Η ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΙΚΗ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΚΛΑΟΥΣ

ΚΕΝΕΘ ΚΑΙ ΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ, ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΚΑΛΕΙ

 

Βιβλιοκριτική Πρεσβυτέρου π. Σταύρου Τρικαλιώτη

 

 

 

ταν διαβάζεις κάποιο βιβλίο, στό τέλος ναρωτιέσαι: καί τώρα τί μο μεινε, τί ποκόμισα; Τό διο ρώτημα θεσα στόν αυτό μου, ταν τό φετινό καλοκαίρι τέλειωσα τό πολυδιαφημιζόμενο βιβλίο το Κλάους Κένεθ: «Χιλιάδες μίλια πρός τόν δρόμο τς καρδις. ᾿Από τό σκοτάδι το μίσους στόν Γέροντα Σωφρόνιο» (κδ. ᾿Εν πλ, ᾿Αθήνα 2009). Η λήθεια εναι τι ατό τό βιβλίο μέ προβλημάτισε πολύ καί μο γέννησε ρισμένα ρωτηματικά, τά ποα θεώρησα σκόπιμο νά θέσω στήν κρίση το ρθόδοξου ναγνωστικο κοινο, μιά καί σέ ατό κυρίως πευθύνεται μετάφρασή του στά λληνικά.

 

Ο συγγραφέας το βιβλίου Κλάους Κένεθ γράφει χαρακτηριστικά λοκληρώνοντας τό βιβλίο του: «Σκοπός το παρόντος βιβλίου εναι νά ποτελέσει μιά μαρτυρία γιά το τι συγχώρηση τν μαρτημάτων μας καί σωτερική μας ναγέννηση θά εναι πράγματα φικτά, παντο καί πάντα, σο γάπη το Πατρός, το Υο καί το γίου Πνεύματος θά συγκινε τήν καρδιά μας (...)» (σ. 412). Δέν εμαι σίγουρος ν τό βιβλίο ατό πιτυγχάνει τό σκοπό του. Υπάρχουν πολλά σημεα στα ποα «μπάζει» νερά, σημεα τά ποα χρήζουν μεγάλης προσοχς, διασαφηνίσεως καί ρμηνείας. Υπάρχουν μως καί πολύ καλές και δυνατές σελίδες, πού ποπνέουν το ρωμα τς ελικρινος ξομολογήσεως το συγγραφέα, καθώς και ξιόλογες πληροφορίες πού θά μποροσαν νά χρησιμοποιηθον στον πολογητικό τομέα τς ᾿Εκκλησίας μας. Ομως, ταν να μορφο πλοο ρχίζει νά «μπάζει νερά», δέν θα κοιτάζουμε τήν πολυτέλεια καί τις νέσεις πού χει, λλά τό πς θα κλείσουμε τίς τρύπες εσόδου τν θαλασσίων δάτων, εδάλλως πάρχει κίνδυνος νά καταποντιστομε κι μες μαζί μέ τό μορφο πλοο. Καί πάρχουν, δυστυχς, ρισμένες τρύπες σ᾿ ατό τό βιβλίο, πού πρέπει νά τίς ξετάσουμε μέ τή δέουσα προσοχή. Πρoτο μως ξεκινήσουμε, θεωρήσαμε σκόπιμο να δώσουμε ρισμένες πληροφορίες γιά τόν συγγραφέα καί τή ζωή του.

 

Η ζωή το Κλάους Κένεθ (πό δ καί στό ξς: Κλ. Κ.) εναι ντως περιπετειώδης. ᾿Από τή γέννησή του (1945) ως τό 1983 πού γνώρισε τόν μακαριστό Γέροντα Σωφρόνιο, ζωή του χαρακτηρίζεται πό ντονες πνευματικές διακυμάνσεις.

 

᾿Από τήν παιδική του λικία τον στιγματίζουν ο κακουχίες καί γονεϊκή γκατάλειψη. Σέ νεαρή λικία κακοποιεται σεξουαλικά πό ναν καθολικό ερέα, γεγονός πού τόν κάνει νά ποστραφε τόν Χριστιανισμό. Στά φηβικά του χρόνια ξωθεται σέ ντικοινωνικές και ναρχικές συμπεριφορές, πού χουν ς συνέπεια τίς συχνές καταδίκες καί φυλακίσεις του. ᾿Αργότερα ς νέος γκαταλείπει τίς Πανεπιστημιακές του σπουδές καί για πτά χρόνια (1967-1973) βυθίζεται στόν κόσμο τν ναρκωτικν.

