- Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ - https://alopsis.gr -

Για την προδοσία από τον Ιούδα (Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος)

[Υπομνηματισμός των εδαφίων: Ματθ. 26,47-56]   

«Κα τι ατο λαλοντος δο ούδας ες τν δώδεκα λθε, κα μετ᾿ ατο χλος πολς μετ μαχαιρν κα ξύλων π τν ρχιερέων κα πρεσβυτέρων το λαο(: και ενώ ο Ιησούς τους μιλούσε ακόμη, ιδού, ήλθε ο Ιούδας, ένας από τους δώδεκα. Και μαζί του ήλθε κι ένα μεγάλο πλήθος από ανθρώπους οπλισμένους με μαχαίρια και με ρόπαλα, τους οποίους είχαν στείλει οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι του λαού)» [Ματθ. 26, 47].

Καλά βέβαια είναι τα σκεύη των ιερέων, όμως αυτοί έρχονται εναντίον Του με μαχαίρια και ξύλινα ρόπαλα. Και «δο ούδας (: ιδού ήλθε ο Ιούδας)» λέει «ες τν δώδεκα λθε (: ένας από τους δώδεκα)». Πάλι τον αναφέρει ότι ήταν ένας από τους δώδεκα μαθητές και δεν ντρέπεται.

« δ παραδιδος ατν δωκεν ατος σημεον λέγων· ν ν φιλήσω, ατός στι· κρατήσατε ατόν. κα εθέως προσελθν τ ησο επε· χαρε, αββί, κα κατεφίλησεν ατόν (: εκείνος μάλιστα που τον παρέδωσε, είχε δώσει σ’ αυτούς συνθηματικό λέγοντας: ‘’Εκείνον που θα φιλήσω, αυτός είναι˙ πιάστε τον προσέχοντας καλά μη σας φύγει’’. Και αμέσως πλησίασε τον Ιησού και του είπε: ‘’Χαίρε, διδάσκαλε’’. Και τον φίλησε με προσποιητή εγκαρδιότητα)»[Ματθ. 26, 48].

Πω, πω! Πόση πονηρία και κακία δέχτηκε η ψυχή του προδότη! Διότι με ποιους οφθαλμούς αντίκρισε τότε τον Διδάσκαλο; Με ποιο στόμα Τον φιλούσε; Πόσο μολυσμένη σκέψη! Τι σκέφτηκε; Τι τόλμησε να κάνει; Ποιο γνώρισμα της προδοσίας Του έδωσε; «ν ν φιλήσω (: εκείνον που θα φιλήσω)», λέει. Είχε εμπιστοσύνη στην επιείκεια του Διδασκάλου, αυτή ακριβώς η οποία περισσότερο από κάθε άλλο ήταν ικανή να τον κάνει να ντραπεί και να τον στερήσει από κάθε συγνώμη, διότι πρόδωσε Αυτόν που ήταν τόσο πράος.

Και γιατί το είπε αυτό; Επειδή ενώ πολλές φορές ο Κύριος κρατιόταν από αυτούς, τους διέφυγε περνώντας ανάμεσά τους χωρίς να Τον αναγνωρίζουν. Αλλά αυτό θα μπορούσε να γίνει και τότε, εάν δεν ήθελε Εκείνος να συλληφθεί. Επειδή λοιπόν ήθελε να τον διδάξει αυτό ακριβώς το πράγμα, τύφλωσε και τότε τους οφθαλμούς τους και ο ίδιος ρωτούσε «τίνα ζητετε; (: ποιον ζητείτε;)» [Ιω. 18, 4]. Και δεν Τον γνώριζαν αν και ήταν με φανάρια και δάδες και είχαν και τον Ιούδα μαζί τους.

