Πόσο γρηγορότερα, ψηλότερα, δυνατότερα, θα πήγαινε χωρίς αναβολικά; (Γιώργος Τσίρος)

Θα μπορούσε να γίνει η αθλήτρια του αιώνα. Η δραματική πτώση της είναι η χαριστική βολή στην αξιοπιστία του ανθρωποβόρου επαγγελματικού αθλητισμού. Ενός συστήματος που παράγει πλαστά μετάλλια, χημικά ρεκόρ, κάλπικα είδωλα και τζίρους δισεκατομμυρίων. Η ίδια πληρώνει ήδη τα ψέματα της…

Η αυτοβιογραφία της Μάριον Τζόουνς, που εκδόθηκε το 2004 με τίτλο Life In The Fast Lane, μόνο που δεν χαρίζεται πλέον στο Ιντερνετ (0,01 δολάρια στο Αμαζον, ελαφρώς μεταχειρι­σμένη). Ο αδυσώπητος νόμος της αγοράς που εκτόξευσε τη Τζόουνς στο χρηματιστήριο του επαγγελματικού αθλητι­σμού, εξασφαλίζοντάς της αποδοχές 80.000 δολαρίων για κάθε απλή συμμετοχή σε κούρ­σα και ποιος-ξέρει-πόσων εκατομμυρίων από μπόνους και διαφημιστικά συμβόλαια με τα παπούτσια Nike, τα γυαλιά ηλίου Oakley, τα ρολόγια Tag Heuer και πάει λέγοντας, αυτή τη φορά την κατακρημνίζει -συμβολικά μεν, αμετάκλητα δε- στα αζήτητα: ποιος θα κάτσει να διαβάσει 224 σελίδες γεμάτες ψέματα;
Για μισό λεπτό… Ψέματα; Δεν μπορεί! Οσο κι αν επιστράτευσε το επικοινωνιακό της χάρισμα και τη μόρφωσή της (Μάστερ από το Πανεπιστήμιο της Β. Καρολίνας) η πεντάκις Ολυμπιονίκης του Σίδνεϊ, δεν μπορεί να μην εμπεριέχει αλήθεια η σχεδόν κινηματογραφι­κή αφήγηση της «πιο μεγάλης ημέρας της ζω­ής της», της 23ης Σεπτεμβρίου 2000 και του ολυμπιακού τελικού των 100 μέτρων… Το πως έκατσε την παραμονή με τον τότε σύζυγό της, σφαιροβόλο C.J. Hunter, να δουν το Braveheart στο DVD, κι εκείνος μαγείρεψε και έφαγαν μακαρονάδα με σκορδόψωμο και παγωτό, και πως το επόμενο πρωί εκείνη ακο­λούθησε την γούρικη ιεροτελεστία της, απλώ­νοντας προσεκτικά πρώτα τη στολή και από πάνω τα εσώρουχά της στο κρεβάτι… Πως ένιωθε την καρδιά της να χτυπάει μπαίνοντας στο στάδιο αποφασισμένη να εκπληρώσει το όνειρο ζωής της και τι περνούσε απ’ το μυαλό της καθώς κοίταζε στα μάτια τον προπονητή της Τρέβορ Γκρέιαμ… Δεν μπορεί να είναι ψέ­ματα πως, όταν πήρε θέση για την εκκίνηση, το μόνο που σκεφτόταν ήταν «είμαι έτοιμη, έτοιμη, έτοιμη » ούτε πως 10.75 δευτερόλεπτα μετά έπιασε τον εαυτό της να κλαίει, αν και σε όλη της τη ζωή έπαιρνε όρκο ότι δεν θα κλά­ψει όπως όλοι οι νικητές…
Τριάμισι χρόνια μετά, η Τζόουνς έγραφε πως αισθανόταν και πάλι έτοιμη, και πιο δυ­νατή από ποτέ, όχι για τρία χρυσά και δύο χάλ­κινα όπως το 2000, αλλά μόνο για χρυσά, τέσ­σερα ή πέντε, κανένα χάλκινο… «Μα, όχι, ας το διορθώσω αυτό», διαβάζουμε. «Δεν με νοι­άζουν τα χρυσά. Εχω ήδη τρία και, όσο περίερ­γο κι αν ακούγεται, δεν είμαι πάντα σίγουρη που τα έχω βάλει… Γιατί, βλέπεις, δεν είναι το αντικείμενο που μετράει. Μέχρι να το κατα­κτήσεις, νομίζεις ότι είναι αυτό που επιθυμείς. Αλλά μετά εκείνο το πρώτο χρυσό του Σίδνεϊ, συνειδητοποίησα ότι αυτό που ήθελα σε όλη μου τη ζωή ήταν μια χρυσή στιγμή, να τη φυλά­ξω για πάντα. Κανείς δεν μπορεί να μου πάρει αυτή τη στιγμή. Και τώρα, το μόνο που θέλω εί­ναι μερικές ακόμη…»

