- Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ - https://alopsis.gr -

Οι ευσεβοφανείς (Κώστας Ε. Τσιρόπουλος)

Κεφάλαιο από το βιβλίο "Η μαρτυρία του ανθρώπου" ("Οι εκδόσεις των φίλων", σελ. 384)

Περισσότερα για το βιβλίο πατήστε εδώ [1] Η θρησκεία αποκρίνεται στον πιο βαθύ καημό του ανθρώπου: τον καημό της αθανα­σίας. Είναι Η σχεδία που τον φέρνει, μέσα απ’ το φόβο και περνώντας τον απ’ το τρομερό ρίγος του χάους, στο ακρωτήρι της πίστης και της ελπίδας. Τον λυτρώνει από τον παραλογισμό, του αποκαλύπτει τις εσχατιές της αλή­θειας — το σκοπό της επίγειας παρουσίας του και την μετά θάνατο πραγματικότητα — και υπερπληρώνει την ψυχή του με τον ευλογημένο ζήλο της αγιότητας. Η θρη­σκεία είναι το έργο της φανέρωσης του Θεού στον άνθ­ρωπο και η συμπόρευσή τους μέσα στην εποχή της ελευ­θερίας και της ευθύνης που είναι ο βίος αυτός.
Φανερό πως μιλώντας για θρησκεία, έχουμε ουσιαστι­κά στο νου μας τον Χριστιανισμό, τη θρησκεία που δεν τεχνουργήθηκε απ’ το μεταφυσικό δέος του ανθρώπου αλλ’ αποκαλύφθηκε απ’ τον ίδιο το Θεό και αδιάκοπα απο­καλύπτεται στους πιστούς δια της Εκκλησίας.
Ενώ, λοιπόν, η θρησκεία — η χριστιανική θρησκεία — είναι τα άγια των αγίων της ζωής, υποφέρει επί αιώνες αλλά υποφέρει έντονα και στην εποχή μας από μια μεγάλη κατηγορία ανθρώπων που ενώ φαίνονται ευσεβείς κι αφο­σιωμένοι σ’ αυτήν, ουσιαστικά δεν είναι. Δεν πρόκειται, όπως εύκολα θα μπορούσε να υποθέσει κανείς, για υποκρι­τές. Η υποκρισία έχει μέσα της το στοιχείο του εκούσιου, της θέλησης του ανθρώπου που την επαγγέλλεται. Ο υπο­κριτής γνωρίζει πως είναι υποκριτής και η συνείδησή του καταφάσκει, συμφωνεί σ’ αυτή την αγυρτεία. Εκείνος χρησιμοποιεί τη θρησκεία για σκοπούς δικούς του, κοι­νωνικής προβολής, οικονομικών ωφελημάτων και λοιπά. Αντίθετα, ο ευσεβοφανής δεν γνωρίζει σωστά την κατάστασή του. Νομίζει, ή καλύτερα, πιστεύει πως είναι ευσεβής. Δεν περνά απ’ τη συνείδησή του η σκιά κανενός δισταγμού, καμμιάς αμφιβολίας. Πιστεύει πως εκφράζει στο ακέραιο το πνεύμα της θρησκείας κι ακόμη κάτι περισσότερο: πως έχει ταχθεί άνωθεν να την υπερασπί­ζει και να διώχνει έξω απ’ το ναό τους διάφορους κολυβιστές και μεταπράτες κάθε εποχής. Ο ευσεβοφανής ζει επιφανειακά, ζει ελαττωματικά τον Χριστιανισμό κι επειδή το βίωμά του δεν πάει σε βάθος, δεν έχει ουσία πνευμα­τική, εύκολα τον ωθεί στο θρησκευτικό φανατισμό που είναι ο πιο σκληρός, ο πιο ολέθριος κι ο πιο βλάσφημος του Θεού αλλά και του ανθρώπου φανατισμός.
Δε μπορώ να φανταστώ άνθρωπο αληθινά ευσεβή που να είναι και φανατικός. Σταθερός στις αρχές και στις πε­ποιθήσεις του ναι, αλλά φανατικός όχι. Γιατί ο φανατι­σμός είναι βιασμός της ελευθερίας και του φανατικού αλλά και των άλλων στους οποίους κατευθύνεται, είναι σκοτισμός της συνείδησης που δεν τρέφεται και δεν φρονημα­τίζεται παρά μονάχα με την ελευθερία. Ο φανατισμός έχει από τη φύση του ένα στοιχείο έντονης κι επίμονης επιθετικότητας, έχει όλο το δηλητήριο της μισαλλοδοξίας. Αλλά ο αληθινά ευσεβής δεν είναι ούτε επιθετικός ούτε μισαλλόδοξος, γιατί ζει και τρέφεται πνευματικά, και φω­τίζεται συνειδησιακά από το δόγμα των δογμάτων που είναι η Αγάπη, δηλαδή η ουσία του Θεού, αφού «ο Θεός αγάπη εστί».
Ο ευσεβοφανής είναι αυστηρός τηρητής των δογμά­των αλλά γι’ αυτόν τα δόγματα είναι ξερά, σχηματοποιη­μένα, αφού δεν τα ζωοποιεί η χάρη της παρουσίας του Θεού που είναι η Αγάπη. Τα δόγματα είναι γι’ αυτόν τύποι κι όχι ουσία, λόγια και όχι πάθος, κούφιες διακη­ρύξεις κι όχι αγωνιώδη βιώματα της ψυχής. Εν ονόματι των δογμάτων είναι έτοιμος να καταδιώξει, να συκοφαντή­σει, να εξουθενώσει τους άλλους και λησμονεί πως ο Θεός έχει φύγει από μέσα του αφού έχει πάψει να νιώθει αγάπη και συμπόνια.
Αυτοί, οι ευσεβοφανείς με την αλλοπρόσαλλη και χρι­στιανικά βλάσφημη συμπεριφορά τους, όλο κι απομακρύ­νουν τους ανθρώπους από τη θρησκεία, όλο και περισσό­τερο παγώνουν τον ζήλο και την πίστη των πολλών, όλο και πιο συχνά διασέρνουν τ’ όνομα του Θεού που είναι τ’ όνομα της αγάπης. Πιστεύουν πως ενώπιον του Θεού είναι εντάξει, έχουν τη βεβαιότητα και τη συχαμερή προπέτεια της «αρετής» τους, είναι σίγουροι πως θα φύγουν απ’ τον κόσμο αυτό δικαιωμένοι και πως θα κερδίσουν χωρίς αμφιβολία την επουράνια βασιλεία… Έτσι, θεωρούν τον εαυτό τους υποχρεωμένο ν’ «αγωνίζεται», να ελέγχει, να κατακεραυνώνει τους αμαρτωλούς, να τους απειλεί με την κόλαση και με τον ηθικό αφανισμό. Λησμο­νούν πως ο αληθινά ευσεβής «διστάζει» αδιάκοπα κι αδιά­κοπα ελέγχει τα έργα και τη στάση του για να δει αν αλη­θινά βρίσκονται μέσα στο χώρο της αγάπης, του Θεού. «Ο δοκών εστάναι, βλεπέτω μη πέση».
Οι ευσεβοφανείς όμως έχουν ένα «ύφος» και μια σι­γουριά κυριολεκτικά απάνθρωπα. Συνοφρυωμένοι και σπουδαιοφανείς, φέρνουν σ’ εκείνους που τους συναπαντούν αηδία, όχι μονάχα γι’ αυτούς, αλλά και για τις τίμιες και ιερές θέσεις που υποστηρίζουν. Διασείρουν τον Χρι­στιανισμό και παραμορφώνουν με τη βιαιότητα και τη σκληρότητά τους την πίστη. Εφευρίσκουν κι επιθέτουν στους ώμους των ανθρώπων βάρη δυσβάστακτα με μια κακή ηδονή και μια μοχθηρία που όταν τα προσέξει κα­νείς, δύσκολα θα τα ξεχάσει. Και λησμονούν πως η έσχατη Κρίση θα γίνει με βάση την Αγάπη, και μάλιστα, την Αγάπη προς τους άλλους, μέσα στους οποίους, κατοικεί και περιμένει ο ίδιος ο Θεός. Σιγά – σιγά έχουν τόσο πολύ ξεφύγει, που έχασαν και την αίσθηση και το μέτρο του ανθρώπου. Ξέχασαν πως έχει αυτό το έξοχο πλάσμα του Θεού καρδιά και πως η αθάνατη κι αγωνιώσα ψυχή του κατοικεί μέσα σ’ ένα κορμί ευαίσθητο κι αδύναμο. Αυτοί, σαν τους Φαρισαίους, επιθέτουν βάρη πάνω στα βάρη και στο τέλος, εκείνοι που τους προσέχουν κι έχουν απατηθή απ’ την ευσεβοφάνειά τους, βλέπουν μ’ απελπισία πως ο Χριστιανισμός είναι αδύνατο να πραγματοποιηθεί από τους ανθρώπους της εποχής μας και φεύγουν μακρυά, απογοητευμένοι.
Ο Χριστιανισμός, μέσα από το Ευαγγέλιο κι από τους πρώτους αιώνες της ζωής του, είναι απλός, καταδεχτικός, σεμνός κι «αγαπητικός». Σήμερα κοντεύει να γίνει γριφώδης πνευματική πραγματικότητα, έτσι που τον έχει εξαντλητικά «επεξεργαστεί» κι αναλύσει ο εγωισμός της ανθρώπινης διάνοιας. Οι ευσεβοφανείς με την πολιτεία τους, απογυμνώνουν τη θρησκεία απ’ το μυστήριο που την ζωοποιεί και τη μεταμορφώνουν, παραχαράζοντάς τη, σε κοινωνική σκοπιμότητα. Μπαίνουν στις εκκλησίες και δεν τρέμει τίποτα μέσα τους μη τυχόν και είναι ανά­ξιοι. Έχουν τη σιγουριά και την αυταρέσκεια των μανια­κών που δεν σέβονται ουσιαστικά τίποτα και δεν στέ­κονται μπροστά στον άλλο, τον οποιοδήποτε άνθρωπο, με σεβασμό και κατανόηση. Ποιος όμως να δείξει κατανό­ηση; Αυτοί; Μα αυτοί έχουν κάνει την ευσέβεια υπόθεση του εγωισμού τους κι ελέγχουν και καταδιώκουν τους άλ­λους γιατί δεν ξέρουν τί είναι αυτή η γλυκειά, η ανθρώπινη κίνηση της ψυχής που λέγεται επιείκεια. Αν μπορούσαν να το κάνουν χωρίς να φανούν, αν μπορούσαν λ.χ. να εξολοθρεύσουν με θάνατο τους αντιπάλους τους, θα το έκαναν χωρίς ενδοιασμό και «εις το όνομα του Θεού». Ο Θεός είναι αγάπη αλλά η δική τους καρδιά έχει σκουλικιάσει από την εμπάθεια και το μίσος.
Ευτυχώς που υπάρχουν τα Συναξάρια των αγίων. Εκεί βλέπουμε πως οι αληθινά ευσεβείς, οι αληθινά άγιοι ήταν σεμνοί, καλόβολοι, επιεικείς κι αφανάτιστοι. Ήταν α­προκατάληπτοι και γαλήνιοι. Έμοιαζαν με τα λούλουδα που φυτρώνουν στο φράχτη του περιβολιού: ευώδιαζαν από αρετή και ντρέπονταν. Αυτοί οι άγιοι που βγήκαν από τη διάσταση της ανθρωπιάς, από αμαρτίες και σφάλματα ξεπλυμένα με δάκρυα και ταπεινοσύνη, μας ξαναδίνουν την αληθινή, την καθαρή γεύση της θρησκείας, και θεσπί­ζουν ακατάπαυστα το κριτήριο το μοναδικό: της αγάπης.
Κάτω απ’ το δικό τους υπόδειγμα, η αγυρτεία των ευσεβοφανών της εποχής μας είναι ολοφάνερη. Η έκπτω­σή τους και από το χώρο του ανθρώπου και από το χώ­ρο της χάριτος του Θεού, δεδηλωμένη. Τρομοκρατούν ή ξιππάζουν μονάχα τους αφελείς κι εμπορεύονται αδίστα­χτα τ’ όνομα της χριστιανικής θρησκείας για να ικανο­ποιήσουν τον εγωισμό και τα πλέγματά τους. Δεν ξέρουν τί θα πει καρδιά, τί θα πει συμπάθεια, τί σεμνότητα. Νομίζουν πως η τιμή του Θεού κρέμεται στ’ αδίσταχτα χέρια τους γιατί ουσιαστικά δεν πιστεύουν πως το Άγιο Πνεύμα αγρυπνεί και κατευθύνει την Εκκλησία του Θεού. Σκοτώνουν αδιάκοπα ψυχές και συντείνουν, μέσα σ’ ετούτη τη δύσκολη για το πνεύμα, την υλόφρονη, τη βλάσφημη εποχή, ο κόσμος ν’ αποχριστιανίζεται και ο Χριστιανισμός να γίνεται ένα παρελθόν που όλο κι απομακρύνεται από τους ανθρώπους.
Θεέ μου, σου εξομολογούμαι εγώ, ένας πολύ αμαρ­τωλός, πως οι ευσεβοφανείς που επαγγέλονται τους δι­κούς Σου, φέρνουν στην ψυχή μου ναυτία και αηδία!

1966