Έπειτα όταν Του είπαν ότι ζητούν τον Ιησού, λέγει «γώ εμι (: Εγώ είμαι αυτός που ζητάτε)» [Ιω. 18, 5] και εδώ πάλι προσθέτει «ταρε, φ᾿ πάρει; (: φίλε, άφησε το φίλημα και κάνε αυτό για το οποίο ήλθες και βρίσκεσαι τώρα εδώ)» [Ματθ. 25, 50]. Διότι αφού έδειξε την δύναμή Του, τον συγχώρησε. Ο Λουκάς μάλιστα λέει ότι και μέχρι αυτή την ώρα προσπαθεί να τον διορθώσει λέγοντας « δ ησος επεν ατ· ούδα, φιλήματι τν υἱὸν το νθρώπου παραδίδως; (: Ιούδα, με φίλημα, που ως τώρα ήταν δείγμα της αγάπης μας, προδίδεις Αυτόν που είναι ο μοναδικός εκπρόσωπος του ανθρώπινου γένους και ο αναμενόμενος Μεσσίας σύμφωνα με τους προφήτες;)» [Λουκά 22, 48]. «Ούτε τον τρόπο της προδοσίας δεν ντρέπεσαι», λέει. Αλλά επειδή ούτε αυτό δεν τον εμπόδισε, καταδέχθηκε και να φιληθεί, και παρέδωσε θεληματικά τον εαυτό Του και Τον συνέλαβαν και τον κράτησαν κατά την νύκτα εκείνη κατά την οποία έφαγαν το πασχαλινό δείπνο· τόσο πολύ έβραζαν και ήταν κυριευμένοι από μανία. Αλλά όμως τίποτε δεν θα μπορούσαν να κάνουν εάν δεν τους το επέτρεπε Εκείνος.  

Τούτο όμως δεν απαλλάσσει τον Ιούδα από την ανυπόφορη κόλαση, αντιθέτως μάλιστα τον καταδικάζει περισσότερο, διότι αν και είχε λάβει τόσο μεγάλη απόδειξη της δύναμης και της επιείκειας και της πραότητας του Διδασκάλου του, έγινε χειρότερος από κάθε θηρίο.

Γνωρίζοντας λοιπόν αυτά ας αποφύγουμε την πλεονεξία. Διότι εκείνη, ναι, εκείνη τον έκανε τότε τον Ιούδα να μαίνεται. Εκείνη προγυμνάζει όσους κυριεύσει, στην έσχατη σκληρότητα και απανθρωπιά. Διότι όταν τους κάνει να απογοητευθούν για την σωτηρία την δική τους, πολύ περισσότερο τους κάνει να παραβλέπουν την σωτηρία των άλλων. Και τόσο πολύ τυραννικό είναι το πάθος της πλεονεξίας, ώστε να υπερισχύει ενίοτε και αυτού του ισχυρότατου πάθους της πορνείας. Γι΄ αυτό και σκεπάζω το πρόσωπό μου από ντροπή, διότι πολλοί, επειδή λυπούνται τα χρήματα, δεν θέλησαν να ζήσουν σωφρόνως και με σεμνότητα για τον φόβο του Θεού. Γι΄ αυτό λοιπόν ας αποφεύγουμε το φοβερό αυτό πάθος της πλεονεξίας και αυτό είναι κάτι το οποίο δεν θα πάψω να σας το τονίζω διαρκώς.

«Κα δο ες τν μετ ᾿Ιησο κτενας τν χερα πσπασε τν μχαιραν ατο, κα πατξας τν δολον το ρχιερως φελεν ατο τ τον (: και ξαφνικά, ένας από εκείνους που ήταν μαζί με τον Ιησού άπλωσε το χέρι του και έβγαλε το μαχαίρι του. Και αφού χτύπησε τον δούλο του αρχιερέα, του έκοψε το αυτί) ττε λγει ατ ᾿Ιησος· πστρεψν σου τν μχαιραν ες τν τπον ατς· πντες γρ ο λαβντες μχαιραν ν μαχαρ ποθανονται (: Τότε του είπε ο Ιησούς: ‘’Βάλε το μαχαίρι ξανά πίσω στη θήκη του˙ διότι όλοι όσοι πήραν μαχαίρι για να το χρησιμοποιήσουν εναντίον του συνανθρώπου τους, με μαχαίρι θα πεθάνουν’’)· δοκες τι ο δναμαι ρτι παρακαλσαι τν πατρα μου, κα παραστσει μοι πλεους δδεκα λεγενας γγλων; (: Ή νομίζεις ότι δεν μπορώ τώρα να παρακαλέσω τον Πατέρα μου και να παρατάξει στο πλευρό μου περισσότερες από δώδεκα λεγεώνες αγγέλων;)· πς ον πληρωθσιν α γραφα τι οτω δε γενσθαι; (: Αλλά εάν ζητήσω τη βοήθεια των αγγέλων, πώς λοιπόν θα εκπληρωθούν και θα επαληθευτούν οι προφητείες των Γραφών; Διότι αυτές λένε ότι έτσι πρέπει να γίνει και έτσι πρέπει ο Μεσσίας να θανατωθεί)» [Ματθ. 26, 51-54].