Κάποτε απαντούσε με μηνύσεις

Η Μάριον Τζόουνς δεν αξιώθηκε να ζή­σει άλλες χρυσές στιγμές σε Ολυμπιακούς Αγώνες. Το 2004, στην Αθήνα, ήταν σκιά του εαυτού της – ήρθε πέμπτη στο μήκος και συμ­μετείχε στον τελικό 4×100, όπου η αμερικα­νική ομάδα τα θαλάσσωσε. Επικαλέστηκε την κόπωση, έδωσε όρκο για χρυσό το 2008 αλλά τώρα η καριέρα της τελειώνει, μέσα στην ντρο­πή. Κι εκείνες ακόμη τις στιγμές του Σίδνεϊ, έμελλε να τις χάσει. Κανείς δεν τις «πήρε». Η ίδια τις έκλεψε από τον εαυτό της, τρέχοντας ντοπαρισμένη. «Αν είχε εμπιστευθεί τα φυσι­κά χαρίσματά της και τα συνδύαζε με τον μό­χθο και την αυτοθυσία, θα μπορούσε να μείνει στην ιστορία ως αδιαφιλονίκητη Ολυμπιονί­κης», δήλωσε ο Λαμίν Ντίακ, πρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Στίβου, IAAF. «Αντ’ αυτού, θα τη θυμόμαστε ως μία από τις μεγα­λύτερες απάτες στην ιστορία του αθλητισμού».
Ακόμη κι αν κάποιος πιστέψει την κατά επτά χρόνια καθυστερημένη, δακρύβρεχτη ομολογία της Τζόουνς, πως τότε είχε την εντύ­πωση ότι οι σταγόνες που την πότιζε ο δια­βόητος προπονητής της ήταν λάδι από λινα­ρόσπορο και όχι το χημικό «κοκτέιλ» της BALCO (ερυθροποιητίνη, αυξητικές ορμόνες, ινσουλίνη και κυρίως THD, η ουσία – φάντα­σμα που δεν εντόπιζαν τα τεστ το 2000)… Ακό­μη κι αν όντως συνειδητοποίησε την αλήθεια μόλις τον Νοέμβριο του 2003 και την απέ­κρυψε λόγω πανικού… Αυτή την αυθυποβολή στο ψέμα που μαρτυρεί η κατοπινή στάση της, είναι αδύνατο να τη χωνέψεις.
Τον Μάιο του 2004, σε μια προολυμπιακή συνάντηση με δημοσιογράφους στη Νέα Υόρκη, η Τζόουνς έδωσε μια θλιβερή παρά­σταση «δίκαιης» αγανάκτησης, εν είδει πολιτικάντικου αντιπερισπασμού, από αυτούς που συνηθίζουν όσοι έχουν λερωμένη τη φωλιά τους. «Αν δεν καταφέρω να αγωνιστώ επειδή θα με εμποδίσουν οι υποψίες ή οι εικασίες ορι­σμένων, να είστε σίγουροι ότι θα έχουμε μη­νύσεις. Δεν θα καθίσω με σταυρωμένα τα χέ­ρια να βλέπω μια ομάδα ανθρώπων ή έναν ορ­γανισμό να μου παίρνουν το ψωμί, επειδή έχουν κάποιο προαίσθημα ή επειδή θέλουν να κάνουν επίδειξη ισχύος».


