μιας χρήσης και τα φόρεσε στις παλάμες του. Τον κοίταξα κατάπληκτος. Μετά άνοιξε το ψυγειάκι και πήρε ένα βραστό καλαμπόκι με την τσιμπίδα, που το ακούμπησε σε δυο κομμάτια ριζόχαρτου που έβγαλε από την επόμενη τσέπη.
Μετά με ρώτησε αν θέλω αλάτι στο καλαμπόκι. Προφανώς ήθελα –έτσι τρώγεται, με μπόλικο αλάτι- και τότε με ξαναρώτησε αν θέλω απλό ή χοντρό θαλασσινό. Είχε κι απ’ τα δυο στην επόμενη τσέπη. Τον ξανακοίταξα έκπληκτος. Μου έδωσε το πασπαλισμένο καλαμπόκι, ήταν μεγάλο και ζεστό, εξηγώντας μου ότι τα καλλιεργεί ο ίδιος λίγο παραπάνω σ’ ένα χωράφι που αν θέλω να πάω να το δω είναι επισκέψιμο. «Δεν τους βάζω λίπασμα, ούτε τα ψεκάζω» μου είπε. Το δοκίμασα, ήταν πράγματι πολύ νόστιμο και τρυφερό.
Μετά τον είδα να βγάζει από την επόμενη τσέπη της ποδιάς του μια μικρή ομπρελίτσα, απ’ αυτές που οι μπάρμεν στολίζουν τα κοκτέιλ ποτών. Αρνήθηκα να την πάρω, «ευχαριστώ, τι να την κάνω;» του είπα. «Μα δεν είναι διακοσμητική, είναι οδοντογλυφίδα, την έχω ακονίσει. Τα καλαμπόκια μπαίνουν ανάμεσα στα δόντια, χρειάζεται» μου απάντησε. Άλλη έκπληξη και τούτη. Είχε ακονίσει τις ομπρελίτσες να γίνουν οδοντογλυφίδες για τους πελάτες του.
Ρώτησα πόσο κοστίζει, «τριάμισι ευρώ» μου απάντησε. Του έδωσα ένα 5ευρο, μου επέστρεψε 1,5 ευρώ ρέστα, κι ύστερα ήρθε η επόμενη έκπληξη. Έγραψε κάτι στο κινητό του και έφερε την οθόνη μπροστά στα μάτια μου. «Αυτή είναι η απόδειξη σας, την έχω εκδώσει, σας την δείχνω, αν την θέλετε δώστε μου το mail σας να σας την περάσω.» Εκεί πια ήταν που κυριολεκτικά ξεράθηκα. «Κόβεις απόδειξη για τα καλαμπόκια;» τον ρώτησα με γουρλωμένα μάτια. «Μάλιστα κύριε, θέλω να είμαι σωστός σε όλα» είπε εκείνος. «Ε μη μου πεις ότι έχεις και pos…». «Βεβαίως και έχω» χαμογέλασε και έβγαλε το μηχανάκι από την τελευταία τσέπη της ποδιάς του»…
«Πουλάς πολλά καλαμπόκια;» τον ρώτησα, όταν συνήλθα από την κατάπληξη. «Όσα κόψω κάθε μέρα από το χωράφι, τα πουλάω όλα» μου είπε. «Δεν υπάρχει περίπτωση κάποιος να αγοράσει μια φορά από μένα και μετά, να μην παίρνει κάθε μέρα. Αρκεί να τον πείσω να με φωνάξει μια φορά.» Δεν μου είπε νούμερο, αλλά τις επόμενες μέρες που τον παρατηρούσα, έφευγε κι ερχόταν από την παραλία κάθε μία ώρα, επιστρέφοντας με διαφορετικού χρώματος ψυγείο.
Τέτοιον μικροπωλητή μήτε είχα συναντήσει ποτέ ως σήμερα στη ζωή μου, μήτε πιστεύω ότι θα ξαναβρώ ever. Καμία σχέση με τους υπόλοιπους που πηγαινοέρχονται στις παραλίες. Ήταν ο ορισμός του επαγγελματισμού, της ευγένειας, της ποιότητας, της καθαριότητας και της νομιμότητας. Γι αυτό και ξεπουλούσε. Αν δίνει 100 καλαμπόκια την ημέρα, εισπράττει 350 ευρώ, δηλαδή 10.500 τον μήνα. Αν δίνει 200, βγάζει τα διπλά.
Και σκεφτόμουν βλέποντας τον, ότι ο άξιος άνθρωπος θα προκόψει ακόμα και στο ταπεινό, στο πιο υποτιμημένο και στο πιο καταφρονεμένο επάγγελμα. Εκείνος ο ανθρωπάκος μπορεί να καθαρίζει και 30.000 ευρώ καθαρά μέσα στο καλοκαίρι, σε μια επαρχιακή παραλιούλα, μόνο με το μυαλό του, την εργατικότητα και την αξιοσύνη του. Δίχως συνδικάτα ή επιδοτήσεις ή κρατικές ενισχύσεις ή μέσον από τον βουλευτή ή βοήθεια από μπάρμπα στην Κορώνη. Απλώς με την αξία του. Και βέβαια, όταν είσαι άξιος, δεν χρειάζεται να είσαι παράνομος ή φοροφυγάς ή κομπιναδόρος. Τι μάθημα που ‘δωσε λοιπόν αυτός ο άσημος αλλά πανάξιος πωλητής βραστών καλαμποκιών…
(Πηγή: liberal.gr [1])