Ποιος ήταν αυτός ο ένας ο οποίος έκοψε το αυτί; Ο Ιωάννης λέει ότι ήταν ο Πέτρος: «Σίμων ον Πέτρος χων μάχαιραν ελκυσεν ατήν, κα παισε τν το ρχιερέως δολον κα πέκοψεν ατο τ τίον τ δεξιόν· ν δ νομα τ δούλ Μάλχος (: όταν λοιπόν εκείνοι πήραν θάρρος από τα λόγια αυτά του Ιησού και προχωρούσαν να τον συλλάβουν, ο Σίμων Πέτρος, ο οποίος συνέβη τη στιγμή εκείνη να έχει πάνω του ένα μαχαίρι, το έσυρε και χτύπησε με αυτό τον δούλο του αρχιερέα και του έκοψε το δεξί αυτί. Ο δούλος αυτός ονομαζόταν Μάλχος)» [Ιω. 18, 10], διότι αυτή ήταν ενέργεια της ιδιοσυγκρασίας του.

Εκείνο όμως που πρέπει να ερευνήσουμε είναι γιατί κρατούσαν μαχαίρια· διότι το ότι κρατούσαν φαίνεται όχι μόνο από εδώ, αλλά και από εκείνα που είπαν όταν ρωτήθηκαν, ότι δηλαδή είπαν τότε: «Κύριε, δο μάχαιραι δε δύο (: Κύριε, να, εδώ υπάρχουν δύο μαχαίρια)» [Λουκά 22, 38]. Γιατί όμως τους επέτρεψε ο Χριστός να έχουν; Διότι αυτό το αναφέρει ο Λουκάς, ότι «επεν ατος· τε πέστειλα μς τερ βαλλαντίου κα πήρας κα ποδημάτων, μή τινος στερήθητε; ο δ επον· οθενός (: προαναγγέλλοντας στους μαθητές ότι στο μέλλον η πίστη όλων θα δοκιμαζόταν, τους είπε: ‘’Όταν στην πρώτη σας περιοδεία σάς έστειλα χωρίς χρήματα και χωρίς ταξιδιωτικό σάκο και υποδήματα, μήπως στερηθήκατε τίποτε;’’. Και αυτοί απάντησαν: ‘’Όχι, δεν στερηθήκαμε τίποτε’’[Λουκά 22, 35] και όταν απάντησαν ότι δε στερήθηκαν τίποτε, τους είπε: «λλ νν χων βαλλάντιον ράτω, μοίως κα πήραν, κα μ χων πωλήσει τ μάτιον ατο κα γοράσει μάχαιραν (: τώρα όμως τα πράγματα άλλαξαν. Και πρέπει να οπλιστείτε με σύνεση και να έχετε πάντοτε στο νου σας ότι περικυκλώνεστε από εχθρούς. Τώρα εκείνος που έχει πορτοφόλι ας το πάρει μαζί του, για να έχει χρήματα να αγοράσει τα αναγκαία για τη συντήρησή του. Το ίδιο ας κάνει κι αυτός που έχει σάκο˙ ας τον πάρει μαζί του γεμάτο με τρόφιμα. Δεν θα βρείτε πλέον την πρόθυμη φιλοξενία και υποδοχή που συναντήσατε στην πρώτη περιοδεία σας. Κι εκείνος που δεν έχει μαχαίρι, ας πουλήσει και το ίδιο το ρούχο του κι ας αγοράσει. Δεν θέλω να πω με αυτό ότι σας επιτρέπω να αντιτάσσετε βία στη βία˙ ούτε ότι έχετε δικαίωμα με το μαχαίρι να επιδιώξετε τη διάδοση του Ευαγγελίου. Απλώς με ζωηρή εικόνα θέλω να σας παραστήσω ότι ο καιρός αυτός είναι καιρός διωγμού και ότι θα αντιμετωπίσετε θανατηφόρες επιβουλές και εχθρότητες)» [Λουκά 22, 36]. Και όταν Του απάντησαν ότι «Κύριε, δο μάχαιραι δε δύο (: Κύριε, να, εδώ υπάρχουν δύο μαχαίρια)» [Λουκά 22, 38]», τους είπε: «κανόν στι (: Δεν καταλαβαίνετε τι σας λέω. Φτάνει λοιπόν. Ας μην εκτεινόμαστε σε περισσότερη συζήτηση)» [Λουκά 22, 38].