Ο αυτουργός έγινε συνήγορος

Τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς, ο Βίκτορ Κόντε, το αφεντικό της BALCO που ευθύνε­ται για το «κάψιμο» δεκάδων αστέρων του αθλητισμού, βγήκε στην εκπομπή 20/20 του ABC και επιβεβαίωσε τις υποψίες γύρω από το πρόσωπο της Τζόουνς με μια αποκάλυψη – καταπέλτη: εκείνος την προμήθευε ουσίες, από τον Αύγουστο του 2000 ως τον Σεπτέμ­βριο του 2001. Εκείνος της έδειξε να κάνει ενέσεις – τις προτιμούσε στο μηρό, όχι στο στο­μάχι. «Το να παρακάμπει κάποιος τους κα­νονισμούς αντιντόπινγκ είναι σαν να κλέβει το γλειφιτζούρι από ένα παιδί», είπε. «Ξέρω, πως αυτή τη στιγμή είναι σαν να σας λέω ότι δεν υπάρχει Αγιος Βασίλης ή Καλή Νεράιδα στον κόσμο του αθλητισμού. Ολη αυτή η ιστο­ρία των Ολυμπιακών Αγώνων είναι γεμάτη διαφθορά, συγκαλύψεις και χρήση απαγο­ρευμένων ουσιών καμιά σχέση με αυτά που πιστεύει ο κόσμος».
Η Τζόουνς, που ένιωθε τον κλοιό να σφίγ­γει, αλλά προσπαθούσε ακόμη να κρατήσει καθαρό το όνομά της με νύχια και με δόντια, σχολίασε ότι «η ερμηνεία του Κόντε ήταν για Οσκαρ» και του έκανε μήνυση ζητώντας 25 εκατομμύρια δολάρια, για να συμβι­βαστούν τελικά εξωδικαστικώς. Ισως το πιο ενδεικτικό σύμπτωμα της βαθιάς σήψης στην οποία έχει περιέλθει ο επαγγελ­ματικός αθλητισμός είναι ότι ο «κακός» της υπόθεσης Κόντε, που γλίτωσε φθηνά το 2005 με μόλις τέσσερις μήνες (!) φυ­λάκισης και άλλους τέσσερις κατ’ οίκον περιορισμού, είναι ο μόνος που δεν έχει πει ψέματα… Και ο μόνος που, μέσα στον κυνισμό του, μιλάει τώρα υπέρ της Τζό­ουνς τη στιγμή που όλοι την έχουν εγκα­ταλείψει: «Η Μάριον δεν είναι κακός άν­θρωπος. Εκανε λάθη. Το μαρτύριο που θα περάσει από εδώ και στο εξής θα την ισο­πεδώσει. Και πιστεύω ότι πρέπει να κρα­τήσει τα μετάλλια της. Δεν έκανε τίποτα περισσότερο απ’ ό,τι κάνουν οι άλλοι. Πήρε απαγορευμένες ουσίες, ναι, αλλά ήταν και η ανώτερη αθλήτρια. Το να ντο­πάρεσαι από μόνο του δεν σε κάνει χρυ­σό Ολυμπιονίκη».
Γρηγορότερα, ψηλότερα, χημικότερα

Ετσι κάνουν όλοι, λοιπόν… Και η Μά­ριον Τζόουνς είναι απλώς το τελευταίο θύ­μα ενός ανθρωποβόρου ανταγωνισμού, που μετατρέπει τα στάδια σε σύγχρονες αρένες και την «ευγενή άμιλλα» στη με­γαλύτερη πλάνη της εποχής μας. Καθώς ρεκόρ, μετάλλια, κόποι μιας ζωής και συμ­βόλαια εκατομμυρίων κρίνονται σε απει­ροελάχιστα κλάσματα του δευτερολέπτου και το ανθρώπινο σώμα καλείται συνεχώς να υπερβαίνει τα όριά του, το τρίπτυχο «γρηγορότερα, ψηλότερα, δυνατότερα» τροφοδοτείται από μια οικονομικά πανί­σχυρη φαρμακοβιομηχανία, που δεν έχει λόγο, ούτε συμφέρον, να στέκεται σε νο­μικούς περιορισμούς ή ηθικούς φραγμούς. Ως αντανάκλαση της άγρια ανταγωνιστι­κής κοινωνίας της αγοράς, ο αθλητισμός κουβαλάει όλα τα κουσούρια της: οι εμπο­ρικές απαιτήσεις και οι οικονομικές απο­λαβές των αθλητών βγάζουν στην επιφά­νεια ό,τι χειρότερο έχει να επιδείξει η αν­θρώπινη φύση. Αλλοι ντοπάρονται γιατί δεν θέλουν να υστερούν, άλλοι δεν ντο­πάρονται αλλά θεωρούνται ύποπτοι με το που κερδίζουν… Η δε Μάριον Τζόουνς θεωρείται ύποπτη από τότε που σάρωνε τα εφηβικά πρωταθλήματα. Στα 16της εί­χε κινδυνεύσει με τετραετή αποκλεισμό επειδή δεν προσήλθε σε έλεγχο ντόπινγκ και χρειάστηκε ο μεγαλοδικηγόρος Τζόνι Κόχραν (σ.σ. ο ίδιος που αθώωσε τον κα­τηγορούμενο για φόνο Ο-Τζέι Σίμσον) για να την ξελασπώσει.
Τίποτα δεν στάθηκε ικανό να ανακό­ψει την πορεία της – τέτοια ήταν, και είναι, η δίψα του κοινού για νέα αθλητικά ινδάλ­ματα. Υπό αυτή την έννοια, είμαστε όλοι μας θύματα απάτης, αλλά και συμμέτοχοι της βιομηχανίας ινδαλμάτων: το πρώτο πράγμα που θυμήθηκα όταν η Μάριον αποκαθηλώθηκε, ήταν ένα βράδυ του Αυγούστου του ’99, που βάζαμε στην πρώτη σελίδα της «Καθημερινής» το στιγμιότυπο της κατάρρευσης της από τραυματισμό στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Στίβου της Σε­βίλλης κι εγώ έγραφα μια επικολυρική λε­ζάντα για το μεγαλείο της αθλητικής ψυχής και την άγρια ομορφιά του αθληπσμού… Δεν ήταν και δύσκολο, εδώ που τα λέ­με, να «τσιμπήσεις» από τον μύθο που περιέβαλε την κορούλα της μετανάστριας δι­καστικής υπαλλήλου απ’ την Μπελίζ, που μεγάλωνε χωρίς πατέρα, περνούσε στο τρέξιμο παιδιά πολύ μεγαλύτερα της και, σε ηλικία 8 ετών, το 1984, γύρισε σπίτι της από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λος Αντζελες κι έγραψε σ’ έναν μαυροπίνακα, «Το 1992 θα είμαι κι εγώ Ολυμπιονίκης!»
Το πιο τραγικό στοιχείο της τωρινής της πτώσης είναι πως έγινε για το τίποτα: και χωρίς απαγορευμένες ουσίες, η Μά­ριον Τζόουνς μπορούσε να γράψει ιστο­ρία. Ο έγκριτος Αμερικανός αθλητικογράφος Ρον Ράπαπορτ, που την έζησε από κοντά καθώς έγραφε ένα βιβλίο για τη ζωή της, θυμάται, σε άρθρο του στους «Τάιμς» του Λος Αντζελες, την αφοπλιστική φυ­σικότητα με την οποία του είχε πει, το 1998 (οπότε κέρδισε τους 37 από τους 38 αγώ­νες όπου συμμετείχε!) πως δεν καταλα­βαίνει γιατί κάποιοι αθλητές ντοπάρονται, πως τίποτα δεν συγκρίνεται με τη χαρά της καθαρής νίκης, και πως εκείνη «θα έμενε καθαρή και θα συναναστρεφόταν καθα­ρούς ανθρώπους »… Σύμφωνα με τον ίδιο, αν στο Σίδνεΐ δεν είχε βάλει τόσο ψηλά τον πήχυ, διεκδικώντας πέντε χρυσά σε δέκα ημέρες… Αν είχε συμβιβαστεί, ας πούμε, με τρία χρυσά, δεν θα υπήρχε λόγος για χη­μική υποστήριξη. Και σήμερα η Μάριον Τζόουνς θα είχε στην τράπεζα εκατομμύ­ρια (λένε πως της έχουν μείνει μόλις 2.000 δολάρια), θα έμενε στην έπαυλή της των 2,5 εκατομμυρίων δολαρίων (τη δέσμευ­σε η τράπεζα), δεν θα είχε πουλήσει το σπί­τι της μητέρας της για να πληρώσει τους δικηγόρους και θα ετοιμαζόταν για την τρίτη της Ολυμπιάδα, κάνοντας σχέδια για μια ένδοξη αποχώρηση και μια μελλοντι­κή καριέρα Πρέσβειρας του Ολυμπισμού.
Αντί γι’ αυτά, θα πάει φυλακή.
Η ποινή της αναμένεται να ανακοι­νωθεί στις 11 Νοεμβρίου.

Αντί επιλόγου

Σε πρόσφατη συνέντευξη του στο «Κ», ο αιρετικός καθηγητής Βιοηθικής του Πα­νεπιστημίου της Οξφόρδης Τζούλιαν Σαβουλέσκου εξηγούσε γιατί οι διώξεις του ντόπινγκ έχουν αποτύχει, οπότε οι απαγο­ρευμένες ουσίες πρέπει να επιτραπούν και να ελεγχθούν. Οι επικεφαλής των αθλητι­κών αρχών φυσικά ούτε που συζητούν κά­τι τέτοιο – ίσα ίσα, επικαλούνται την Τζόουνς για να στείλουν το μήνυμα πως «όποι­ος κι αν είσαι, αν κλέψεις αργά ή γρήγορα θα τιμωρηθείς». Την ίδια στιγμή, όμως, αντιμετωπίζουν τη χειρότερη ίσως κρίση αξιοπιστίας του μοντέρνου αθλητισμού: το μετάλλιο της ντοπαρισμένης Τζόουνς, να καταλήξει στην επίσης «στιγματισμένη» δεύτερη, Κατερίνα Θάνου. «Υπό αυτές τις συνθήκες, προτιμώ η θέση του νικητή των 100 μέτρων του Σίδνεΐ να μείνει ένα κενό», δήλωσε ο αντιπρόεδρος της IAAF, Σεμπάστιαν Κόου.

ΟΙ  ΜΟΙΡΑΙΟΙ ΑΝΔΡΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΗΣ

C
. J. Hunter: Παντρεύτηκαν το 1998, ένα χρόνο προτού εκεί­νος στεφθεί παγκόσμιος πρω­ταθλητής της σφαιροβολίας. Στους Ολυμπιακούς του Σίδνεϊ, ο Χάντερ βρέθηκε θετικός στη νανδρολόνη και η Τζόουνς έμεινε, στήριγμα, στο πλευρό του. Γρήγορα πάντως επήλθε ψυχρότης’ το 2002 πήραν δια­ζύγιο και τον Ιούνιο του 2004 εκείνος κατέθεσε ενόρκως ότι την είχε βοηθήσει να κάνει ενέ­σεις απαγορευμένων ουσιών.

Victor
Conte: Ο πρώην μπασίστας(!) του γνωστού φανκ συγκροτήματος Tower Of Power μπήκε στη ραγδαία αναπτυσ­σόμενη αγορά των συμπληρω­μάτων διατροφής στα μέσα της δεκαετίας του ’80, ιδρύοντας στο Μπερλιγκέιμ της Καλιφόρ­νιας την Bay Area Laboratory Co-operative. Η BALCO τρο­φοδοτούσε με απαγορευμέ­νες ουσίες πλήθος πρωτοκλα­σάτων αθλητών – από την Τζό­ουνς, τον Μοντγκόμερι και την πρώην παγκόσμια πρωταθλή­τρια των 100 μέτρων Κέλι Γουάιτ μέχρι τους σταρ του μπέιζ-μπολ Μπάρι Μποντς και του φούτμπολ Μπιλ Ρομανόφσκι… Και φυσικά αναμειγνύεται στην οδυνηρή υπόθεση των Κεντέρη – Θάνου.

Trevor
Graham: Ο αμφιλεγό­μενος προπονητής των χρυ­σών μεταλλίων και των πα­γκόσμιων ρεκόρ υπήρξε μέ­ντορας της Τζόουνς από το 1997 ως το 2003 – όπως και των Τιμ Μοντγκόμερι, Τζάστιν Γκάτλιν, Σ. Τζ. Χάντερ και άλ­λων «στιγματισμένων». Εκεί­νος ήταν που έστειλε στην αμερικανική υπηρεσία αντι­ντόπινγκ μια σύριγγα με την ουσία – φάντασμα THD τον Ιούνιο του 2003, ανοίγοντας τον ασκό του Αιόλου στο σκάνδαλο της BALCO. Εκτο­τε παρουσιάζει τον εαυτό του ως… ιερομάρτυρα, αν και τό­σο ο Κόντε όσο και ο Τιμ Μοντγκόμερι έχουν καταθέσει ότι χορηγούσε στους αθλητές του αναβολικά. Πέρυσι, η Ολυμπιακή Επιτροπή των ΗΠΑ τον απέκλεισε από τις εγκαταστάσεις της, ενώ σε λί­γο καιρό αναμένεται να δικα­στεί για ψευδομαρτυρία στην υπόθεση ντόπινγκ.

Tim
Montgomery: Ο πρώην κάτοχος του παγκόσμιου ρε­κόρ στα 100 μ. υπήρξε σύντρο­φος της Τζόουνς από το 2001, ενώ το 2003 απέκτησαν ένα γιο, τον Τιμ Τζούνιορ. Τον Δε­κέμβριο του 2005 ο Μοντγκό­μερι καταδικάστηκε σε διετή αποκλεισμό για ντόπινγκ- όλες οι διακρίσεις του από το 2001 αφαιρέθηκαν, χώρισε με την Τζόουνς και ανακοίνωσε πως αποσύρεται από τον αθλητι­σμό. Το τελικό πλήγμα ήρθε τον Απρίλιο του 2006, με τη σύλληψή του για υπόθεση ξε­πλύματος χρήματος και πλα­στών επιταγών, όπου εμπλέκε­ται και η Τζόουνς. Παραδέχθη­κε την ενοχή του. Η ποινή του μπορεί να φτάσει τους 46 μή­νες φυλάκισης.

(Πηγή: Ένθετο περιοδικό της Καθημερινής, 21/10/2007)

[Ψήφοι: 0 Βαθμολογία: 0]