 

᾿Αργότερα, τόν βρίσκουμε νά περιπλανιέται σ᾿ λόκληρο τόν νατολικό κόσμο ναζητώντας την λήθεια καίκυρίως- τή δύναμη να ξουσιάζει τούς νθρώπους, τους ποίους μισε λοένα καί περισσότερο. Στήν ναζήτησή του ατή περνάει πό λες τίς μεγάλες θρησκεες (᾿Ισλαμισμό, ᾿Ινδουϊσμό, Βουδισμό). ᾿Αργότερα τόν βρίσκουμε μπλεγμένο στά γρανάζια το λατινοαμερικάνικου ποκρυφισμο καί τή μαγεία.. Στήν Κολομβία γλιτώνει πό βέβαιο θάνατο.

 

Στά τριάντα ξι του χρόνια πιστρέφει στήν Ερώπη, λοκληρώνει τίς σπουδές του καί διορίζεται ς καθηγητής σέ σχολεο. Ερχεται σέ παφή μέ τόν Προτεσταντικό χρο καί τίς ποικίλες παραφυάδες του καί σιγά σιγά μεταστρέφεται στόν Χριστιανισμό.

 

Ως ρθόδοξος δίνει τή μαρτυρία το Χριστο, μέ ποιον τρόπο νομίζει πιό πρόσφορο. Μέ ελογία το μακαριστο Γέροντος Σωφρονίου μεταφράζει στά γερμανικά το ργο του: «Η ζωή του ζωή μου». Περιοδεύει τήν Ερώπη καί μιλε γιά τήν ᾿Ορθοδοξία μέ βάση την προσωπική του πορεία καί μεταστροφή. ᾿Αναπτύσσει ντονη φιλανθρωπική δράση στή Σερβία και τήν ᾿Αφρική. Τό βιβλίο πού ξετάζουμε χει μεταφραστε σέ πτά γλσσες καί ποτελε μιά «μυθιστορηματική βιογραφία» το Κλ. Κ.

 

Ο Κλ. Κ. γιά να μεγάλο διάστημα τς ζως του ξ ατίας τν τραυματικν μπειριν, πού εχε ποκομίσει πό τόν καθολικισμό, κλείνει ρμητικά τήν πόρτα τς ψυχς του στόν ᾿Ιησο Χριστό: «Δυστυχς, ξαιτίας τν μεγάλων τραυμάτων πού εχα ποστε, ταν μουν παιδί, δέν μποροσα νά δ , τι εχε σχέση μέ τόν Χριστιανισμό. Στήν πραγματικότητα, κενο πού μέ μπόδιζε νά πλησιάσω τήνκοινότηταπό τήν ποία εχα ξεμακρύνει, ταν -πως πάντα- φανερή ποκρισία τν κατ᾿ νομα μόνο χριστιανν» (σ.158). Επομένως, Κλ. Κ. εναι τύπος το πογοητευμένου πό τά τυπικά σχήματα καί τήν θρησκευτική ποκρισία χριστιανο, ποος σάν το διψασμένο λάφι ναζητ νά ξεδιψάσει τήν πνευματική του δίψα σε χώρους «λλοτρίους», ο ποοι ρχικά το δίνουν τήν ντύπωση τι θά το προσφέρουν τόν «παράδεισο». Δέν θά ργήσει μως σιγά σιγά νά συνειδητοποιήσει τι ξένη χώρα μόνο ξυλοκέρατα θά εχε νά το προσφέρει καί μιά ψευδαίσθηση το ληθινο παραδείσου: «Ο περιπετειώδεις σκηνές πού ζοσα στη ζούγκλα τς Μαλαισίας, παλεύοντας μέ σκορπιούς, πιθήκους καί φίδια, ναλλάσσονταν πλέον μέ ατές τς σωτερικς μου ζούγκλας, που συνωστίζονταν δαίμονες, πνεύματα καί χιές» (σ. 116). Η πολυπόθητη, μως, σωτερική γαλήνη καί λευθερία ταν να πιαστο νειρο.