Γιατί λοιπόν τους επέτρεψε να έχουν; Για να τους βεβαιώσει ότι θα παραδοθεί. Και γι΄ αυτό τους λέει «εκείνος που δεν έχει μαχαίρι, ας αγοράσει», όχι για να οπλιστούν, αλίμονο, αλλά θέλοντας με αυτό να φανερώσει την επικείμενη παράδοσή Του. Και γιατί τους λέει να έχουν και σάκο; Τους συνήθιζε να είναι ψύχραιμοι και να αγρυπνούν και να είναι πλέον έτοιμοι να καταβάλλουν πολλή και δική τους προσπάθεια. Διότι στην αρχή μεν επειδή ήταν άπειροι, τους περιέβαλλε με πολλή δύναμη, τώρα όμως, σαν μικρά πτηνά που τα έβγαλε από την φωλιά, τους προτρέπει να χρησιμοποιήσουν και τα δικά τους φτερά.

Έπειτα για να μην νομίζουν ότι από αδυναμία τους αφήνει, τους προτρέπει και αυτούς να κάνουν ό,τι μπορούν, τους υπενθυμίζει τα προηγούμενα, λέγοντας: «τε πέστειλα μς τερ βαλλαντίου κα πήρας κα ποδημάτων, μή τινος στερήθητε; (: όταν στην πρώτη σας περιοδεία σάς έστειλα χωρίς χρήματα και χωρίς ταξιδιωτικό σάκο και υποδήματα, μήπως στερηθήκατε τίποτε;)» [Λουκ. 22, 35]. Με αυτόν τον λόγο θέλει να μάθουν τη δύναμη Του και σε αυτά στα οποία ήταν επικεφαλής, και σε αυτά τώρα που τους εγκαταλείπει σιγά-σιγά.

Αλλά πού βρέθηκαν εκεί μαχαίρια; Από δείπνο και από τράπεζα είχαν εξέλθει. Ήταν φυσικό να υπάρχουν και μαχαίρια εκεί για το αρνί, κι έτσι αυτοί, όταν άκουσαν ότι θα έλθουν κάποιοι εναντίον Του, τα πήραν ως βοηθητικά για να πολεμήσουν υπέρ του Διδασκάλου· πράγμα το οποίο αποτελεί δική τους μόνο σκέψη. Γι’ αυτό και επικρίνεται ο Πέτρος, ο οποίος το χρησιμοποίησε και μάλιστα με μεγάλη απειλή. Διότι απέκρουσε τον υπηρέτη όταν ήρθε με ορμή, αλλά όχι για υπερασπιστεί τον εαυτό του, αλλά το έκανε αυτό χάριν του Διδασκάλου.

Αλλά δεν άφησε ο Χριστός να γίνει καμία βλάβη. Διότι τον θεράπευσε και έκανε μεγάλο θαύμα, το οποίο ήταν αρκετό να φανερώσει και την δική Του επιείκεια και δύναμη και του μαθητή την αγάπη και την ηπιότητα, αφού και εκείνο το έκανε από στοργή και σε αυτό έδειξε πειθαρχία. Διότι όταν άκουσε «επεν ον ησος τ Πέτρ· βάλε τν μάχαιραν ες τν θήκην· τ ποτήριον δέδωκέ μοι πατήρ, ο μ πίω ατό; (: αμέσως λοιπόν μετά από το συμβάν αυτό, είπε ο Ιησούς στον Πέτρο: ‘’Βάλε το μαχαίρι στη θήκη του. Θέλεις να μην πιω το ποτήρι του Πάθους μου, που μου έδωσε ο Πατέρας μου να πιω, και να το αποφύγω, παρακούοντας έτσι τον Πατέρα μου;’’[Ιω. 18, 11], αμέσως πείστηκε και μετά από αυτό δεν το επανέλαβε πουθενά.

