Η Λειτουργική Γλώσσα (Φώτιος Σχοινάς, Δρ. Φιλοσοφίας)

Πώς μπορούμε να διεισδύσουμε στην ουσία του Χριστιανισμού; Πώς μπορούμε να κατανοήσουμε το βαθύτερο σωτηριολογικό περιεχόμενό του και κυ­ρίως να το οικειοποιηθούμε καθιστώ­ντας το προσωπικό μας κτήμα; Πώς μπο­ρούμε να μετουσιώσουμε σε προσωπική μας βίωση τις αλήθειες που διεκήρυξαν οι Απόστολοι και οι Πατέρες της Εκκλη­σίας; Πώς μπορούμε να συμμετάσχουμε στην αιώνια ζωή του προανάρχου Λό­γου, ο οποίος ενηθρώπισε και εφανερώθη εν σαρκί για τη δική μας σωτηρία; Η απάντηση σ’ αυτά τα ερωτήματα νομίζω ότι μπορεί να συνοψισθεί στην επάξια και καρποφόρο συμμετοχή μας στη Θ. Λειτουργία. Βεβαίως και η κατ’ ιδίαν προσευχή και η εργασία των εντολών του Χριστού και η άσκηση των αρετών είναι απαραίτητες προϋποθέσεις και όροι sine qua non της εν Θεώ ζωής, όμως επιστέγασμα, επισφράγιση και τελείωση όλων αυτών είναι η επάξια συμμετοχή μας στο Ποτήριον της Ζωής.

Όλες οι αρετές, όλη η άσκηση, όλες οι κακοπάθειες και οι θυσίες της εν Χριστώ ζωής οδηγούν εκεί ακριβώς, στο Πασχάλιο Δείπνο και στη μετάληψη του Κυριακού Σώματος. Πέραν τούτου δεν μπορούμε να προχωρήσουμε, λέγει ο άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας. Το Πα­σχάλιο Δείπνο αποτελεί το τέρμα και τον έσχατο σκοπό όλης της χριστια­νικής ζωής μας. Αν μας επιτρέπεται να χρησιμοποιήσουμε αριστοτελική φρασε­ολογία θα λέγαμε ότι είναι το τέλος (= ο σκοπός) «ου μεν ένεκα πάντα, τούτο δε ουδενός ένεκα».

Η συμμετοχή μας στη Θ. Λειτουργία πρέπει να είναι ολοσώματη και ολόψυχη. Κανένα μέρος της υπάρξεώς μας δεν πρέπει να μένει αμέτοχο στη Λειτουργία της Ζωής, επομένως και η διάνοιά μας, ή λογική μας. Αλλωστε η Λατρεία που προσφέρουμε στο Θεό – ή μάλλον που μας προσφέρει ο Θεός, καθότι ο Χριστός, ο μέγας Αρχιερεύς είναι ο προσφέρων και ο προσφερόμενος – είναι λο­γική λατρεία. Έτσι λοιπόν και η διάνοια πρέπει να έχει (και να επανακτήσει) τα απαράβατα δικαιώματά της, όπως ισχυ­ρίζεται, απολύτως δικαιολογημένα και εύστοχα, ένας διακεκριμένος ιερεύς, υποστηρικτής της Λειτουργικής μεταρ­ρυθμίσεως.
Προτού προχωρήσω παρακάτω, οφείλω μία, άκρως απαραίτητη, διευκρί­νηση στο φίλο αναγνώστη: δεν πρέπει να υποτιμούμε τη διάνοια, δεν πρέπει όμως και να την απολυτοποιούμε. Η διά­νοια δεν είναι γνωστικό όργανο θεο­γνωσίας. Γνωστική δύναμη θεογνωσίας είναι ο νους. Οι γνωστικές δυνάμεις της ψυχής κατά τους Πατέρες, ιεραρχικά καταγραφομένες, είναι ο νους, η διάνοια (= λογική), η δόξα (= γνώμη), η φαντασία και οι αισθήσεις.