 

Ο Κλ. Κ. περιγράφει μιά νεξήγητη προσωπική του μπειρία, πού μπεριέχει πολλά στοιχεα ντιφάσεως. Καταρχάς μς μιλάει γιά μια πίσκεψη τς χάρης, ν βρισκόταν σέ μιά κατάσταση φόρητου πόνου ζώντας μέσα σ᾿ να βουδιστικό μοναστήρι: «...ρθε ξαφνικά χάρη το Χριστο. Ο γνωστος γιά μένα, λλά φιλεύσπλαγχνος Κύριος, θέλησε νά ποκαλύψει το πρόσωπό Του σέ μένα, τό πολύπαθο παιδί του, γι᾿ ατό καί πέτρεψε νά βρεθ νώπιον καταστάσεων μέσα πό τίς ποες μποροσε νά μο ποκαλυφθε κατά να διαίτερο τρόπο» (σ. 138). Παρακάτω ξηγε τι ατή πίσκεψη τς χάρης ταν μία μικρή Καινή Διαθήκη πού βρέθηκε μέσα στήν τσέπη του καί μία περικοπή σχετικά μέ τή μοιχαλίδα, πού συγχώρεσε Κύριος.

 

Παρά τήν πίσκεψη τς χάρης το Χριστο δυνατε, πως μολογε, νά βγε πό τό διέξοδό του καί τις τραυματικές του μπειρίες: « Ηταν πίστευτο πού βοήθεια μο δόθηκε τή στιγμή κριβς πού τή χρειαζόμουν.. Πάντως συνέχιζα νά εμαι παγιδευμένος τόσο στή ζούγκλα τν βασάνων μου σο καί σέ ατή τς Ταϋλάνδης, καί κάτι τέτοιο δεν μέ φηνε νά δ τόνχριστιανισμός μιά πραγματική ναλλακτική δό.

Μά πς νά ξεχάσω τά πτά χρόνια πού πέρασα κοντά σέ ατόν τόν κατ᾿ νομα μόνο ερέα...» (σ. 141). Φαίνεται πώς πίσκεψη τς χάρης το Χριστο δέν ταν τόσο δραστική και γι᾿ ατό πιδόθηκε μέ περισσότερο ζλο στόν διαλογισμό καί φτασε μάλιστα σέ πίπεδο τελειότητας με πτά ποτελέσματα: βγαινε πό το σμα του καί βίωνε παρόμοιες καταστάσεις πού περιγράφουν ο κλινικά νεκροί! (σ. 141, 142). Ατή την μπειρία του τήν χαρακτηρίζει ς «φωτεινή πλευρά το διαλογισμο». Παρακάτω μως μς ποκαλύπτει: «πρχε μως καί λλη ψη το νομίσματος: τώρα πιά μο μφανίζονταν δαίμονες, μέ τίς πιό ποκρουστικές μορφές, λλά τό πιο τρομακτικό ταν τι μποροσα να τούς βλέπω κανονικά, μέ τά δια μου τά μάτια, ς εκόνες πού σχηματίζονταν πό κτνες λέιζερ» (σ. 143).

 

Σέ πολλά σημεα περιγράφει την κόλαση πού βιώνει. Δέν εναι σίγουρος γιά τήν παρξη το Θεο. Οντας στή Βολιβία καί περνώντας δύσκολες καταστάσεις θά ναφωνήσει: «Δέν εχα καμία πιθυμία να συνεχίσω νά ζ μέσα στήν γνοια.

Μιά δυνατή φωνή βγκε πό τά βάθη τς χαμένης καρδις μου: ”Θεέ μου, ν πάρχεις, λα καί σσε με τώρα„» (σ. 183). Εχει ρχίσει να συνειδητοποιε τι εναι γκλωβισμένος πό σχυρές σκοτεινές δυνάμεις, πό τίς ποες καί προσπαθε νά πελευθερωθε (σ. 189, 190).

 

Κατόπιν γνωρίζει τόν προτεσταντικό χρο καί ρχίζει νά ξηγε διάφορα περιστατικά, πού το συμβαίνουν στή ζωή του ς θαύματα και νά βλέπει πίσω πό ατά τό προστατευτικό χέρι το Θεο. ᾿Αργότερα, κατά προτροπή κάποιας φίλης του, θά γνωρίσει ναν προτεστάντη πάστορα, τόν Μόρις, ποος θα τόν πείσει τι χει δώσει δικαιώματα στόν διάβολο καί θά το κάνει μάλιστα καί δύο ξορκισμούς. Ο πρτος δέν πιασε, δεύτερος μως πιασε γιά τά καλά. Ο προτεστάντης πάστορας ποφάνθηκε: «Τώρα πιά πρέπει νά νιώθεις πολύ σφαλής. Εσαι πλέον σέ θέση να κούσεις τόν Κύριο» (σ. 220). ᾿Εν δέχεται νά τόν ξορκίσουν, ργότερα θά μολογήσει: «Δέν εμαι χριστιανός. Δέν νήκω στήν μάδα σας (νν. κάποια προτεσταντική παραφυάδα)» (σ. 221). Παντο τό μπέρδεμα. Φάσκει καί ντιφάσκει. Συνεχς ναζητε καί διαφορετικές θρησκευτικές μπειρίες. Στή συνέχεια τόν βρίσκουμε νά χει χωθε γιά τά καλά στόν Προτεσταντισμό.

Ο Μόρις ( προτεστάντης πάστορας) «ψωσε τά χέρια του πρός τον ορανό καί φώναξε δυνατά καί με θαυμαστή συγκίνηση, ”᾿Αλληλούια! Ο Κλάους τά κατάφερε! Δοξάστε τόν Κύριο!» (σ.243) (!!!).. (τά πρόσθετα θαυμαστικά δικά μας).

 

Κατόπιν κοινωνε κατά τό προτεσταντικό τυπικό καί στό τέλος διαπιστώνει: «᾿Επιτέλους, πορευόμουν τόν δρόμο πού δηγοσε στόν παράδεισο. Καί ναί, διά το Χριστο καί ν Χριστ, μπόρεσα καί νίκησα τόν φόβο το θανάτου! Ο Χριστός εχε νικήσει τόν θάνατο. Μιά ζωή ατό δέν προσπαθοσα νά πετύχω;» (σ. 244). Ο ναγνώστης διαβάζοντας ατές τίς γραμμές χει τήν ασθηση τι προτεσταντικός χρος δέν εναι καί τόσο πορριπτέος, σο θέλουν νά τόν παρουσιάζουν μερικοί, τι καί κε νεργε χάρη το Χριστο. Οταν μάλιστα Κλ. Κ. φαίνεται σέ πολλά σημεα νά μιλε μέ τόν Χριστό κι κενος πολύ φυσικά νά το παντ καί να τόν καθοδηγε, παραπάνω διαπίστωση γίνεται πιό πιστευτή. Εναι ξιοσημείωτο τι σχεδόν τό μισό βιβλίο ναφέρεται στίς περιπλάνησή του σέ ξωχριστιανικές θρησκεες, τό λλο μισό στήν θητεία του στον προτεσταντικό χρο καί μόλις λίγες σελίδες στό τέλος στήν γνωριμία του μέ τόν Γέροντα Σωφρόνιο καί τή μεταστροφή του στήν ᾿Ορθοδοξία. Κι ναρωτιέται κανείς: γιατί νά χυθε τόσο μελάνι στήν περιγραφή μις περιπέτειας; Πολλές φορές νιώθεις τι Κλ. Κ. δέν παίρνει θέση περιγράφοντας τίς διάφορες πνευματικές του περιπέτειες. Δέν χει ξ ρχς να κριτικό πνεμα ναντι τν αρέσεων στις ποες εχε μπλεχτε. Διαφαίνεται μιά συμπάθεια καί να πνεμα νοχς, δίως στούς Προτεστάντες. Μόνο πρός τό τέλος κάνει μια κριτική ναθεώρηση καί φαίνεται νά ποστασιοποιεται.

 

᾿Εδ θά θελα νά κάνω μιά παρέκβαση καί νά θυμίσω σέ λους μας τόν μεγάλο κίνδυνο πού διατρέχουμε λοι μας πό τόν πίβουλο τς σωτηρίας μας διάβολο, «τόν πλανντα τήν οκουμένην λην», το ποίου τό τέλος προδιαγράφεται οκτρό, διότι θά βασανισθε « μρας κα νυκτς ες τος αἰῶνας τν αἰώνων» (᾿Αποκ. κ΄, 10). Καί δέν μπορε κάποιος να σχυρισθε τι εναι πρόσβλητος πό τίς προσβολές τοΒελίαρ, γιατί σύμφωνα μέ τόν πόστολο Παλο: « δοκν στάναι βλεπέτω μ πέσ» (Α΄ Κορ. ι΄, 12). ᾿Εξ λλου διος Κύριός μας μς χει προειδοποιήσει: «πολλο γρ λεύσονται π τ νόματί μου λέγοντες, γώ εμι Χριστός, κα πολλος πλανήσουσι» Ματθ. κδ΄, 5).

 

Βέβαια, χουμε στήν ᾿Εκκλησία μας τήν κλήση το ᾿Αποστόλου τν θνν Παύλου κατά τρόπο παράδοξοκατ᾿ οκονομίαν τύφλωση») καί τό σωτηριδες ρώτημα πού το πηύθυνε διος Χριστός μετά τό: «Σαούλ, Σαούλ, τί με διώκεις». Καί κατάληξη το σωτηριώδους διαλόγου ᾿Ιησο Χριστο-Παύλου: «γώ εμι ᾿Ιησος Ναζωραος, ν σ διώκεις» (Πράξ. θ΄, 4-5· κβ΄, 7-8). ᾿Από κε κι πειτα, πόστολος Παλος βαπτίζεται, γίνεται ναός το γίου Πνεύματος καί λη του καρδιά λευθερώνεται πό τό σκοτάδι τς μαρτίας (Ρωμ. α΄, 2). Ο μετέπειτα πνευματικές του μπειρίες εναι γνήσιες καί σχέση του μέ τόν Χριστό γίνεται πάντοτε ν γί Πνεύματι: «Οδες δύναται επεν Κύριος ᾿Ιησος ε μ ν Πνεύματι γί» (Α΄ Κορ. ιβ΄, 3).

 

Δέν μπορομε νά σχυρισθομε μως τι λοι ο νθρωποι πού πιστρέφουν στόν Χριστό χουν κατό τος κατό γνήσιες πνευματικές μπειρίες. Ο κίνδυνος τς πλάνης λλοχεύει πάντοτε. Γι᾿ ατό μέγας διδάσκαλος τς νηπτικς ργασίας Γρηγόριος Σιναΐτης πισημαίνει τούς κινδύνους τς πλάνης κατά τό ργο τς προσευχς: «Πρόσεχε ον κριβς,Θεο ραστά, ν γνώσει (=μέ κρίβεια και γνώση)· πν ργαζόμενος τ ργον (νν. τό δύσκολο πνευματικό ργο τς προσευχς), δς φς πρ ξωθεν σωθεν, σχμα δθεν Χριστο Αγγέλου τέρου τινός, μ παραδέξ ατό, να μ βλάβην ποστς· μηδ σ φ᾿ αυτο εκονικς προσέχων (=μήτε σύ διος προσέχοντας τις εκόνες ατές), άσς τν νον κτυπον τοιατα (=φήσεις τον νο σου νά τίς ποτυπώνει). Πάντα γρ τατα ξωθεν καίρως μετασχηματιζόμενα, πρς τ πλανσαι τν ψυχν γίνονται» (Φιλοκαλία, τ. Δ΄, σελ. 76, κδ. ᾿Αστέρος).

 

Ας σημειωθε τι ο προτροπές ατές το γίου Γρηγορίου το Σιναΐτου γίνονται πρός βαπτισμένους ρθοδόξους χριστιανούς, νθρώπους δηλ. πού χουν ναγεννηθε μέ τό θεο βάπτισμα. Πόσο μλλον σχύουν γιά νθρώπους πού βυθίζονται στή θάλασσα το Προτεσταντισμο καί σέ μφισβητούμενες μπειρίες το χώρου ατο. Πς, λοιπόν, μπορομε να δεχτομε βασάνιστα σα μς λέει παρακάτω Κλ. Κ. ταν θελε νά κοινωνήσει πό τούς Προτεστάντες καί δέν ξερε ν τόν θελε πραγματικά Χριστός; Μς λέει λοιπόν: «Κι πειδή τό δίλημμα ατό μονοπωλοσε τίς σκέψεις μου, γειρα αθόρμητα τό κεφάλι μπρός καί κλεισα τά μάτια στε τίποτα νά μή ποσπ τήν προσοχή μου. Τότε Τόν ρώτησα: ”Χριστέ, θές νά ᾿ ρθω;„ Μέσα σέ κλάσματα δευτερολέπτου, σάν νά περίμενε πό καιρό τή στιγμή ατή, δωσε τό ”παρώνκαί μο μίλησε! Οχι, δέν ταν προϊόν τν σκέψεών μου, γιατί Τόν κουσα νά λέει δυνατά καί καθαρά: ”Ναί, λα! Σο χω δώσει φεση μαρτιν„» (σ. 227, 228). ᾿Εμες τώρα, πρέπει νά πιστέψουμε τόν Κλ. Κ. τι ατά δέν εναι προϊόντα τν σκέψεών του, γιατί κουσε τόν Χριστό νά το μιλάει δυνατά καί καθαρά! Θά μπορούσαμε, πράγματι, νά εμαστε πιό καλοδιάθετοι καί πιό δεκτικοί στίς «ποκαλύψεις» το Κλ. Κ., ν δέν πρχε κι ατή μυστηριώδης ραματίστρια κυρία Γκροζάν «πού μενε στή Λωζάνη καί ταν πολύ γνωστή γιά τό χάρισμα πού εχε νά βλέπει ράματα, τά ποα πάντα παληθεύονταν»! (σελ. 245) Ετσι, λοιπόν, περίφημη ατή κυρία Γκροζάν επε τά ξς ποκαλυπτικά στόν Κλ. Κ. : «Τή στιγμή κριβς πού μο δίνατε τό δισκοπότηρο μέ τόν ονο, εδα να ραμα: Ο πύλες το ορανο νοιξαν διάπλατα. Ο οράνιοι οκοδεσπότες νήγγελλαν μιά πολύ μεγάλη νίκη καί ο γγελοι ψαλλαν να θεσπέσιο μνο» (σ. 244). Ο Κλ. Κ. κοίταξε τή συγκινημένη καί δακρυσμένη κυρία καί μέ δάκρυα στα μάτια τς πάντησε: «Νομίζω πώς μόλις... γινα χριστιανός...» (σ. 245). Πολλά δάκρυα, πολλή συγκίνηση, πολύς συναισθηματισμός! Πο, μως, βρίσκεται λήθεια; Θά δεχθομε λαφρ τ καρδί ατές τίς θρησκευτικές μπειρίες θά κούσουμε τόν γιο ᾿Ιωάννη τόν Χρυσόστομο πού μς διδάσκει: «ποικίλον καί πολυειδς κα συγκεχυμένον πλάνη, δ λήθεια μία» (Ε.Π.Ε. 16Β, 386). ᾿Αλλά μήπως καί στόν ρθόδοξο χρο δέν χουμε τίς λεγόμενες «φωτισμένες», πού βλέπουν μέ πολλή νεση τον Χριστό, τήν Παναγία, τούς ᾿Αγγέλους, πού φορνε κάτι μοιόμορφες μαντλες καί κρατον σφικτά στά χέρια τους ναν ξύλινο σταυρό; Η ᾿Εκκλησία μας εναι πολύ πιφυλακτική σέ τέτοιου εδους καταστάσεις καί μς κρούει τήν κώδωνα το κινδύνου: Προσοχή! Προσοχή! Προσοχή! ᾿Ιδίως τομα πού χουν περάσει «πολλά στή ζωή τους», γίνονται εκολη λεία στα χέρια το ρχεκάκου. Η Αγία Γραφή μς πισημαίνει τι σατανς «μετασχηματίζεται ες γγελον φωτός»! (Β΄ Κορ. ια΄, 14).

 

Εναι ρκετά πράγματα πού μς παραξένεψαν κατά τήν νάγνωση ατο το βιβλίου, τά ποα καί θα παραλείψω. Ενα τελευταο και νδεικτικό εναι θαυμασμός και ποδοχή πού δείχνει Κλ. Κ. στο πρόσωπο τς Μητέρας Τερέζας, τήν ποία καί εχε γνωρίσει προσωπικς. Γιά σους δέν θυμονται τά περί τς Μητέρας Τερέζας να πομε τι ταν καθολική μοναχή, δρύτρια μοναχικο τάγματος και τι τό 1979 βραβεύτηκε μέ τό Νόμπελ ερήνης γιά τή φιλανθρωπική καί ερηνευτική της δραστηριότητα. Πέθανε σέ λικία 87 τν το 1987, λλά Πάπας ᾿Ιωάννης Παλος Β΄ δέν χασε τήν χρυσή εκαιρία γιά προβολή το Καθολικισμο καί τό 2003 τήν νεκήρυξε σέ σία. Οπως μς πληροφορον τά ΜΜΕ : «Προσκυνητές πό κάθε γωνιά το κόσμου κατέφθασαν στή Ρώμη γιά νά τιμήσουν τή μνήμη τς μοναχς πού φιέρωσε τή ζωή της στούς φτωχούς, τους στεγους καί τούς ρρωστους τς Καλκούτας» (πηγή: διαδίκτυο BBC.GREEK.com).

 

Ο Κλ. Κ. μς λέγει πώς Μητέρα Τερέζα τόση μεγάλη πιρροή εχε πάνω του πού τόν κανε να κλάψει στερα πό εκοσι χρόνια. (σ. 29). Μάλιστα στό βιβλίο του τς φιερώνει λόκληρο κεφάλαιο (σ. 95-107). Οντας σέ κατάσταση ντονου ψυχικο φόρτου καί μετρήτων δακρύων, Κλ. Κ. θά μς πε περί τς Μητέρας Τερέζας: « ψυχή τς Μητέρας Τερέζας νέδιδε τόση γάπη καί ζεστασιά πού ο πάγοι τς καρδις μου λιωσαν. Μιά καρδιά πού δ καί τόσο καιρό ταν πό πέτρα μεταμορφώθηκε μέσως σέ νθρώπινη καρδιά. Η Μητέρα Τερέζα στεκόταν σαν ληθινή μητέρα στούς φτωχούς, νας πό τούς ποίους μουν κι γώ. Ηταν μητέρα μου. Ποτέ μου δέν εχα ληθινήΜητέρα, ν ατή ταν μιά μοναδική γυναίκα, μιά μητέρα γιά μένα, τόν φτωχότερο τν φτωχν τς Καλκούτας» (σ. 102, 103).

 

Οσο κι ν μς εναι συμπαθής Κλ. Κ. γιά τήν μολογουμένως ξομολογητική του διάθεση, δέν μπορομε νά μήν παρατηρήσουμε τον ντονότατο συναισθηματισμό πού κπέμπουν τά βιώματά του, ναν συναισθηματισμό πού μπορε να ποβε νασταλτικός σέ μιά νηφάλια καί λογική ξέταση τν σωτερικν του καταστάσεων. Πάλι Μητέρα Τερέζα φαίνεται νά τον χει θαμπώσει: «Τόσο μεγάλη ταν δύναμη τν λόγων της, λλά και τόσο πολύ ξαφνιάστηκα μέ την πλότητά της, πού λλαξε ριζικά τρόπος μέ τόν ποο βλεπα τά πράγματα» (σ. 104). Βέβαια, Κλ. Κ. βρισκόταν τότε σέ μία φάση ναζήτησης τς λήθειας καί δικαιολογονται σως κάποιες περβολικές κφράσεις του, πως ο παραπάνω. Ομως, ν καί τό βιβλίο γράφτηκε κ τν στέρων, δεν βλέπουμε σέ κανένα σημεο να πομυθοποιεται -πό να ρθόδοξο πλέον- τό πρότυπο τς Μητέρας Τερέζας. Παντο θαυμασμός, θαυμασμός, θαυμασμός!

 

Σέ κάποιο λλο σημεο Μητέρα Τερέζα κάνει στόν Κλ. Κ. μαθήματα θρησκευτικς χειρομαντείας!: «Ενα πρωΐ μο επε: ”᾿Ελα δκαί μο πιασε τό χέρι νοίγοντας τήν παλάμη μου. ”Κοίτα δ... Στο μέσο τς παλάμης κάθε νθρώπου πάρχει να κεφαλαο Μ, πού σχηματίζεται πό τίς γραμμές το χεριο του· νά λές πώς Παρθένος Μαρία, μεγάλη Προστάτισσα, χάραξε ατό τό γράμμα, γιά νά μη ξεχνς πώς εναι Μητέρα το Χριστο πού μεσιτεύει γιά μς στόν Υό της. Αμα χεις δυσκολίες κάτι δέν πάει καλά, νοιξε τήν παλάμη σου καί ζήτα τή βοήθεια τς Παναγίας. Θά τρέξει κοντά σου νά σέ προστατεύσει„» (σ. 105). Δέν νομίζω πώς χρειάζεται νά νοίξουμε τό χέρι μας καί νά δομε τίς γραμμές τς παλάμης μας γιά νά σπεύσει Παναγία μας σέ βοήθεια. Κάτι τέτοιες ρμηνεες γγίζουν τά ρια το κωμικο. Η Παναγία Μητέρα μας μέ μιά πλ κ βάθους καρδίας πίκλησή της εναι πραγματικά κοντά μας.

 

Ο μακαριστός Γέροντας Σωφρόνιος το Εσσεξ, ν καί ρχικά το δειξε μιά πατρική συμπάθεια γιά τόν μολογουμένως ξιέπαινο γώνα πού κανε νά πεγκλωβιστε πό τά δίκτυα το μισοκάλου, ν τούτοις δέν φάνηκε διατεθειμένος νά τόν δεχθε μέσως στούς κόλπους τς ρθόδοξης ᾿Εκκλησίας, προφανς γιά νά τον δοκιμάσει καί νά τόν δηγήσει σταδιακά σέ πίπεδο ριμότητας τέτοιο, στε τοιμος καί «κατηχημένος» νά δεχτε τό ρθόδοξο βάπτισμα: «Πάντως, ταν βρισκόμουν μαζί του (νν. μέ τόν Γέροντα Σωφρόνιο), νιωθα κάτι τό νείπωτο, να μυστήριο - δια γάπη κρυβόταν πίσω πό τό χιομορ του. ταν γελοσε -καί ατό συνέβαινε συχνά ταν μασταν μαζί- τρανταζόταν λόκληρος καί νόμιζες πώς τόν σήκωνε ψηλά να σύννεφο. Ωστόσο, κόμα δέν ταν πρόθυμος νά μέ δεχτε στούς κόλπους τς ᾿Εκκλησίας του. Ετσι, για λλη μιά φορά μο επε νά γυρίσω πίσω» (σ. 397).

 

᾿Αργότερα πορεία του προς τήν ᾿Ορθοδοξία εναι ντως παινετή. ᾿Εφάρμοσε σα το επε Γέροντας σχετικά μέ τή νοερά προσευχή: «Κλάους, σο συνιστ νά κάνεις νοερά προσευχή. Τά λόγια εναι: ”Κύριε ᾿Ιησο Χριστέ, λέησόν με, τόν μαρτωλό» „ Αν λές τακτικά ατήν τήν ”προσευχή τς καρδις„, θά δες τήν καλή λλοίωση πού θά σο χαρίσει Κύριος». (σ. 397). Η κατοπινή του πορεία εναι ξιοπαρατήρητη: «Χάρη στήν καρδιακή προσευχή πολλά πράγματα λλαξαν σύν τ χρόν. Μπόρεσα νά περάσω πό τό γάλα στή στερεά τροφή μέσω τς συνεχος προσπάθειας και τς πειθαρχίας» (σ. (401). Πράγματι, φωτεινή προσωπικότητα το μακαριστο Γέροντος Σωφρονίου φαίνεται τι ξάσκησε μιά εεργετική πίδραση στήν πνευματική ζωή το Κλ. Κ. Γι᾿ ατό κι διος θά μολογήσει στόν πίλογο το βιβλίου: «Ο χριστιανικός δρόμος μοιάζει συχνά νά εναι διάβατος, λλά πως δειξα καί στό νά χείρας βιβλίο, δέν πάρχει λλη ναλλακτική δός πό ατήν τς ᾿Ορθοδοξίας» (σ. 418).

 

Πάντως, τό βιβλίο ατό, ν διαβαστε πό κάποιον, θά πρέπει να διαβαστε μέ πιφύλαξη καί προσοχή, δίως στά σημεα που πικεντρώσαμε τήν κριτική μας. ᾿Ασφαλς δέν εναι να βιβλίο πού θά συστήναμε σέ φήβους, στού ποίους δέν χουν κατασταλάξει πολλά στοιχεα σχετικά μέ τήν πίστη. Υπάρχει κίνδυνος νά δηγηθον σέ κόσμους πού δέν θα μπορον νά τούς λέγξουν. ᾿Ενθυμομαι, ταν μουν φοιτητής στη Θεολογική Σχολή, μο εχε προταθε νά κάνω κάποια ργασία στα πλαίσια θρησκειολογικο μαθήματος στό βιβλίο: «Η ατοβιογραφία νός Γιόγκι», που πό να σύγχρονο γκουρο παρουσιαζόταν με κάθε λεπτομέρεια κοσμοαντίληψη τς Γιόγκα. Οταν κατόπιν ρώτησα τόν μακαριστό καί πολύ γάπητό μου πατέρα ᾿Αντώνιο ᾿Αλεβιζόπουλο γιά τό γχείρημα ατό, κενος μέ πέτρεψε, πισημαίνοντάς μου παράλληλα τούς κινδύνους στούς ποίους θά μποροσα νά μπλακ.

 

Ο ᾿Απόστολος Παλος μς πενθυμίζει τι «δι πολλν θλίψεων δε μς εσελθεν ες τν βασιλείαν το Θεο» (Πράξ. ιδ΄, 22). Ας παρακαλέσουμε τόν φιλεύσπλαγχνο Πατέρα λων μας, στε σες θλίψεις περάσουμε στή ζωή μας, νά μεταποιηθον μέ τή χάρη Του σέ ληθινά ν Χριστ βιώματα, βιώματα πού θά μς δηγήσουν με σφάλεια στό κύμαντο λιμάνι τς βασιλείας το Θεο.