Άλλος μάλιστα ευαγγελιστής, ο Λουκάς, λέει ότι εκείνοι που ήταν γύρω από τον Ιησού και είδαν αυτό που γινόταν, ότι δηλαδή σκόπευαν να Τον συλλάβουν και να Τον πάρουν μαζί τους, Τον ρώτησαν: «Κύριε, ε πατάξομεν ν μαχαίρ; (: ‘’Κύριε, μας επιτρέπεις να τους χτυπήσουμε με μαχαίρι;’’ [Λουκά 22, 49], Εκείνος τους εμπόδισε και θεράπευσε τον δούλο [«ἐᾶτε ως τούτου· κα ψάμενος το τίου ατο άσατο ατόν (: ’’Αφήστε. Φτάνει, έως εδώ. Μην αντιστέκεστε περισσότερο’’. Ύστερα άγγιξε το αυτί του δούλου και τον θεράπευσε)»] και επέκρινε τον μαθητή και τον απείλησε για να τον πείσει, λέγοντας: «πστρεψν σου τν μχαιραν ες τν τπον ατς· πντες γρ ο λαβντες μχαιραν ν μαχαρ ποθανονται (: τότε του είπε ο Ιησούς: ‘’Βάλε το μαχαίρι ξανά πίσω στη θήκη του˙ διότι όλοι όσοι πήραν μαχαίρι για να το χρησιμοποιήσουν εναντίον του συνανθρώπου τους, με μαχαίρι θα πεθάνουν’’)». Και πρόσθεσε και τον εξής συλλογισμό « δοκες τι ο δναμαι ρτι παρακαλσαι τν πατρα μου, κα παραστσει μοι πλεους δδεκα λεγενας γγλων; (: ή νομίζεις ότι δεν μπορώ τώρα να παρακαλέσω τον Πατέρα μου και να παρατάξει στο πλευρό μου περισσότερες από δώδεκα λεγεώνες αγγέλων;) πς ον πληρωθσιν α γραφα τι οτω δε γενσθαι; (: αλλά, εάν ζητήσω τη βοήθεια των αγγέλων, πώς λοιπόν θα εκπληρωθούν και θα επαληθευθούν οι προφητείες των Γραφών; Διότι αυτές λένε ότι έτσι πρέπει να γίνει κι έτσι πρέπει ο Μεσσίας να θανατωθεί)» [Ματθ. 26, 52-53].

Με αυτά καταπράυνε τον θυμό τους, δείχνοντας ότι αυτό είναι σύμφωνο και με τις Γραφές. Γι’ αυτό και προσευχήθηκε εκεί για να αντιμετωπίσουν το γεγονός με πραότητα, αφού πληροφορήθηκαν ότι αυτό γίνεται με τη σύμφωνη γνώμη του Θεού. Και με τα δύο αυτά τους παρηγόρησε, και με την επικείμενη τιμωρία εκείνων που μελετούν το κακό, διότι «όλοι όσοι πήραν μαχαίρι για να το χρησιμοποιήσουν εναντίον του συνανθρώπου τους» είπε, «με μαχαίρι θα πεθάνουν)» και με το ότι δεν τα υφίσταται αυτά χωρίς την θέληση Του· διότι λέει: «Ή νομίζεις ότι δεν μπορώ τώρα να παρακαλέσω τον Πατέρα μου και να παρατάξει στο πλευρό μου περισσότερες από δώδεκα λεγεώνες αγγέλων;)».

Και γιατί δεν είπε «ή νομίζετε ότι δεν μπορώ εγώ να τους αφανίσω όλους;». Διότι λέγοντας αυτό, γινόταν μάλιστα πιο πιστευτός, διότι δεν είχαν ακόμη την γνώμη που έπρεπε περί Αυτού. Άλλωστε και πριν από λίγο είχε πει ότι «περλυπς στιν ψυχ μου ως θαντου (: η ψυχή μου είναι τόσο πολύ λυπημένη, ώστε να κινδυνεύω να πεθάνω απ’ τη λύπη)»[Ματθ. 26, 38] και «πτερ μου, ε δυνατν στι, παρελθτω π᾿ μο τ ποτριον τοτο (: Πατέρα μου, ας φύγει από μένα το ποτήρι αυτό του μαρτυρικού θανάτου, εάν είναι δυνατόν να συμβιβαστεί αυτό με το σχέδιό Σου για τη σωτηρία των ανθρώπων)» [Ματθ. 26, 39] και φάνηκε να αγωνιά και να ιδρώνει και να ενισχύεται από τον άγγελο. Επειδή λοιπόν είχε δείξει πολλά ανθρώπινα χαρακτηριστικά, δεν θα φαίνονταν ότι λέγει πράγματα πιστευτά, εάν βεβαίως έλεγε: «νομίζετε ότι δεν μπορώ να τους αφανίσω;».