Ο νους – που σημειωτέον ταυτίζεται με την καρδιά – δέχεται, αφού καθαρθεί από τα ψεκτά πάθη, τη θεία έλλαμψη και η διάνοια την μορφοποιεί σε λογικές προτάσεις και την κοινοποιεί είτε γρα­πτώς είτε προφορικώς. Ουδόλως έργο της διάνοιας είναι η κατάληψη των θείων μυστηρίων και η απόκτηση της υπερφυούς θείας γνώσεως. Μετά την πτώση ο νους σκοτίζεται και η διάνοια, σφετεριζόμενη το έργο του απονεκρωμένου νου, αποβαίνει το μοναδικό όργανο -επικουρουμένη από τη φαντασία – θεο­γνωσίας, κοσμογνωσίας και ανθρωπογνωσίας. Τούτο είναι το βαθύτερο δράμα του Ευρωπαϊκού πολιτισμού, είτε ουμανιστικού είτε τεχνοκρατικού. Γιατί τα γράφω αυτά και τι σχέση έχουν με το θέμα μας;
Για να τονίσω ότι η διανοητική κατα­νόηση της Θ. Λειτουργίας, επιθυμητή βέβαια και καθόλου αμελητέα, ουδόλως μπορεί να αντικαταστήσει την «καρδια­κή» – «νοερά» κατανόηση της Θ. Λει­τουργίας. Το πρώτιστο ζητούμενο είναι η συμμετοχή μας στη θεία ζωή και η μέ­θεξη της θείας ακτίστου Χάριτος και όχι ο ψιλός διανοητικός στοχασμός περί του θείου. «Ετερον το λέγειν τι περί Θεού, ώ φιλόσοφε, έτερον το συγγίγνεσθαι Θεώ», λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, απευθυνόμενος στον Βαρλα­άμ. Και αλλού λέγει πάλι ότι οι ορθόδο­ξοι μοναχοί πάσχουν τα θεία και δεν δια­νοούνται απλώς αυτά, τοποθετώντας στη σωστή τους θέση τους σκοπούς της ορθοδόξου αγωγής. Επομένως το πρώ­τιστο ζητούμενο στη Λειτουργική αγω­γή, νοουμένης ορθοδόξως και όχι βαρλααμικώς δεν είναι η γλωσσική – διανοη­τική κατάληψη της θείας Λατρείας αλλά η βιωματική μέθεξη του πιστού σ’ αυτήν.
Μετά την απαραίτητη αυτή διευκρί­νηση επανερχόμενοι στο θέμα μας τονίζουμε ότι για τη διανοητική κατανόηση της θείας Λατρείας αναγκαία προϋπό­θεση είναι η γλωσσική προσπέλασή της, αφού γλώσσα και σκέψη συνυφαίνονται αρρήκτως. Η γλώσσα της Θ. Λατρείας πρέπει να είναι προσιτή στο σύγχρονο πιστό και ταυτόχρονα απολύτως συμβα­τή με τον λογικό και ιερό χαρακτήρα της. Ποια γλώσσα λοιπόν πληροί τις ανωτέρω τρεις προϋποθέσεις (την προσιτότητα, τη λογικότητα και την ιερότη­τα) καλύτερα, η παραδεδομένη – αρχαιότροπη ή μία μεταγλωττισμένη στη νεο­ελληνική; Στο ερώτημα αυτό η απάντη­ση δεν είναι τόσο εύκολη όσο φαντάζει εκ πρώτης όψεως (η «προφανής» απά­ντηση θα ήταν ότι η μεταγλωττισμένη νεοελληνική γλώσσα πληροί επαρκέ­στερα τις ανωτέρω τρεις προϋποθέ­σεις).

Πρώτον η αρχαία Ελληνική έχει λο­γικότερη δομή, ενώ η νεοελληνική ψυχολογικότερη δομή (Ιωάννης Κακριδής), άρα η ως έχει αρχαιόμορφη Λειτουργική γλώσσα προσιδιάζει περισ­σότερο στο λογικό χαρακτήρα της Χριστιανικής Λατρείας.
Δεύτερον εγγενώς η νεοελληνική αδυνατεί να αποδώσει όλες τις λεπτές σημασιολογικές αποχρώσεις της πρω­τότυπης γλώσσας.
Τρίτον η εν μεταφράσει νεοελληνική πιθανόν – πιθανότατα, σχεδόν σίγουρα -θα διαταράξει τη θεραπευτική της φα­ντασίας, φωτιστική του νου, ενισχυτική της λογικής και ομαλοποιητική του συ­ναισθήματος λειτουργία της παραδεδομένης Λειτουργικής γλώσσας (βεβαίως αναγνωρίζω ότι τούτο θα αρθεί αν την μεταγλώττιση επιτελέσουν εξίσου πε­φωτισμένοι με τον Μ. Βασίλειο και ι. Χρυσόστομο νόες…).
Τέταρτον λόγω του επιλεκτικού -λόγω της ερμηνείας – χαρακτήρα που αναγκαστικά θα έχει κάθε μεταφραστική απόπειρα θα μειωθεί δραματικά το «ση­μαντικό» εύρος και βάθος της πρωτότυ­πης Λειτουργικής γλώσσας, συρρικνώ­νοντας έτσι τη δηλωτική των νοημάτων δύναμή της.
Πέμπτον η μετάφραση μοιραία θα αποδυναμώσει το κάλλος της πρωτότυ­πης γλώσσας, αποδυναμώνοντας την αισθητική απόλαυσή της.
Εκτον η μεταγλώττιση θα μας απο­μακρύνει από το Αποστολικό- πατερικά πολιτισμικό «παράδειγμα», αφού η γλώσσα όχι απλώς εκφράζει, αλλά και διαμορφώνει τον τρόπο σκέψεως εκά­στου ατόμου, λαού, γλωσσικής κοινότητος.
Εβδομον θα μας αποκόψει οριστικά από τους πιστούς των παρελθοντικών γενεών, από τη λατρευτική συνέχεια των Αποστόλων, Μαρτύρων, Πατέρων, Νεομαρτύρων, ασκητών, μοναχών που ελάτρευσαν τον Θεό στην ίδια ακριβώς γλώσσα.
Ογδοον θα διχάσει τραγικά το πλή­ρωμα της Εκκλησίας, αφού σε άλλη γλώσσα θα λατρεύουν το Θεό οι λαϊκοί και σε άλλη οι μοναχοί (ο διακεκριμένος και καταξιωμένος ιερεύς που πρωτοπο­ρεί στη μεταγλώττιση πρότεινε τα Μο­ναστήρια να διατηρήσουν την ισχύουσα αρχαιότροπη γλώσσα, ενώ οι ενορίες να χρησιμοποιούν μεταγλωττισμένη νε­οελληνική γλώσσα στη Θ. Λειτουργία -βεβαίως και σ’ αυτή την περίπτωση οι λαϊκοί άλλη γλώσσα θα ακούν στον Όρθρο και τον Εσπερινό και άλλη στη Θ. Λειτουργία…).
Ενατον θα μειωθεί η παιδαγωγική διάσταση του Λειτουργικού λόγου, αδικώντας έτσι κατ’ ουσίαν τους νέους, αφού τους στερεί την ευεργετική επίδραση και γονιμοποιό επαφή μ’ ένα άφθαστου κάλλους, πλούτου και τελειό­τητας γλωσσικό όργανο και τέλος θα υποστεί βαρύ πλήγμα η ιεροπρέπεια της Λειτουργικής γλώσσας, αφού η καθημε­ρινή γλώσσα δεν προσιδιάζει σε επίση­μη, λατρευτική χρήση, καταρρακώνο­ντας το κύρος της. (Ολα τα ανωτέρω αναλύω εν εκτάσει και κατά δύναμιν τεκ­μηριωμένα στο προσφάτως κυκλοφορηθέν βιβλίο μου «Η Λειτουργική γλώσσα. Δοκίμια προβληματισμού»).

Τώρα στο θέμα της γλωσσικής προσιτότητος η υπεροχή της νεοελληνικής είναι αδιαμφισβήτητη. Πράγματι ο σύγ­χρονος πιστός καλύτερα κατανοεί τη σύγχρονη γλώσσα παρά την αρχαιόμορ­φη. Όμως και η παραδεδομένη αρχαιό­μορφη Λειτουργική γλώσσα δεν είναι γλωσσικά απρόσιτη από το σύγχρονο πιστό. Η Ελληνική γλώσσα είναι μια και αδιάσπαστη, έτσι ώστε γνωρίζοντας καλά μία μορφή της ένας χρήστης της χω­ρίς ιδιαίτερη δυσκολία μπορεί να γνωρί­ζει και τις άλλες μορφές της.

Ο επιφανής Αγγλος ελληνιστής Robert Browning έχει γράψει χαρακτη­ριστικά ότι «δεν είναι υπερβολικό να το­νίσουμε παρά πολύ το γεγονός ότι τα Ελληνικά δεν είναι μια σειρά από ξεχω­ριστές γλώσσες, αλλά μία γλώσσα. Αν κάποιος θέλει να μάθει Ελληνικά δεν έχει ιδιαίτερη σημασία αν θα αρχίσει από τον Ομηρο, τον Πλάτωνα, την Καινή Διαθήκη, το έπος του Διγενή Ακρίτα ή τον Καζαντζάκη. Από τη στιγμή που ο σπουδαστής έχει γερές βάσεις σε μια φάση της γλώσσας, η προσπάθεια που απαιτείται για να καταπιαστεί με παλιότερους ή μεταγενέστερους γλωσσικούς σταθμούς δεν είναι μεγάλη»[1].
Και ο καθηγητής Γεώργιος Μπαμπι­νιώτης γραφεί: «Έτσι, η ελληνική γλώσσα έχει υποστεί αρκετές μεταβο­λές στη δομή της. Ωστόσο, όπως εξηγήσαμε ήδη, οι μεταβολές αυτές δεν ήταν τόσες και τέτοιες ώστε να αλλοιώ­σουν τη δομική φυσιογνωμία της Ελλη­νικής σε τέτοιο βαθμό, που ο νέος Ελ­ληνας, λ.χ., να αδυνατεί να πλησιάσει και να κατανοήσει, περισσότερο ή λιγό­τερο, ένα πεζό κείμενο του Ξενοφώντος ή του Πλάτωνος με μικρή προσπάθεια (η υπογράμμιση δική μου) και κατάλληλη καθοδήγηση»[2]. Αν ισχύει – και βεβαίως ισχύει – αυτή η γνώμη του διαπρεπούς καθηγητού για τα κλασικά κείμενα, κατά μείζονα λόγο ισχύει για τα Λειτουργικά και Πατερικά κείμενα, που είναι γραμμένα σε απλούστερη γλώσσα. Άλλωστε κατά τον εμβριθή Αγγλο ελληνιστή George Thomson στο βιβλίο του Η Ελληνική γλώσσα. Αρχαία και νέα, Β΄ έκδοση, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1989, το οποίο σημειωτέον έγραψε απευθείας στα Νέα Ελληνικά «η Ελλη­νιστική κοινή βρίσκεται πιο κοντά στη σημερινή δημοτική παρά στη γλώσσα των ομηρικών επών» (σελ. 91). Ετσι χω­ρίς μεγάλη και ιδιαίτερη προσπάθεια η Λειτουργική γλώσσα (μπορεί να) είναι γλωσσικά προσιτή στο σύγχρονο πιστό. Να είναι εντελώς σίγουροι οι οπαδοί της μεταγλωττίσεως – τους διαβεβαιώνω γι’ αυτό εν πάση ειλικρινεία- ότι εάν η Λει­τουργική γλώσσα ήταν όντως γλωσσικά απρόσιτη, ανυπερβλήτως ακατανόητη και η εξοικείωση μ’ αυτήν απαιτούσε την καταβολή τεραστίου και υπέρμετρου μό­χθου από τον σημερινό πιστό, πρώτος εγώ θα υπεστήριζα την γλωσσική απλο­ποίησή της!
Είναι όντως κρίμα να απολέσουμε ένα τέτοιας τελειότητος (π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ) και αφθάστου κάλλους γλωσ­σικό όργανο λόγω ραστώνης και αβελ­τηρίας. Τουναντίον τα οφέλη που θα προκύψουν από την εξοικείωση μ’ αυτήν θα είναι πολλαπλά: πνευματικά, διανοη­τικά, γλωσσικά, αισθητικά κ.λπ.
Τώρα πώς επιτυγχάνεται η εξοικείω­ση με τη Λειτουργική γλώσσα; Πρωτί­στως και κυρίως με τον συχνό Εκκλη­σιασμό και τη συνεχή τριβή και επαφή με τη Λειτουργική γλώσσα.«Εκ πολλής συνουσίας (= συναναστροφής) περί το πράγμα αυτό και του συζήν» [3] όπως έλε­γε ο Πλάτων επέρχεται η εξοικείωση, κα­τάληψη και εντελής κατοχή οιουδήποτε αντικειμένου του επιστητού ή εν γένει η επίτευξη οιασδήποτε επιδιώξεως.
Και ο Αριστοτέλης λέγει ότι «ποιούντες μανθάνομεν»: «Α γαρ δει μαθόντας ποιείν, ταύτα ποιούντες μαν­θάνομεν, οίον οικοδομούντες οικοδόμοι γίνονται και κιθαρίζοντες κιθαρισταί΄ ούτω δη και τα μεν δίκαια πράττοντες δί­καιοι γινόμεθα, τα δε σώφρονα σώφρο­νες, τα δ’ ανδρεία ανδρείοι»[4]. Μετάφρα­ση (Σπ. Μαγγίνα): «Διότι όσα πρέπει να κατασκευάζωμεν, όταν τα μάθωμεν, αυτά τα μανθάνομεν, εάν τα κατασκευά­ζωμεν΄ όπως επί παραδείγματι γίνονται μερικοί άνθρωποι οικοδόμοι, εάν κατα­σκευάζουν οικίας, και γίνονται κιθαρισταί εάν παίζουν κιθάραν΄ κατά τον ίδιον λοι­πόν τρόπον και όταν πράττωμεν δικαίας πράξεις, γινόμεθα δίκαιοι, όταν δε σώ­φρονα έργα. γινομεθα σώφρονες, και όταν πράττωμεν ανδρεία έργα, γινόμε­θα ανδρείοι» [5]. Αλλωστε και η σύγχρονη Παιδαγωγική διατείνεται ότι μαθαίνουμε κάτι επιτελώντας το συχνά.
Είναι το λεγόμενο learning by doing του Dewey. Επιπλέον και οι Πατέρες τονίζουν ότι σε όσα χρονίζει ο νους, σ’ αυτά πλατύνεται, ηδύνεται και εξοικειώνεται. Είναι εμπειρικά διαπιστωμένο ότι όσοι πιστοί, ασχέτως ηλικίας και μορ­φωτικού επίπεδου, εκκλησιάζονται συ­χνά (και όταν λέμε συχνά εννοούμε του­λάχιστον τον Εσπερινό του Σαββάτου, τον Όρθρο, ή μέρος του Όρθρου, και ολόκληρη την Κυριακάτικη Θ. Λειτουρ­γία, αλλά και συχνότερα – γιατί όχι; -αγρυπνίες τελούνται πολλές…) δεν έχουν σοβαρό πρόβλημα κατανοήσεως της Λειτουργικής ιερολογίας και ιε­ρουργίας. Προβλήματα κατανοήσεως έχουν οι αραιά και σποράδην εκκλησιαζόμενοι.
Δεύτερον, πολύ θα βοηθήσει στην κατανόηση της Θ. Λειτουργίας εάν μελετήσουμε ορισμένα βιβλία ερμηνευτικά αυτής. Εγώ θα είχα να προτείνω τα εξής βιβλία: α) Εις την θείαν Λειτουργίαν του άγιου Νικολάου του Καβάσιλα, β) Ιερο­μονάχου Γρηγορίου, Η Θεία Ευχαριστία και η Θεία Κοινωνία, Ιερόν Κουτλουμουσιανόν Κελλιον Αγιος Ιωάννης ο Θεο­λόγος, Αγιον Ορος, γ) του ιδίου, Σχόλια στη Θεία Λειτουργία, δ) Ανδρέα Θε­οδώρου, «Τα σα εκ των σων», Ερμη­νευτικό σχόλιο στη Θεία Λειτουργία, Α­ποστολική Διακονία – το βιβλίο αυτό πε­ριέχει και πολύ καλή και πιστή μετάφρα­ση της ιερολογίας της Θείας Λειτουρ­γίας, ε) Αλεξάνδρου Σμέμαν, Ευχαρι­στία, Ακρίτας, στ) Π. Ν. Τρεμπέλα, Από την Ορθόδοξον Λατρείαν μας, εκδ. Σωτήρ, ζ) Μητροπολίτου Κοζάνης Διονυσί­ου Α. Ψαριανού, Η Θεια Λειτουργία, Α­ποστολική Διακονία, η) Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννου (Ζηζιούλα), Ευχαρι­στίας Εξαμπλάριον, εκδ. Ευεργέτις, Ιε­ρά Ανδρώα Κοινοβιακή Μονή Αγ. Πα­ρασκευής Μαζίου Μεγάρων και φυσικά άλλα συναφή. Όσο για τα Ευαγγελικά και Αποστολικά αναγνώσματα υπάρ­χουν πολλές, έγκυρες και έγκριτες με­ταφράσεις και ερμηνείες της Καινής Διαθήκης. Μπορεί (και οφείλει) ο πιστός να αφιερώνει ελάχιστο χρόνο το βράδυ ή το απόγευμα του Σαββάτου για να με­λετά το Αποστολικό και Ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής. Αλλωστε υποτίθεται ότι ο πιστός μελετά επί κα­θημερινής βάσεως την Καινή Διαθήκη (αλλά και την Παλαιά Διαθήκη – γιατί όχι;), τον Λόγο του Θεού που τρέφει πνευματικά την ψυχή του.
Μα καλά, θα πει κανείς, πρέπει να διαβάσω όλα αυτά τα βιβλία, για να κατανοήσω την Θ. Λειτουργία; Πρώτον, αν δεν μπορεί να τα διαβάσει όλα, ας δια­βάσει δυο – τρία από αυτά, εξάπαντος βέβαια την Κ. Διαθήκη και όχι μία, άλλα πολλάκις και πλειστάκις. Δεύτερον και κυριότερον, αυτά τα ερμηνευτικά βιβλία της Θ. Λειτουργίας, ή έστω ορισμένα εξ αυτών, ο πιστός οφείλει να τα διαβάσει ούτως ή άλλως, δηλαδή όχι μόνο αν τε­λείται η Θ. Λειτουργία στην αρχαιόμορφη γλώσσα, αλλά και στη μεταγλωττι­σμένη.
Το πρόβλημα της κατανοήσεως της Θ. Λειτουργίας είναι πρωτίστως ερμηνευτικό και δευτερευόντως ψιλής γλωσ­σικής μεταγλωττίσεως. Η μεταγλώττιση δεν λύνει το πρόβλημα της ερμηνευ­τικής προσπελάσεως της Θ. Λειτουρ­γίας, απλά το μεταθέτει – και όπως τα­πεινά φρονώ εγώ, υπό συνθήκας και όρους δυσμενέστερους…
Υποτίθεται ότι η Θ. Λειτουργία είναι το κέντρο της ζωής ημών των Χρι­στιανών, και όχι ένα πάρεργο ή μία δευτερευούσης σημασίας δραστηριότητα. Αξίζει λοιπόν τον κόπο να αφιερώνουμε λίγο χρόνο προετοιμασίας γι’ αυτήν.
Παραπομπές:

[1] Robert Browning, Η Ελληνική γλώσσα. Μεσαιωνική και νέα, μετάφραση Μαρία Ν. Κονομή, τέταρτη έκδοση, εκδ. Παπαδήμας, Αθή­να 2004, σελ. 9-10.

[2] Γεωργίου Μπαμπινιώτη, Συνοπτική Ιστορία της Ελληνικής γλώσσης, Ε’ έκδοση, Αθήνα 2002, σελ. 11.
[3] Πλάτωνος, Επιστολή Ζ΄, 341d.
[4] Αριστοτέλους, Ηθικά Νικομάχεια, 1103a, 29.
[5] Αριστοτέλους, Ηθικά Νικομάχεια, εισαγωγή – μετάφρασις – εισαγωγικαί σημειώσεις Σπ. Χ. Μαγγίνα, εκδ. Ωφέλιμο βιβλίο, Αθήναι 1979, σελ. 73.
(Πηγή: Περιοδικό «Πειραϊκή Εκκλησία», τ. 177, σ. 26-29, Δεκ. 2006)

[Ψήφοι: 0 Βαθμολογία: 0]