Απειλές της "Νέας Εποχής" στην ευαίσθητη ψυχή των παιδιών μας

 

το κ. ωάννου Μηλιώνη, μέλους τς Π.Ε.Γ.

 

 

Τό παι­χνί­δι ­ταν πάν­τα ­να­πό­σπα­στα συν­δε­δε­μέ­νο μέ τό παι­δί· συ­χνά καί μέ τούς ­νή­λι­κες. Δέ νο­ε­ται ν­θρώ­πι­νη δρα­στη­ρι­ό­τη­τα πού νά μήν ­χει νάγ­κη τς ψυ­χα­γω­γί­ας· προ­σο­χή ­μως, ­χι τς δι­α­σκέ­δα­σης, λ­λά τς ψυχα­γω­γί­ας, τς ­γω­γς τς ψυ­χς.

 

Δι­α­σκέ­δα­ση ε­ναι δρα­στη­ρι­ό­τη­τα[1] πού δί­νει τόν μη­χα­νι­σμό στούς νθρώ­πους νά ­πα­λύ­νον­ται ­πό τίς στρε­σο­γό­νες κα­τα­στά­σεις τς καθημερι­νό­τη­τας καί νά χα­λα­ρώ­νουν. Ε­ναι, ­πως λέ­γε­ται, πο­λύ ση­μαν­τι­κή δι­α­δι­κα­σί­α στή ζω­ή το ν­θρώ­που, πού τόν βο­η­θ νά ­κτο­νώ­νε­ται, νά δρα­πε­τεύ­ει ­πό τήν ρου­τί­να τς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας καί ­τσι ­χει, δ­θεν, εερ­γε­τι­κή ­πί­δρα­ση, κα­θώς πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τς ζω­ς κου­ρά­ζει σωματικά καί ψυ­χι­κά τόν ν­θρω­πο, πού ν­τα­πο­κρί­νε­ται στίς ε­θύ­νες της. Δι­α­φέ­ρει ση­μαν­τι­κά ­πό τήν ψυ­χα­γω­γί­α κα­θώς κ­δη­λώ­νε­ται ­χι μέ τόν στο­χα­σμό καί τήν σκέ­ψη πού ­παν­τ­ται κα­τά τήν πα­ρα­κο­λού­θη­ση π.χ. μις θε­α­τρι­κς πα­ρά­στα­σης, λ­λά μέ θο­ρυ­βώ­δη γέ­λια, χα­μό­γε­λα καί μ­φα­ν συμ­με­το­χή το σώ­μα­τος κα­τά τή δι­α­δι­κα­σί­α α­τή.

 

ν ­ξε­τά­σου­με ­τυ­μο­λο­γι­κά τή λέ­ξη δι­α­πι­στώ­νου­με ­τι ­πο­τε­λε­ται ­πό τά «διά» καί «σκε­δά­ζω» ση­μαί­νον­τας «διά-σκορ­πί­ζω» (­πό τό ρ­χα­ο διασκεδάν­νυ­μι, τό ­πο­ο ση­μαί­νει καί δι­α­λύ­ω, ­ξα­νε­μί­ζω , ­ναλ­λα­κτι­κά, «σχί­ζω»). Ση­μαί­νει κομ­μα­τιά­ζω κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά καί πε­τ μα­κριά τά θρύμ­μα­τα το γ­χους, τς στε­να­χώ­ριας, τς ­νί­ας κ.λπ.

 

Τά παι­διά, λοι­πόν, ­πό ρ­χαι­ο­τά­των χρό­νων λ­λά καί ο ­νή­λι­κες προσπαθο­σαν νά «δι­α­σκε­δά­σουν» δη­λα­δή νά ξε­φύ­γουν ­πό τίς δυ­σκο­λί­ες τους, λ­λά κά­πο­τε καί νά «ψυ­χα­γω­γη­θον».

 

Παι­δι­κά παι­χνί­δια (ν­τι­κεί­με­να) λ­θαν στό φς ­πό τήν ρ­χαι­ο­λο­γι­κή σκαπά­νη σέ πολ­λές πε­ρι­πτώ­σεις καί σέ ­λα τα μή­κη καί πλά­τη το πλα­νή­τη. ξί­ζει νά ­να­φερ­θε τό πή­λι­νο πλοιά­ριο μέ τίς ρό­δες -γιά νά κυ­λά­ει-, τό πρ­το καί μο­να­δι­κό μέ­χρι στιγ­μς δεγ­μα παι­δι­κο παι­χνι­διο στή Μυκηνα­ϊ­κή λ­λά­δα, πού βρέ­θη­κε στή θέ­ση Ρού­στια­να, βο­ρει­ο­δυ­τι­κά το σημε­ρι­νο ο­κι­σμο τν Λι­βα­να­τν, τή γνω­στή πα­ρα­λια­κή κω­μό­πο­λη τς Φθι­ώ­τι­δας[2], λ­λά καί ο δε­κά­δες πλαγ­γό­νες, ο κο­κλες τς ρ­χαι­ό­τη­τος μέ τά ­πο­α ­παι­ζαν τά παι­διά μας.

 

λ­λά, ς προ­χω­ρή­σου­με στά σύγ­χρο­να μέ­σα παι­δι­κς δι­α­σκέ­δα­σης ψυχαγω­γί­ας ­φή­νον­τας τούς ­κρο­α­τές νά βγά­λουν τό τε­λι­κό συμ­πέ­ρα­σμα γιά ποι­ά ­πό τίς δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις πρό­κει­ται· δι­α­σκέ­δα­ση ψυ­χα­γω­γί­α;

 

Τό παι­δι­κό βι­βλί­ο.

 

Πολ­λά λέ­γον­ται στίς μέ­ρες μας γιά τήν ­κα­τάλ­λη­λη ­ως βλα­πτι­κή γιά τά παι­διά μας «παι­δι­κή» μυ­θι­στο­ρι­ο­γρα­φί­α, πού μέ ­πι­κε­φα­λς τή γνω­στή J. K. Rowling -συγ­γρα­φέ­α τν βι­βλί­ων το νε­α­ρο μά­γου Χά­ρι Πό­τερ-, λ­λά καί ­σων λ­λων ­κο­λού­θη­σαν τήν «κ­πλη­κτι­κή συν­τα­γή ­πι­τυ­χί­ας» της, δεί­χνει νά ­ξε­λίσ­σε­ται σέ μορ­φή ­πι­δη­μι­κή.

 

­δη ­πό τόν 19 α­ώ­να, μέ τήν ­νά­πτυ­ξη τς «Θε­ο­σο­φι­κς ­ται­ρί­ας», πολλοί χρη­σι­μο­ποί­η­σαν τό παι­δι­κό βι­βλί­ο γιά νά πε­ρά­σουν τά θε­ο­σο­φι­κά μηνύμα­τα τς Μπλα­βά­τσκυ στό ε­ρύ κοι­νό καί ε­δι­κά νά «ψυ­χα­γω­γή­σουν» τά παι­διά στά δόγ­μα­τα το ­πο­κρυ­φι­σμο.

 

Μέ τή δι­α­πί­στω­ση α­τή ­π’ ­ψιν καί μέ τό προ­η­γού­με­νο τς κλα­σι­κς πλέον ­ρώ­τη­σης: «Μά καί στά πα­ρα­μύ­θια τς ­πο­χς μας δέν ­πρ­χαν μάγοι καί μα­γι­κά;», πού ο γο­νες συ­νή­θως σή­με­ρα ­πο­βάλ­λουν ­ταν γί­νε­ται ­να­φο­ρά στήν κα­τα­στρο­φι­κή πα­ρου­σί­α τς μα­γεί­ας στό παι­δι­κό θέ­α­μα καί ­νά­γνω­σμα, προ­χω­ρή­σα­με στήν ­ρευ­να σχε­τι­κά μέ τό παι­δι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα καί τούς συγ­γρα­φες του, τόν πε­ρα­σμέ­νο καί προ­πε­ρα­σμέ­νο α­ώ­να. ­πό τήν ­ρευ­νά μας α­τή, με­τα­φέ­ρου­με ­να μι­κρό, λ­λά ν­τι­προ­σω­πευ­τι­κό δεγ­μα τς ζω­ς καί τς πο­λι­τεί­ας κά­ποι­ων ­πό τούς θε­ω­ρού­με­νους «κλασ­σι­κούς» συγ­γρα­φες παι­δι­κς λο­γο­τε­χνί­ας, πού τά ρ­γα τους ε­δαν ­ξαι­ρε­τι­κή πιτυχί­α, λ­λε­πάλ­λη­λες κ­δό­σεις καί, στίς μέ­ρες μας, με­τα­φορά στόν κινηματογρά­φο καί στήν τη­λε­ό­ρα­ση. ­πό τό δεγ­μα α­τό προ­κύ­πτει ­τι μα­γεί­α καί ­πο­κρυ­φι­σμός ­πη­ρέ­α­σαν βα­θύ­τα­τα τούς συγ­γρα­φείς κι ­κεί­νης τς ­πο­χς.

 

­να­φέ­ρου­με ­πι­λε­κτι­κά μέ χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά τούς: Λού­ϊς Κά­ρολ, ν­τιθ Νέσμπιτ, Λεί­μαν Φράνκ Μπά­ουμ καί Ρό­αλντ Ντάλ, συγ­γρα­φες πού «ψυ­χα­γώ­γη­σαν» τούς παπ­πο­δες μας, τούς γο­νες μας καί ­μς καί σή­με­ρα «ψυχα­γω­γον» τά παι­διά μας[3].

 

α) Λού­ϊς Κά­ρολ (Lewis Carroll, 1832 – 1898), φι­λο­λο­γι­κό ψευ­δώ­νυ­μο το Charles Lutwidge Dodgson, ­πρ­ξε γ­γλος μα­θη­μα­τι­κός, κλη­ρι­κός (γγλικανός), φω­το­γρά­φος, ­πι­στή­μων τς λο­γι­κς, μυ­στι­κι­στής, θε­ο­σο­φι­στής, ­πα­δός το πνευ­μα­τι­σμο καί συγ­γρα­φέ­ας, ­δι­αί­τε­ρα γνω­στός ­πό τό κλα­σι­κό παι­δι­κό ­νά­γνω­σμα: « ­λί­κη στή Χώ­ρα τν Θαυ­μά­των» (Alice's Adventures in Wonderland) καί τή λι­γό­τε­ρο γνω­στή συ­νέ­χειά του: «Τί βρ­κε ­λί­κη μέ­σα στόν κα­θρέ­φτη» (Through the Looking-Glass And What Alice Found There).

 

Πα­ρό­λο πού ο πλη­ρο­φο­ρί­ες ­πό μέ­ρους το Dodgson ε­ναι ­νε­παρ­κες, για­τί ­πό τά 13 ­με­ρο­λό­γιά του ­χουν ­φαι­ρε­θε ο σε­λί­δες γιά τήν πε­ρί­ο­δο 1858-1862. Ε­ναι σα­φές ­τι φι­λί­α του μέ τήν ο­κο­γέ­νεια τς Alice Liddell ­ταν ­να ση­μαν­τι­κό μέ­ρος τς ζω­ς του.

 

Dodgson ­νέ­πτυ­ξε ­δι­αί­τε­ρη φι­λί­α μέ τήν 10χρονη ­λί­κη στήν ­ποί­α ­φι­έ­ρω­σε τίς φαν­τα­στι­κέςγε­μά­τες ­μως μέ θε­ο­σο­φι­κούς καί ρο­δο­σταυ­ρι­κούς συμ­βο­λι­σμούς- δι­η­γή­σεις του. ­τσι, γεν­νή­θη­κε τό βι­βλί­ο του, τό 1864, «Ο πε­ρι­πέ­τει­ες τς ­λί­κης κά­τω ­πό τή γ» (Alice's Adventures Under Ground).

 

Dodgson δι­έ­θε­τε ­ρες ­λό­κλη­ρες κα­θη­με­ρι­νά σέ βόλ­τες, σέ δι­η­γή­σεις φα­ντα­στι­κν ­στο­ρι­ν καί κα­τα­γρα­φή τν ­στο­ρι­ν α­τν καί ε­κο­νο­γρά­φη­σή τους κι ­κό­μη, φω­το­γρα­φί­ζον­τας, ­πως μαρ­τυ­ρε­ται, τό κο­ρι­τσά­κι α­τό σέ δι­ά­φο­ρες πό­ζες, κά­ποι­ες μάλι­στα ­μί­γυ­μνες, ντυ­μέ­νο μέ κου­ρέ­λια. Σή­με­ρα -­πως καί μέ μέ­ρος το ­με­ρο­λο­γί­ου του- τό 60% το φω­το­γρα­φι­κο του ρ­χεί­ου ­χει μυ­στη­ρι­ω­δς ­ξα­φα­νι­στε.

 

Γε­νι­κά, ο πα­ρά­ξε­νες φι­λί­ες το Dodgson, συγ­χρό­νως μέ τήν λ­λει­ψη ν­δι­α­φέ­ρον­τος γιά α­σθη­μα­τι­κές σχέ­σεις μέ ­νή­λι­κες γυ­να­κες, λ­λά καί ­ρευ­να το ρ­γου του ­πό ψυ­χι­α­τρι­κς πλευ­ρς -ε­δι­κά ο φω­το­γρα­φί­ες του μέ γυ­μνά ­μί­γυ­μνα κο-ρί­τσια-, ­χουν ­δη­γή­σει πολ­λούς βι­ο­γρά­φους του σέ ε­κα­σί­ες πε­ρί παι­δο­φι­λί­ας, ­σως κα­τα­πι­ε­σμέ­νης καί ­νεκ­δή­λω­της.

 

β) ν­τιθ Νέσ­μπιτ (Edith Nesbit, 1858 - 1924). γ­γλί­δα συγ­γρα­φέ­ας καί ποιή­τρια, πο­λι­τι­κή ­κτι­βί­στρια καί συ­νι­δρύ­τρια τς Fabian Society[4], στε­νή φί­λη τς θε­ο­σο­φί­στριας Annie Besant (μέ­λος κι α­τή τς Fabian Society) γιά τήν ­ποί­α μά­λι­στα Νέσ­μπιτ κά­νει ­να­φο­ρές στό γνω­στό παι­δι­κό μυ­θι­στό­ρη­μά της «Τό Μα­γι­κό Φυ­λα­χτό» (The Story of the Amulet). Τό πιό ση­μαν­τι­κό ­μως γιά μς, στή ζω­ή τς Νέσ­μπιτ, ε­ναι τό γε­γο­νός ­τι ­πρ­ξε μέ­λος το «ρ­μη­τι­κο Τάγ­μα­τος τς Χρυ­σς Α­γς»[5].

 

ζω­ή τς Nesbit μπο­ρε νά χα­ρα­κτη­ρι­στε «μυ­θι­στο­ρη­μα­τι-κή» γιά τό κοινω­νι­κό πλαί­σιο τς ­πο­χς της. Τό 1877, 19 ­τν, γνω­ρί­ζει τόν τρα­πε­ζι­κό πάλ­λη­λο Hubert Bland τόν ­πο­ο καί παν­τρεύ­ε­ται ν­τας ­δη 7 μη­νν γ­κυ­ος, πργ­μα σκαν­δα­λ­δες γιά τίς τό­τε ν­τι­λή­ψεις. ­μως, ­πάρ­χει καί συ­νέ­χεια: τό νέ­ο ζευ­γά­ρι δέν συγ­κα­τοι­κε. Bland συ­νέ­χι­σε νά ζε μέ τή μη­τέ­ρα του, ­φο ­χουν ­πο­φα­σί­σει νά ­χουν «­νοι­κτό γά­μο», ­που κα­θέ­νας δια­τη­ρε τό «δι­καί­ω­μα» γιά ­ξω­συ­ζυ­γι­κές σχέ­σεις. Bland μά­λι­στα συ­νέ­χι­σε τή σχέ­ση του μέ μιά λ­λη γυ­ναί­κα.

 

Nesbit ­γρα­ψε - συ­νερ­γά­στη­κε στό γρά­ψι­μο μέ λ­λους- πε­ρισ­σό­τε­ρα ­πό 60 βι­βλί­α φαν­τα­σί­ας γιά παι­διά, πολ­λά ­πό τά ­πο­α σή­με­ρα ­χουν «­να­κτη­θε» -ν ­ψει τς ­πο­κρυ­φι­στι­κς λαί­λα­πας στό παι­δι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα- καί προ­σαρ­μο­στε γιά τόν κι­νη­μα­το­γρά­φο καί τήν τη­λε­ό­ρα­ση.

 

ρ­γα της με­τα­φρα­σμέ­να στή χώ­ρα μας ε­ναι: «Τό Μα­γι­κό Φυ­λα­κτό» (The Story of the Amulet), «Τά παι­διά πού ­βλε­παν τά τρέ­να νά περ­νον» (The Railway Children) καί τό «Δύ­ο παι­διά κα­θα­ρί­ζουν τήν πό­λη τους» (Die Retter des Landes). Κυ­κλο­φο­ρον ­κό­μη τά: «Five Children and It» (Πέν­τε παι­διά κι ­κε­νο) καί «The Story of the Treasure Seekers» ( ­στο­ρί­α τν Θη­σαυ­ρο­κυ­νη­γν) -μέ τίς συ­νέ­χει­ές του-, «The Phoenix and the Carpet» ( Φοί­νι­κας καί τό χα­λί), «The Would be goods» (Α­τοί πού θά ­θε­λαν νά γί­νουν κα­λοί), «Book of Dragons» ( Βί­βλος τν Δρά­κων), «Magic World» ( Μα­γι­κός Κό­σμος), «Wet Magic» (Θα­λασ­σι­νή Μα­γεί­α), «Jack and the Beanstalk» ( Τζάκ καί Φα­σο­λιά), «Magic City» ( Μα­γι­κή Πο­λι­τεί­α), «House of Arden» ( Ο­κος τν ρ­ντεν), «The Enchanted Castle» (Τό Μα­γε­μέ­νο Κά­στρο) κ. . Κάποια ­πό α­τά χρη­σι­μο­ποι­ον­ται στό πρω­τό-τυ­πο σάν βο­η­θή­μα­τα γιά τήν κ­μά­θυν­ση τς γ­γλι­κς καί σέ λ­λη­νι­κά φρον­τι­στή­ρια, ­ν «Τό Μα­γι­κό Φυ­λα­κτό» (The Story of the Amulet) ε­δε τό φς τς δη­μο­σι­ό­τη­τας στή δε­κα­ε­τί­α το ’40, σέ ­βδο­μα­δια­ες συ­νέ­χει­ες στή «Δι­ά­πλα­ση τν Παί­δων» το Γρη­γό­ριου Ξε­νό­που­λου.

 

Τέ­λος, μπο­ρο­με νά θε­ω­ρή­σου­με ­νε­πι­φύ­λα­κτα τή Nesbit ς ­κεί­νη πού ­σκη­σε ­με­ση μ­με­ση ­πιρ­ρο­ή σέ πολ­λούς με­τα­γε­νέ­στε­ρους συγ­γρα­φες παι­δι­κς λο­γο­τε­χνί­ας, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων τν: P. L. Travers (συγ­γρα­φέ­α τς Mary Poppins), Edward Eager, Diana Wynne Jones καί J. K. Rowling (Χά­ρι Πό­τερ). Θε­ω­ρε­ται ­τι ­κό­μη κι C. S. Lewis ­γρα­ψε τό ­πτά­το­μο ρ­γο του, «Τό Χρο­νι­κό τς Νάρ­νια» (The Chronicles of Narnia), ­πό τήν ­πιρ­ρο­ή τς ρ­γα­σί­ας τς Edith Nesbit.

 

γ) Λύ­μαν Φράνκ Μπά­ουμ (Lyman Frank Baum, 1856 - 1919).

 

­με­ρι­κα­νός συγ­γρα­φέ­ας παι­δι­κν βι­βλί­ων, πε­ρισ­σό­τε­ρο γνω­στός γιά τό βι­βλί­ο του « Θαυ­μα­στός Μά­γος το ζ» (Wonderful Wizard of Oz). Baum ­γρα­ψε συ­νο­λι­κά δε­κα­τρες συ­νέ­χει­ες στό πα­ρα­πά­νω μυ­θι­στό­ρη­μα, ν­νέ­α λ­λα μυ­θι­στο-ρή­μα­τα φαν­τα­σί­ας, κα­θώς καί πλη­θώ­ρα λ­λων ρ­γων, ­ν κα­τέ­βα­λε με­γά­λη προ­σπά­θεια νά ­νε­βά­σει τά ρ­γα του στή σκη­νή καί στήν ­θό­νη.

 

βα­σι­κή ­στο­ρί­α στό πρ­το βι­βλί­ο, « Θαυ­μα­στός Μά­γος το ζ», ­φο­ρ σέ ­να ρ­φα­νό κο­ρί­τσι, τήν Ντό­ρο­θι Γκέ­ϊλ (Dorothy Gale), πού περ­ν ζω­ή μο­νό­το­νη στή φάρ­μα τν θεί­ων της. ε­χή της νά γνω­ρί­σει τόν κό­σμο καί τήν πε­ρι­πέ­τεια πραγ­μα­το­ποι­ε­ται ­ταν ­νας δυ­να­τός ­νε­μος τή με­τα­φέ­ρει, μα­ζί μ’ ­λό­κλη­ρο τό σπί­τι της, στή «μα­γι­κή χώ­ρα το ζ». ­κε ρ­χε­ται σέ σύγ­κρου­ση μέ τήν «Κα­κιά Μά­γισ­σα τς Δύ­σης» καί με­τά ­πό τίς συμ­βου­λές τς «κα­λς μά­γισ­σας», Ντό­ρο­θι κα­τευ­θύ­νε­ται πρός τήν Σμα­ρα­γδέ­νια Πο­λι­τεί­α ­που ζε πα­νί-σχυ­ρος Μά­γος το ζ, μο­να­δι­κός πού μπο­ρε νά τή βο­η­θή­σει νά ­πι­στρέ­ψει στή φάρ­μα τν θεί­ων της. Στή διά­ρκεια το τα­ξι­διο της, Ντό­ρο­θι γνω­ρί­ζε­ται μέ τό Σκιά­χτρο, τόν Τε­νε­κεδέ­νιο ν­θρω­πο καί τό Δει­λό Λι­ον­τά­ρι.

 

Γιά τό βι­βλί­ο γρά­φτη­καν πολ­λές κρι­τι­κές, κά­ποι­ες στήν προ-σπά­θεια νά ταυ­τί­σουν τίς λ­λη­γο­ρί­ες καί τούς ­ρω­ές του μέ πρό­σω­πα καί κα­τα­στά­σεις στήν πο­λι­τι­κή σκη­νή τς ­πο­χς.

 

Τό 1939, Metro Goldwyn Mayer γύ­ρι­σε τό μυ­θι­στό­ρη­μα το Baum στήν κλα­σι­κή ται­νί­α « Μά­γος το ζ», μέ πρω­τα­γω­νί-στρια τή Τζούν­τι Γκάρ­λαντ (Judy Garland) στό ρό­λο τς Dorothy καί πολ­λά ­γα­πη­μέ­να τρα­γού­δια, ­πως τό «Πέ­ρα ­πό τό Ο­ρά­νιο τό­ξο» (Over the Rainbow).

 

Κά­ποι­οι ­πό τούς βι­ο­γρά­φους του θε­ω­ρον ­τι Baum ­να­νέ­ω­σε τό παι­δι­κό πα­ρα­μύ­θι καί τό ­ξυ­γί­α­νε ­πό «τή βί­α καί τά κ­δη­λα δι­δάγ­μα­τα ­θι­κς το πα­ρελ­θόν­τος». Ο κρι­τι­κοί α­τοί προ­φα­νς ­γνο­ον τίς ­παρ­ξια­κές θέ­σεις το συγ­γρα­φέ­α καί τήν ν­σω­μά­τω­ση τν συμ­βο­λι­σμν τς «θε­ο­σο­φι­κς ­θι­κς» στό ρ­γο του. Ε­ναι ε­σα­γω­γή –με­τα­ξύ πολ­λν λ­λων συμ­βο­λι­σμν- τς δι­δα­σκα­λί­ας πε­ρί «κα­λς» καί «κα­κς» μα­γεί­ας, πού ο ­πα­δοί τς Θε­ο­σο­φι­κς ­ται­ρί­ας τς . Π. Μπλα­βά­τσκυ φρόν­τι­ζαν ­πό τό­τε νά ­θί­ζουν τό ε­ρύ κοι­νό. ­κό­μη, παν­τε­λής λ­λει­ψη το Θε­ο καί ­πο­κα­τά­στα­σή του ­πό τό «μά­γο το ζ», πού ­κτός τν λ­λων, ­πο­δει­κνύ­ε­ται στό τέ­λος το ρ­γου «τυ­χο­δι­ώ­κτης, τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γός καί τσαρ­λα­τά­νος», ­δη­γε στίς γνω­στές δι­δα­σκα­λί­ες το ­πο­κρυ­φι­σμο γιά «τή δύ­να­μη πού ­λοι ­χου­με μέ­σα μας» καί πού ρ­κε «νά τήν ­να­κα­λύ­ψου­με» ­χον­τας τούς «κα­τάλ­λη­λους ­δη­γούς», τίς «κα­λές» μά­γισ­σες καί τά ξω­τι­κά.

 

δ) Ρό­αλντ Ντάλ (Roald Dahl, 1916 - 1990). Ο ­σχη­μες, τραυ­μα­τι­κές παι­δι­κές μ­πει­ρί­ες το Dahl ν­τι­κα­το­πτρί­ζον­ται στό συγ­γρα­φι­κό του ρ­γο, λ­λά καί στήν έ­παγ­γελ­μα­τι­κή του στα­δι­ο­δρο­μί­α ­ποί­α ­πρ­ξε τα­ρα­χώ­δης. Μέ τήν ­κρη­ξη το Β΄ Παγ­κο­σμί­ου Πο­λέ­μου Dahl το­πο­θε­τεί­ται στήν «Βρε­τα­νι­κή ­πη­ρε­σί­α Συν­το­νι­σμο ­σφα­λεί­ας» (Bri­tish Security Coordination), ­πη­ρε­σί­α τς γνω­στς MI6[6], συν­τάσ­σον­τας προ­πα­γαν­δι­στι­κό ­λι­κό ­πέρ τς γ­γλο-­με­ρι­κα­νι­κς συμ­μα­χί­ας, κυ­ρί­ως γιά ­με­ρι­κα­νι­κή κα­τα­νά­λω­ση. ρ­γα­σί­α α­τή ­πρ­ξε ε­σα­γω­γή το Dahl στόν κό­σμο τς κα­τα­σκο­πεί­ας καί συ­νερ­γα­σί­α του μέ τόν Κα­να­δό ρ­χι­κα­τά­σκο­πο Wil­li­am Stephenson καί λ­λους δι­ε­θνς γνω­στούς σή­με­ρα πρά­κτο­ρες ­πως ο Ian Fleming καί David Ogilvy.

 

ο­κο­γε­νεια­κή ζω­ή του ­πρ­ξε κι α­τή περιπετειώδης.

 

Roald Dahl ­γρα­ψε μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ­στο­ρί­ες γιά παι­διά, ποι­ή­μα­τα, κι­νη­μα­το­γρα­φι­κά σε­νά­ρια...

 

Τό πρ­το «παι­δι­κό» βι­βλί­ο του, τό 1942 ­ταν «Τά Γκρέμ­λινς» (The Gremlins) μέ τρο­μα­κτι­κό καί «χι­ου­μο­ρι­στι­κό» πε­ρι­εχό­με­νο. Τό βι­βλί­ο ­κα­νε ται­νί­α, τό 1984, Steven Spielberg· ­να ­πα­ρά­δε­κτο κρά­μα ­κραί­ου τρό­μου καί μ­φί­βο­λου χι­ο­μορ, πού ν καί με­τρι­ό­τη­τα προ­ω­θή­θη­κε μέ ­λα τά μέ­σα.

 

Τά πε­ρισ­σό­τε­ρα ­πό τά βι­βλί­α το Dahl κυ­κλο­φο­ρον καί στή χώ­ρα μας, με­τα­φρα­σμέ­να στά λ­λη­νι­κά. Με­ρι­κά ­πό α­τά ε­ναι τά: «Μα­τίλ­ντα» (Matilda), « Τσάρ­λι καί τό ρ­γο­στά­σιο σο­κο­λά­τας» (Charlie and the chocolate factory), « Τσάρ­λι καί με­γά­λος γυ­ά­λι­νος ­νελ­κυ­στή­ρας» (Charlie and the great glass elevator), «Ο μά­γισ­σες» (The Witches), « Πέ­λης, Πάρ­δα­λη κι ­γώ» (The Giraffe and the Pelly and Me), «­νω Λέχ» (Esio Trot), « ΜΦΓ, με­γά­λος φι­λι­κός γί­γαν­τας» (The BFG), « Τζί­μης καί τό γι­γαν­το­ρο­δά­κι­νο» (James and the giant peach), «Τά παλι­ο­τέ­ρα­τα» (Dirty beasts), « θε­ος ­σβαλντ» (My uncle Oswald), «Τά πα­ρα­μύ­θια ­νά­πο­δα» (Revolting rhymes), «Ο βλα­κέν­τιοι» - «Τό θαυ­μα­τουρ­γό φάρ­μα­κο» (The twits - George's Marvellous Medicine), «­προσ­δό­κη­τες ­στο­ρί­ες» (Tales of the unexpected), «Ντά­νι, πρω­τα­θλη­τής το κό­σμου» (Danny the champion of the world), « ­πέ­ρο­χη ­στο­ρί­α το Χέν­ρι Σούγκαρ» (The wonderful story of Henry Sugar and six more) καί « ­πί­θα­νος κος Φόξ» - «Τό μα­γι­κό δά­χτυ­λο» (Fantastic Mr. Fox - The Magic Finger)[7].

 

ν καί Dahl θε­ω­ρε­ται παγ­κό­σμια ­να­γνω­ρι­σμέ­νος συγ-γρα­φέ­ας παι­δι­κν βι­βλί­ων, στό ­ξω­τε­ρι­κό καί ε­δι­κά στίς ΗΠΑ κα­τα­βάλ­λον­ται προ­σπά­θει­ες ­πό ­πί­ση­μους φο­ρες καί πρόσω­πα γιά τόν ­πο­κλει­σμό τν ρ­γων του ­πό τίς σχο­λι­κές βι­βλι­ο­θ­κες. Συ­χνά σύλ­λο­γοι γο­νέ­ων κα­τα­λό­γι­σαν στά βι­βλί­α του χυ­δαι­ό­τη­τα καί σκλη­ρό­τη­τα. Τέ­τοι­α κρι­τι­κή προ­έρ­χε­ται ξ ­σου ­πό Δε­ξιούς καί ­ρι­στε­ρούς πο­λι­τι­κούς χώ­ρους, λ­λά καί ­πό ποι­κί­λες ­δε­ο­λο­γι­κές ­μά­δες. ρ­γα­νω­μέ­νος φε­μι­νι­σμός π.χ. κα­τήγ­γει­λε τό βι­βλί­ο του «Ο Μά­γισ­σες» (The Witches) γιά τή δυ­σμε­ν πα­ρου­σί­α­ση τς γυ­ναί­κας, ­ν Χρι­στι­α­νι­κοί κύ­κλοι κα­τα­δί­κα­σαν τό βι­βλί­ο για­τί ε­σά­γει τά παι­διά στόν ­πο­κρυ­φι­σμό.

 

Στά λ­λα ­πί­ση­μα ­πα­γο­ρευ­μέ­να βι­βλί­α το Dahl πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται: «Τό θαυ­μα­τουρ­γό φάρ­μα­κο» (George's Marvellous Medicine) -­που ­να ­γό­ρι δο­λο­φο­νε τή για­γιά του- καί « Τζί­μης καί τό γι­γαν­το­ρο­δά­κι­νο» (James and the Giant Peach), τό ­πο­ο στο­χο­ποι­ε­ται γιά τήν ­νορ­θό­δο­ξη χρή­ση τς γλώσ­σας, τή χρή­ση σε­ξου­α­λι­κν προ­τύ­πων καί τήν προ­βο­λή κα­τα­στά­σε­ων μέ δι­ε­φθαρ­μέ­νο, μα­κά­βριο καί τρο­μα­κτι­κό πε­ρι­ε­χό­με­νο.

 

Συ­χνά κ­δό­τες στίς ΗΠΑ ­χουν λο­γο­κρί­νει α­στη­ρά βι­βλί­α το Dahl, ­φαι­ρών­τας ­λό­κλη­ρα ­πι­λή­ψι­μα τμή­μα­τα. Ο ν­τιρ­ρή­σεις το Dahl στό θέ­μα α­τό ­ταν ­τι τά βι­βλί­α του ­νο­χλο­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρο τούς ­νή­λι­κες ­π’ ,τι τά παι­διά, γιά τά ­πο­α ­σχυ­ρι­ζό­ταν ­τι ε­ναι πιό βάρ­βα­ρα ­πό τούς με­γά­λους. Βέ­βαι­α, σ’ α­τό θά μπο­ρού­σα­με νά ν­τι­τεί­νου­με: α) ­τι τά παι­διά ε­ναι πιό ε­λι­κρι­ν στίς ντιδράσεις τους, κα­θώς δέν ­μα­θαν ­κό­μη νά κρύ­βουν τά συ­ναι­σθή­μα­τά τους κι ­τσι κ­φρά­ζον­ται πιό α­θόρ­μη­τα ­π’ ,τι ο με­γά­λοι καί β) ­τι στό θέ­μα τς βί­ας, τά παι­διά δι­α­μορ­φώ­νον­ται ­νά­λο­γα μέ τήν κ­παί­δευ­σή τους. ­κό­μη, γ) ­τι συ­χνά δέν κα­τα­νο­ον τά ­πο­νο­ού­με­να το συγ­γρα­φέ­α καί τεί­νουν νά θε­ω­ρον ­στε­ο ,τι τά κά­νει νά ξε­φεύ­γουν ­πό τά πλαί­σια –σω­στά λαν­θα­σμέ­να- πού ο ­νή­λι­κοι, συ­χνά ­κρι­τα, τούς ­πι­βάλ­λουμε.

 

Συλ­λο­γι­κά, τό ρ­γο το Dahl δι­α­πνέ­ε­ται ­πό τό πα­ρά­δο­ξο, τό μυ­στη­ρι­­δες, τό τρο­μα­κτι­κό, τό μα­γι­κό-­πο­κρυ­φι­στι­κό –στη­ρι­ζό­με­νο συ­χνά στή μον­τέρ­να (τό­τε) θε­ω­ρί­α τς «πα­ρα­ψυχο­λο­γί­ας»- καί τά ν­τι­παι­δα­γω­γι­κά μη­νύ­μα­τα, δι­αν­θι­σμέ­να μέ «βρε­τα­νι­κό χι­ο­μορ» καί πυ­κνές ­να­φο­ρές στή... σο­κο­λά­τα, πού ­πρ­ξε ­γα­πη­μέ­νη του λι­χου­διά.

 

Κυ­ρί­αρ­χο ­πι­κρα­τε στά βι­βλί­α του ε­δι­κά τό μή­νυ­μα ­τι «­πι­τρέ­πε­ται στά παι­διά νά τι­μω­ρον τούς με­γά­λους ­ταν ο με­γά­λοι δέν φέ­ρον­ται σω­στά», μιά βρα­δυ­φλε­γής βόμ­βα στά σπλά­χνα τς ο­κο­γέ­νειας καί τς κοι­νω­νί­ας μας κ μέ­ρους ­νός ν­θρώ­που, πού πο­τέ δέ βί­ω­σε τό κ­κλη­σι­α­στι­κό φρό­νη­μα το «­γα­π­τε τούς ­χθρούς ­μν...», λ­λά πα­ρέ­μει­νε, στήν κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση, στό ­πί­πε­δο το «­φθαλ­μόν ν­τί ­φθαλ­μο...».

 

Μέ βά­ση α­τό τό ­στο­ρι­κό μπο­ρο­με ε­κο­λα νά ν­τι­λη­φθο­με ­τι Roald Dahl σέ ­λη του τή ζω­ή ­πρ­ξε ­να «με­γά­λο παι­δί» -­χι πάν­τα μέ τήν κα­λή ν­νοι­α το ­ρου- πού με­τέ­φε­ρε στά μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του –ε­δι­κά στά παι­δι­κά- τά προσω­πι­κά του βι­ώ­μα­τα καί ­δι­έ­ξο­δα. Χρη­σι­μο­ποι­ε τό χι­ο­μορ, πργ­μα πού κα­θι­στ τά βι­βλί­α του ε­χά­ρι­στα μέν καί δια­σκεδα­στι­κά στό παι­δί, λ­λά καί στόν ­νή­λι­κο, γε­γο­νός, πού κά­νει τό πε­ρι­ε­χό­με­νό τους ­κό­μη πιό ­πι­κίν­δυ­νο, κα­θώς ­τσι ­σχυ­ρο­ποι­ε καί μ­πε­δώ­νει τίς λαν­θα­σμέ­νες συμ­πε­ρι­φο­ρές, ­να­μα­σών­τας ξα­νά καί ξα­νά –σ’ ­λα του σχε­δόν τά παι­δι­κά βι­βλί­α- τήν τι­μω­ρί­α τν «κα­κν ­νη­λί­κων» -τούς ­ποί­ους περι­γρά­φει ­φι­αλ­τι­κά κα­κούς- ­πό τά πρώ­ην θύ­μα­τά τους τά «βα­σα­νι­σμέ­να παι­διά».

 

Λέ­γε­ται ­τι Dahl ­φε­ρε ­πα­νά­στα­ση στό παι­δι­κό βι­βλί­ο, ­μως -θά συμ­πλη­ρώ­σου­με ­μες- πό­σοι γνω­ρί­ζουν –καί ε­δι­κά ο γο­νες- τί ε­δους ε­ναι «­πα­νά­στα­ση», πού Roald Dahl ­φε­ρε καί πό­σο βλα­πτι­κή ­ταν καί ε­ναι στή δι­α­μόρ­φω­ση τς ε­αί­σθη­της παι­δι­κς προ­σω­πι­κό­τη­τας;

 

Α­τά, σχε­τι­κά μέ συγ­γρα­φες πού δέ ζον σή­με­ρα, λ­λά πού συ­νε­χί­ζουν μέ τό ρ­γο τους νά ­πη­ρε­ά­ζουν τίς παι­δι­κές ψυ­χές. ­μως στίς μέ­ρες μας τό κα­κό ­χει λά­βει τε­ρά­στι­ες δι­α­στά­σεις.

 

Θά ­να­φερ­θο­με σέ δύ­ο μό­νο συγ­γρα­φες τήν J. K. Rowling, συγ­γρα­φέ­α τς γνω­στς σει­ρς το μά­γου «Χά­ρι Πό­τερ» καί τόν Philip Pullman πε­ρισ­σό­τε­ρο γνω­στό ­πό τό βλά­σφη­μο ρ­γο το «Τρι­λο­γί­α το Κό­σμου» (His Dark Materials), πού πε­ρι­λαμ­βά­νει τά βι­βλί­α: «Τό ­στέ­ρι το βορ­ρ» (Northern Lights), « ρ­χον­τας τν δυ­ό κό­σμων» (The Subtle Knife) καί «Τό κε­χριμ­πα­ρέ­νιο τη­λε­σκό­πιο» (The Amber Spyglass).

 

λ­λά ς ξε­κι­νή­σου­με μέ τήν J. K. Rowling γιά τήν ­ποί­α ­χου­με γρά­ψει πολ­λά καί στό πε­ρι­ο­δι­κό τς Π.Ε.Γ. «Δι­ά­λο­γος», λ­λά καί στό «γ­κόλ­πιο α­το­προ­στα­σί­ας»: «Ναί ΟΧΙ στό Χά­ρι Πό­τερ»;

 

­χει συ­χνά τε­θε τό ­ρώ­τη­μα: «Τί ε­ναι α­τό πού λ­κει τά παι­διά στίς πε­ρι­πέ­τει­ες το Χά­ρι Πό­τερ»;

 

Πέ­ραν ­πό τήν πρω­το­φα­νή διάδοση το ρ­γου τς Ρό­ου­λινγκ ­πό τό δι­ε­θνές κύ­κλω­μα τς Μα­σο­νί­ας καί τς «Νέ­ας ­πο­χς», τί ε­ναι α­τό πού κά­νει τήν Ρό­ου­λινγκ ­γα­πη­τή στά παι­διά;

 

­πάν­τη­ση ε­ναι μί­α καί μο­να­δι­κή: Τά παι­διά λ­κον­ται ­πό τά γρα­πτά της Ρό­ου­λινγκ, για­τί σ’ ­λο της τό ρ­γο ­πάρ­χει δι­ά­χυ­τη θέ­ση: «Ο γο­νες σας δέν σς κα­τα­λα­βαί­νουν. ­γώ, ε­μαι μα­ζί σας»!

 

Βε­βαί­ως, που­θε­νά δέν ­πάρ­χει α­τή δι­α­τύ­πω­ση ­τσι ­κρι­βς. ­μως, ­φή­νε­ται το­πο­θέ­τη­ση α­τή νά α­ω­ρε­ται σέ κά­θε κε­φά­λαι­ο, νά ­πο­φώ­σκει σέ κά­θε πα­ρά­γρα­φο. Για­τί, τί λ­λο π’ α­τό ε­ναι ­πο­δο­χή τς κα­κς συμ­πε­ρι­φο­ρς τν «­ρώ­ων» ­πό τό πε­ρι­βάλ­λον τν μά­γων, σέ ν­τί­θε­ση μέ τήν ­πόρ­ρι­ψή τους ­πό τόν κό­σμο τν muggles (τν ν­θρώ­πων πού ­πορ­ρί­πτουν τή μα­γεί­α);

 

Τά παι­διά τς ­λι­κί­ας τν 10 ­τν καί πά­νω, μέ­χρι καί τήν ­νη­λι­κί­ω­σή τους βρί­σκον­ται σχε­δόν συ­νε­χς σέ μί­α «ν­τι­πα­ρά­θε­ση» μέ τούς γο­νες τους πε­ρισ­σό­τε­ρο λι­γό­τε­ρο ν­το­νη ­ξαρ­τώ­με­νη ­πό πολ­λούς πα­ρά­γον­τες, λ­λά κυ­ρί­ως ­πό τήν ­δυ­να­μί­α τν γο­νέ­ων νά ν­τι­λη­φθον τήν ­νάγ­κη το παι­διο νά ­να­γνω­ρι­στε σάν ξε­χω­ρι­στή προ­σω­πι­κό­τη­τα καί νά στα­θε στά πό­δια του χω­ρίς τά δε­κα­νί­κια τς ­περ­προ­στα­σί­ας τά ­πο­α πολ­λοί γο­νες ­πι­μέ­νουν νά προ­σφέ­ρουν συ­στη­μα­τι­κά καί με­τά τήν ­νη­λι­κί­ω­ση τν βλα­στν τους. ­πό­τε, νέ­ος μέ­σα στήν ν­τί­δρα­σή του, ε­ναι δε­κτι­κός γιά κά­θε φω­νή πού δεί­χνει νά συμ­πα­ρί­στα­ται στόν «πό­νο» του καί στούς προ­βλη­μα­τι­σμούς του.

 

­τσι, ε­κο­λα γί­νον­ται ­ρω­ες τν παι­δι­ν μας τά μέ­λη π.χ. τν μου­σι­κν συγ­κρο­τη­μά­των, πού προ­βάλ­λουν μιά ν­ταρ­σί­α -τήν ­ποί­α κ­με­ταλ­λεύ­ον­ται τά συ­στή­μα­τα προ­ώ­θη­σης τν πω­λή­σε­ων- καί κά­θε μορ­φή ­να­τρε­πτι­κς συμ­πε­ρι­φο­ρς, πού συχνά φτάνει μέχρι καί τό σατανισμό.

 

ν­τί­στοι­χα, Χά­ρι Πό­τερ προ­σφέ­ρει στά παι­διά, λ­λά καί σέ ­νή­λι­κες, πού «­χουν πα­ρα­μεί­νει παι­διά», τήν ταυ­τό­τη­τα το ­πα­να­στά­τη, πού ν­θί­στα­ται στό γο­νι­κό καί κα­τ’ ­πέ­κτα­ση στό κοι­νω­νι­κό κα­τε­στη­μέ­νο –δέν ­χει ση­μα­σί­α, πού τό ρό­λο τν γο­νι­ν τόν παί­ζουν ο θε­οι του- καί πα­ρ’ ­λα α­τά, ­πι­βι­ώ­νει δυ­να­μι­κά, κερ­δί­ζον­τας δό­ξα, φή­μη καί χρ­μα· τό κλασ­σι­κό μο­τί­βο τς Στα­χτο­πού­τας, ­δω­μέ­νο ­μως μέ­σα ­πό τό πρί­σμα τς ν­ταρ­σί­ας κα­τά τν γο­νι­ν, τν θε­σμν καί τς κοι­νω­νί­ας.

 

Ρό­ου­λινγκ, ­δια κο­ρί­τσι μέ ­να­τρε­πτι­κές ρ­χές, πού σί­γου­ρα δο­κι­μά­στη­κε καί δο­κι­μά­ζε­ται στή ζω­ή της –δύ­σκο­λα παι­δι­κά χρό­νια, δι­α­ζύ­γιο, φτώ­χια, κα­τά­θλι­ψη- καί καλ­λι­έρ­γη­σε τήν μ­πά­θεια μέ­σα της, πρός μιά ψυ­χρή καί ­δι­ά­φο­ρη κοι­νω­νί­α, πού ­νοι­ω­θε ­τι δέν τς συμ­πα­ρα­στά­θη­κε στίς δυ­σκο­λί­ες της, ρ­χε­ται τώ­ρα νά δι­δά­ξει ­σο­πέ­δω­ση καί ­πόρ­ρι­ψη τν πάν­των -ρ­χς γε­νο­μέ­νης ­πό τήν τρυ­φε­ρή ­λι­κί­α τν παι­δι­ν μας- καί πρόσ­λη­ψη ­νός πε­ρι­θω­ρια­κο συ­στή­μα­τος ­ξι­ν –τήν μα­γεί­α καί τούς μά­γους- μέ τό ­πο­ο ν­τι­κα­θι­στ τό ­πάρ­χον σύ­στη­μα ­ξι­ν, ν­τι­στρέ­φον­τας ­λες τίς ­πο­δε­δειγ­μέ­νες ­ξί­ες.

 

Ρό­ου­λινγκ ­πι­βε­βαί­ω­σε μέ τήν ζω­ή της α­τό τόν κα­νό­να. Ε­ναι κλασ­σι­κή το­πο­θέ­τη­ση το κά­θε πε­ρι­θω­ρια­κο προ­σώ­που, νά προ­σπα­θε νά ­πι­βά­λει τίς θέ­σεις του μέ κά­θε μέ­σον καί κερ­δί­ζον­τας ­πα­δούς, νά κα­τα­φέ­ρει νά ν­τι­στρέ­ψει τούς ­ρους το παι­χνι­διο. Νά γί­νει, δη­λα­δή, α­τός τό «κα­τε­στη­μέ­νο» καί νά κ­δι­ώ­ξει στό πε­ρι­θώ­ριο α­τούς πού «­ξέ­βα­λε τς ρ­χς των». Τό ­τι, ­φεί­λου­με νά δι­α­πι­στώ­νου­με κα­τά πό­σον βι­ώ­νε­ται σω­στά ­να σύ­στη­μα ­ξι­ν κι ­τσι μό­νον νά ­ξι­ο­λο­γο­με τήν βι­ω­σι­μό­τη­τά του, δέν φαί­νε­ται νά τήν γ­γί­ζει. ­φο κα­τά τήν γνώ­μη της δέν λει­τούρ­γη­σε γι’ α­τήν, τό χρι­στι­α­νι­κό μον­τέ­λο τς Δύ­σης –καί πς ξ λ­λου νά λει­τουρ­γή­σει...;- ­φεί­λει νά κα­ταρ­γη­θε γιά ­λους καί τήν θέ­ση του νά λά­βει α­τό, πού πι­στεύ­ει ­τι λει­τουρ­γε γι’ α­τήν, δη­λα­δή, τό σύ­στη­μα το ­πο­κρυ­φι­σμο καί τς μα­γεί­ας. Χω­ρίς πρό­σβα­ση στήν πραγ­μα­τι­κή φι­λευ­σπλα­χνί­α, τήν ­γι­ή λ­λη­λεγ­γύ­η καί τήν ε­λι­κρι­νή ­γά­πη, πού μό­νον στήν κ­κλη­σί­α θά μπο­ρο­σε νά βι­ώ­σει, ­φέ­θη­κε στήν ­πόρ­ρι­ψη τν πάν­των καί στήν ν­ταρ­σί­α στήν ­ποί­α, ­μως, ­δη­γε σή­με­ρα τά παι­διά μας.

 

­πό τό λ­λο μέ­ρος, στά ρ­γα του, Πούλ­μαν[8] πα­ρου­σιά­ζει τό Θε­ό ­πα­τε­ώ­να, τήν κ­κλη­σί­α νά ­πα­γά­γει, νά βα­σα­νί­ζει καί νά δο­λο­φο­νε γιά νά ­πι­τύ­χει τούς στό­χους της, πού ε­ναι -με­τα­ξύ λ­λων- καί « κλο­πή παι­δι­κν ψυ­χν». κά­θε ν­θρω­πος ­χει, κα­τά τόν Πούλμαν, ­πό τή γέν­νη­σή του, τό προ­σω­πι­κό του δαι­μό­νιο, μέ τό ­πο­ο ­χει στε­νό­τα­το δε­σμό. Θε­ός δέν ­πρ­ξε πο­τέ πα­νά­γα­θος Δη­μι­ουρ­γός, λ­λά ε­ναι ψεύ­της, κα­κός καί σκλη­ρός. Ο κα­λοί, στό ρ­γο το Πούλμαν, ε­ναι ο κ­πε­σόν­τες γ­γε­λοι -βα­σι­κό δόγ­μα το Νεο-Γνω­στι­κι­σμο-, ­ν ο «κ­κλη­σί­ες σέ ­λους τούς κό­σμους ε­ναι δι­ε­φθαρ­μέ­νες καί ­νή­θι­κες». ­λοι, μά ­λοι, ο κ­πρό­σω­ποι τς κ­κλη­σί­ας ε­ναι κα­κοί, σκλη­ροί, μέ­θυ­σοι, δο­λο­φό­νοι πού «θυ­σιά­ζουν παι­διά στό σκλη­ρό Θε­ό τους». Σύμ­φω­να μέ τήν τρι­λο­γί­α το Πούλμαν, «α­τό κά­νει κ­κλη­σί­α καί ­λες ο