Γι΄ αυτό και λέει στον Πέτρο: «Ή νομίζεις ότι δεν μπορώ τώρα να παρακαλέσω τον Πατέρα μου και να παρατάξει στο πλευρό μου περισσότερες από δώδεκα λεγεώνες αγγέλων;». Και αυτό πάλι το αναφέρει με μετριοφροσύνη, όταν λέει: «κα παραστσει μοι πλεους δδεκα λεγενας γγλων (: και να παρατάξει στο πλευρό μου περισσότερες από δώδεκα λεγεώνες αγγέλων)». Διότι εάν ένας άγγελος και μόνο φόνευσε κάποτε εκατόν ογδόντα πέντε χιλιάδες οπλισμένους Ασσυρίους: «Κα γένετο ως νυκτς κα ξλθεν γγελος Κυρίου κα πάταξεν ν τ παρεμβολ σσυρίων κατν γδοηκονταπέντε χιλιάδας· κα ρθρισαν τ πρωΐ, κα δο πάντες σώματα νεκρά (: Και έτσι ακριβώς και έγινε, διότι κατά τη νύκτα εκείνη εξήλθε από τον Θεό τιμωρός άγγελος, ο οποίος θανάτωσε από το στρατόπεδο των Ασσυρίων εκατόν ογδόντα πέντε χιλιάδες άντρες. Οι υπόλοιποι ξύπνησαν το πρωί και είδαν όλα τα νεκρά σώματα)» [Δ΄Βασιλ. 19,35], γιατί να χρειάζονταν δώδεκα λεγεώνες για χίλιους μόλις ανθρώπους; Το κάνει όμως αυτό προσαρμόζοντας τον λόγο Του στον φόβο και τις αδυναμίες τους, διότι διαφορετικά θα πέθαιναν από τον φόβο.

Γι’ αυτό προβάλλει και τις Γραφές λέγοντας «πς ον πληρωθσιν α γραφα τι οτω δε γενσθαι; (: αλλά, εάν ζητήσω τη βοήθεια των αγγέλων, πώς λοιπόν θα εκπληρωθούν και θα επαληθευθούν οι προφητείες των Γραφών; Διότι αυτές λένε ότι έτσι πρέπει να γίνει κι έτσι πρέπει ο Μεσσίας να θανατωθεί)», φοβίζοντας αυτούς και με αυτό. Διότι «εάν αυτό είναι σύμφωνο με εκείνες, εσείς γιατί εναντιώνεστε πολεμώντας να το αποτρέψετε;».

Και προς μεν τους μαθητές Του αυτά είπε. Προς εκείνους όμως που είχαν έρθει για να Τον συλλάβουν, λέει: «᾿Εν κεν τ ρ επεν ᾿Ιησος τος χλοις· ς π λστν ξλθετε μετ μαχαιρν κα ξλων συλλαβεν με· καθ᾿ μραν πρς μς καθεζμην διδσκων ν τ ερ, κα οκ κρατσατ με (: εκείνη την ώρα στράφηκε ο Ιησούς προς τους όχλους και τους είπε: ‘’Σαν να ήμουν ληστής, βγήκατε με μαχαίρια και με ρόπαλα να με πιάσετε. Κάθε μέρα καθόμουν κοντά σας διδάσκοντας μέσα στο ιερό και δεν με συλλάβατε’’)»[Ματθ. 26, 55]. Κοίταξε πόσα κάνει τα οποία μπορεί να τους συνεφέρουν ώστε να μετανοήσουν και να μη χάσουν την ψυχή τους: τους έριξε κάτω υπτίους, θεράπευσε το αυτί του υπηρέτη, τους απείλησε με σφαγή όταν τους είπε ότι «όλοι όσοι πήραν μαχαίρι για να το χρησιμοποιήσουν εναντίον του συνανθρώπου τους, με μαχαίρι θα πεθάνουν», με την θεραπεία του αυτιού τα βεβαίωσε αυτά, από παντού με τα παρόντα και με τα μέλλοντα εμφανίζει τη δύναμη Του και δείχνει ότι η σύλληψη Του δεν ήταν έργο της δικής τους δύναμης.

Γι΄ αυτό και προσθέτει «Κάθε μέρα καθόμουν κοντά σας διδάσκοντας μέσα στο ιερό και δεν με συλλάβατε» και με αυτό δηλώνει ότι η σύλληψη Του  ήταν αποτέλεσμα της δικής Του παραχώρησης. Παρασιωπώντας τα θαύματα αναφέρει την διδασκαλία, για να μην δώσει την εντύπωση ότι καυχιέται. «Όταν δίδασκα δεν με συλλάβατε, τώρα που σιώπησα ήρθατε εναντίον μου; Ήμουν στο ιερό και κανείς δεν με συνέλαβε, τώρα όμως τόσο αργά και μέσα στην νύχτα ήρθατε με μαχαίρια και ξύλα; Τι χρειάζονται αυτά τα όπλα εναντίον Εκείνου που ήταν συνεχώς μαζί σας;». Με αυτά διδάσκει ότι εάν δεν παραδιδόταν με την θέλησή Του, ούτε τότε θα μπορούσαν να Τον συλλάβουν. Ούτε ήταν δυνατό εκείνοι που δεν μπόρεσαν να συλλάβουν Αυτόν που ήταν καθημερινά μέσα  στα χέρια τους και να Τον πάρουν από το μέσο και να υπερισχύσουν, και τώρα να μπορέσουν να το κάνουν αυτό, εάν Εκείνος δεν το ήθελε.

Έπειτα λύνει και την απορία, γιατί τότε θέλησε. Διότι «τοτο δ λον γγονεν να πληρωθσιν α γραφα τν προφητν (: όμως όλο αυτό έγινε για να εκπληρωθούν και να επαληθευτούν όσα προφητικώς έγραψαν οι προφήτες)». Είδες με ποιο τρόπο ακόμα και την τελευταία στιγμή, ακόμα και κατά την παράδοση Του, έκανε τα πάντα για την διόρθωση εκείνων, θεραπεύοντας, προφητεύοντας, απειλώντας (διότι λέει: «με μαχαίρι θα πεθάνουν κι αυτοί») δείχνοντας ότι υποφέρει με την θέληση Του (διότι λέει: «κάθε μέρα ήμουν μαζί σας διδάσκοντας»), δείχνοντας την συμμόρφωσή Του προς το θέλημα του Πατρός Του, με το «για να εκπληρωθούν και να επαληθευτούν όσα προφητικώς έγραψαν οι προφήτες».

Γιατί όμως δεν Τον συνέλαβαν όταν ήταν στο ιερό; Διότι δεν τολμούσαν στο ιερό εξαιτίας του όχλου. Γι’ αυτό εξήλθε έξω, δίνοντας την ευκαιρία σε αυτούς και με τον τόπο και με τον καιρό, και μέχρι τελευταίας στιγμής ανατρέποντας τις δικαιολογίες τους· διότι Αυτός ο οποίος για να πειθαρχήσει στους προφήτες, παραδίδει και τον εαυτό Του, πώς θα δίδασκε τα αντίθετα;

«Ττε ο μαθητα πντες φντες ατν φυγον (: τότε όλοι οι μαθητές Τον άφησαν κι έφυγαν)» [Ματθ. 26, 56]· διότι όταν μεν συνελήφθη έμειναν κοντά Του, όταν όμως είπε αυτά προς το πλήθος, έφυγαν, διότι είδαν ότι δεν υπήρχε δυνατότητα να διαφύγει, αφού με την θέληση Του παρέδωσε σε αυτούς τον εαυτό Του και έλεγε ότι αυτό γίνεται σύμφωνα με τις Γραφές.

 

 

 

 

ΠΗΓΕΣ:

 

(Επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος)