Αναμνήσεις από την Λειτουργική Προσφορά του Μητροπολίτου Πατρών Νικοδήμου (+ 2008) (Αρχιμ. Νικόδημος Μπαρούσης, Ηγούμενος Ιεράς Μονής Παναγίας Χρυσοποδαριτίσσης Νεζερών)

theologia

Όταν την Κυριακή της Πεντηκοστής (2α Ιουνίου 1974), ο νεοεκλεγείς τότε Μητροπολίτης Πατρών Νικόδημος, εκφωνούσε, από του θρόνου του Ναού τού Πρωτοκλήτου, τον ενθρονιστήριον λόγον του, μεταξύ άλλων είπεν:

«Η λειτουργική ζωή της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας, και μάλιστα η μυστηριακή τοιαύτη, είναι πρώτιστον μέλημά μου. Διότι το πρώτον έργον της Εκκλησίας είναι το αγιαστικόν. Οι έχοντες διάφορον αντίληψιν δεν ορθοδοξούσιν. Οι φιλέορτοι και φιλακόλουθοι Πατρινοί θα γνωρίζωσιν ότι ο επίσκοπός των θα ιερουργή τακτικώτατα, κατά πάσαν εόρτιον ευκαιρίαν. Θα επιτελή δε πάντοτε υποδειγματικώς τα της θείας λατρείας, τόσον από πλευράς μυσταγωγικής και κατανυκτικής, όσον και, ως προς την ψαλμωδίαν και την εν γένει λειτουργικήν παράστασιν και μεγαλοπρέπειαν». Και πράγματι ο Μητροπολίτης ετήρησε ακέραια την υπόσχεσίν του. Θα έλεγε κανείς ότι όλη την δραστηριότητά του εις την Πάτρα, την άντλησε από την Αγίαν Τράπεζαν. Επί είκοσι χρόνια λειτουργεί τόσο συχνά, όσον ένας απλούς, καλός εφημέριος. Αφοσιωμένος εις το ιερόν θυσιαστήριον, έχει από τον Θεόν το χάρισμα, όχι μόνο να λειτουργή αυτός υποδειγματικά, αλλά και να βοηθή τους συλλειτουργούς του και τους εκκλησιαζομένους να προσεύχονται «εν πνεύματι», προσηλωμένοι εις το μυστήριον. Δεν μπορώ να λησμονήσω ότι κατά τις ιερές χοροστασίες και λειτουργίες του, εδημιουργείτο εις το εκκλησίασμα μία ένθερμος ατμόσφαιρα, ικανή να συνεπάρη και τους χλιαρούς.  Έτσι μπορούσε επαγωγικώς να οδηγήση εις την κατάνυξι της μετανοίας.
Έχοντας επίγνωσι, «το κατά δύναμιν ανθρωπίνως», της θέσεώς του ως Επισκόπου εν τη Εκκλησία, ηθέλησε να συνδέση τον εαυτό του κυρίως με το Μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας. Αν και σε προχωρημένη ήδη ηλικία, δεν γνωρίζει τι σημαίνει απλώς «χοροστασία» (έξω του Βήματος) κατά την Θεία Λειτουργία, αλλά έργον του συνεχές είναι η «προεδρία» αυτής ενώπιον του φρικτού θυσιαστηρίου. Ιδιαιτέρως με είχε συγκινήσει η ομολογία του: «Όποιες στενοχώριες κι αν έχω, όταν εισέλθω εις τον ναό να λειτουργήσω, τα ξεχνάω όλα», καθώς επίσης ότι:
«Μετά την Θεία Λειτουργία μην μου φέρνετε να επιλύσω υποθέσεις- κινδυνεύω να τους κάνω όλα τα χατήρια, για να μην στενοχωρηθώ  και χάσω ό,τι απεκόμισα από την θείαν Λατρείαν».
Ολόκληρη αυτή την εικοσαετία, η αγάπη του Μητροπολίτου για την θεία Λειτουργία υπήρξε τόσο έντονη, ώστε δεν είναι δυνατόν να ευρεθή Κυριακή ή Εορτή που να μην ελειτούργησε, και να μην εκήρυξε τον θείον λόγον, όχι επαναλαμβάνοντας κάποια παλαιοτέρα ομιλία, αλλά συνθέτοντας πάντα μία νέα, έστω κι αν το εκκλησίασμα ήτο ολίγον. Ενθυμούμαι, ότι πάντοτε ήθελε την παρουσία μεγάλου εκκλησιάσματος, αλλά ουδέποτε αισθάνθηκε την παραμικρά πικρία, όταν εξ οιουδήποτε κωλύματος παρίσταντο ελάχιστοι. Μάλιστα και τότε εξέφραζε την χαρά του, για το οικογενειακό περιβάλλον που εδημιουργήθη, και την κατανυκτική ατμόσφαιρα που επεκράτησε. Είναι φανερόν, ότι «οίδε και υστερείσθε, οίδε και περισσεύειν», κατά τον απόστολον Παύλον, τηρουμένων ασφαλώς των αναλογιών.
Η περίοδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής ήταν για τον Μητροπολίτην εποχή εντονωτέρας εργασίας, λειτουργικής και κηρυκτικής. Αρχίζοντας τo εσπέρας των Κυριακών, με την ηγεμονική χοροστασία των Κατανυκτικών Εσπερινών, με την «εν επιγνώσει», κατ’ οικονομίαν, υπέρβασιν τυπικού, κατά την Είσοδο και την επί του θρόνου άνοδο -κατ’ απαίτησιν της τοπικής συνήθειας-, και την παρατεταμένη ομιλία επί της εορτής τής ημέρας, ή του θέματος των τροπαρίων τής εβδομάδος, ή του κατανυκτικού ιδιομέλου των αποστίχων, προχωρούσε εις την τέλεσιν όλων ανεξαιρέτως των Προηγιασμένων, με ομιλίες προς τους μαθητάς, οργανώσεις και συλλόγους, κυρίως ηθικού περιεχομένου, αν ενθυμούμαι καλώς.
Ιδιαίτερα λειτουργική σημασία προσέδωσε εις την πρώτην ημέρα των Αγίων  Νηστειών.
Η έναρξις εκείνη είναι ιδιαιτέρως κατανυκτική. Το πρωΐ της Καθαράς Δευτέρας κατέβαινε εις το Καθολικόν της Ιέρας Μονής Γηροκομείου, οπού και έμενε ολόκληρη σχεδόν αυτή την εικοσαετία, και ετελούσε όλες τις ακολουθίες της ημέρας. Ζωηρά παραμένει η εντύπωσις από την κατανυκτική και εκφραστική ανάγνωσί του εις τις Ωδές και τα τροπάρια των Κανόνων του Τριωδίου, καθώς επίσης, το σύντομο αλλά πατερικό και κατανυκτικό κήρυγμα, περί το τέλος των Ωρών, και την ιδιότυπο διανομή ευλογίας, μικρού τεμαχίου άρτου. Το απόγευμα, οπότε και το εκκλησίασμα ήταν πολυπληθέστερο, τελούσε κατανυκτικώς το Μέγα Απόδειπνο, κάτι που επαναλάμβανε και άλλες ημέρες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, εις άλλους ναούς της πόλεως.
Εις την ακολουθία των «Χαιρετισμών», προσέδιδε πανηγυρική λαμπρότητα, με την ψαλμωδία και την εμμελή, αλλά συγκρατημένη, απαγγελία του Κοντακίου. Κατέληγε με κάποιο θεομητορικό κήρυγμα επί των «Οίκων» που προηγουμένως είχε απαγγείλει. Τα τομίδια των Θεομητορικών του κηρυγμάτων που εκυκλοφορήθησαν προσφάτως, είναι απομαγνητοφωνημένες ομιλίες του εις τους Χαιρετισμούς και τις παρακλήσεις του Δεκαπενταύγουστου.
Οι μεγάλες Δεσποτικές εορτές ήσαν για τον Μητροπολίτη τα σημαντικώτερα γεγονότα του έτους. Η ακολουθία των Μεγάλων Ωρών ήταν υπόθεσις ζωής. Παρίστατο εξ αρχής επί του θρόνου, ψάλλων τα τροπάρια, κατά την τάξιν, «από διφθέρας», μολονότι το εκκλησίασμα, ειδικώς τας παραμονάς Χριστουγέννων ή των Θεοφανείων, ήταν σχετικώς αραιό. Ήθελε και τον αναγνώστη ευκρινή, με ύφος εκκλησιαστικό και σεμνοπρεπές, και την θυμίασι με το κατζί, κατά την ακρίβεια της τάξεως. Η μεγαλοπρεπής παρουσία του εις τις μεγάλες εορτές, είχε κάτι το πηγαίο και αρχοντικό. Ενθυμούμαι καλώς τον θρησκευτικό ενθουσιασμό που προκαλούσε η παρουσία του εις την ακολουθία της Λιτής, πριν την έναρξι του Όρθρου των Χριστουγέννων. Λίγο προ της πέμπτης πρωινής ώρας, εις το μέσον του σολέα του Μητροπολιτικού ναού, έψαλλε από καρδίας, με ύφος βυζαντινού ηγεμόνος, το «Μάγοι περσών βασιλείς…», καίτοι το εκκλησίασμα εκείνη την στιγμή δεν απετελείτο παρά από ελαχίστους φιλακολούθους. Ακουσίως μετεφέρεσο εις την «εκκλησία του χρυσού Τρικλινίου», και ανέμενες την εξέλιξι της ιεράς πανηγύρεως κατά την περιγραφή του «ψευδο-Κωδινού». Το εκκλησίασμα «εκρέματο» κυριολεκτικώς από τα χείλη του ψάλλοντος Μητροπολίτου.
Δεν είναι δυνατόν να λησμονήσω και την νύκτα της Μεγάλης Πέμπτης, όταν η ώρα είχε προχωρήσει πολύ, και η ακολουθία είχε φθάσει εις τα απόστιχα, οπότε συνήθως αποχωρεί ο περισσότερος κόσμος. Τότε, ο χοροστατών Μητροπολίτης έψαλλε, εις μέλος αργόν και ύφος υψηλόν, το δοξαστικό των αποστίχων, οπότε ολόκληρο το εκκλησίασμα καθηλώνετο, και παρέμεναν όλοι μέχρι τέλους της ακολουθίας, χωρίς καμμία δυσανασχέτησι.
Όλη αυτή η μεγαλόπρεπος διάθεσις δεν είχε κάτι το αυτάρεσκον. Όχι μόνον δεν ήθελε τον παραγκωνισμό των άλλων, αλλά αντιθέτως επεδίωκε να προσλάβη, κατά το δυνατόν, περισσοτέρους, και να τους υψώση εις την περιωπήν του ήθους του. Ήθελε και τους συλλειτουργούς του με ολόλαμπρες λειτουργικές στολές σαν τις δικές του, γνώστες της μουσικής και της θεολογίας, της τέχνης της ρητορικής και της ευγενείας των τρόπων.
«Αναπολώ με θαυμασμό τον τρόπο με τον οποίον συμπλήρωνε ή διόρθωνε τα σφάλματα των συλλειτουργών του και των ψαλτών. Ουδέποτε εθύμωσε ή εξετράπη οιονδήποτε τρόπον. Αντιθέτως παρενέβαινε αυτός με τέτοιο τρόπο, που το εκκλησίασμα σχημάτιζε την εντύπωσι ότι όλα πηγαίνουν καλώς, και πως οι αιτήσεις ή ο ύμνος που είπε ο Μητροπολίτης μάλλον του ανήκαν κατά την τάξιν. Μερικές φορές μάλιστα, σε ειδικές τελετές που ο διάκονος θα έπρεπε να τροποποιήση κάπως τις αιτήσεις για την περίστασι, ο Μητροπολίτης χαμηλοφώνως υπηγόρευε το κείμενο της αιτήσεως, δίκην υποβολέως, ή παρενέβαινε καταλλήλως, εκφωνώντας ο ίδιος την αίτισι και απαλλάσσοντας τον διάκονο  εκ της αμηχανίας της περιστάσεως.
Ουδέποτε τον εθυμήθηκα να δίδη την εντύπωσι ότι είναι βιαστικός. Και λέγω, να δίδη την εντύπωσι, γιατί υπήρχαν κάποιες περιστάσεις που τον ανάγκασαν να συντομεύση ή και να μακρύνη τον χρόνο της ακολουθίας. Όμως πάντοτε, με πλήρη αντίληψι της περιστάσεως, εφήρμοζε συντομώτερο ή αργότερο ρυθμό εις την ακολουθίαν, εξ αρχής, ώστε ουδέποτε παρέλειπε κάτι, και μάλιστα από τα ουσιαστικά στοιχεία της ακολουθίας, ή προσέθετε περιττά για να καλυφθή ο χρόνος.
Καρπός αυτού του μέτρου του, είναι και οι σύντομες αγρυπνίες, μέχρι τη μία μετά το μεσονύκτιο. Έστω κι αν στασιάζεται η πρακτική αυτή, εν σχέσει προς τα γενικώς «παρ’ ημίν» κρατούντα, πάντως είναι αδιαφιλονίκητος καρπός της μέριμνάς του για την λειτουργική αγωγή του ποιμνίου του, και μέρος του οράματός του για μία λειτουργική αναγέννησι της Εκκλησίας. Φαίνεται πως ο μακαριστός Γέροντάς του Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος ο από Τραπεζούντος, τού μετέδωσε, κατά ένα τρόπο μυστικό, τον πόθο αυτό, για τον οποίον τόσο εργάσθηκε κι εκείνος ως πρόεδρος της Πατριαρχικής επιτροπής επί των λειτουργικών βιβλίων. Το όραμα της υποδειγματικής τελέσεως των ιερών ακολουθιών και κάθε ιεροπραξίας, απησχόλησε, θεωρητικώς και πρακτικώς, και τους δύο.
Η λειτουργική αναγέννησις που είχε οραματισθή δεν ήταν μόνον τυπική. Δεν ήθελε μόνον άρτια επιτέλεσι των ιερών τελετών, αλλά και ουσιαστική συμμετοχή εις την πνευματική ζωή. Ήθελε ο ασπασμός της αγάπης, πριν από την Θεία Κοινωνία, να είναι ουσιαστικός, γι’ αυτό προέβαινε σε όλες τις κατάλληλες ενέργειες. Ήξερε να τιμά για να φιλοτιμήση, και να επιτιμά, άκρως διακριτικά, για να συνετίση.
Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας είναι και η μέριμνά του για τις χειροτονίες. Είχε την γνώμην ότι πρέπει όλες οι ενορίες να έχουν τον δικό τους εφημέριο, ενώ παραλλήλως φρόντισε και για την δημιουργία νέων θέσεων, ώστε ο εκκλησιασμός των χριστιανών να είναι ανεμπόδιστος. Γνωρίζω ότι πόθος του ήταν να χειροτονήση νέους και μορφωμένους ιερείς. Προς τούτο απευθύνθη παντού και εκάλεσε πολλούς. Δυστυχώς η πρόσκλησίς του δεν βρήκε ικανή ανταπόκρισι. Ένα μεγάλο μέρος αυτών που εχειροτόνησε, δεν διαθέτουμε ιδιαίτερα προσόντα. Ο ίδιος είχε την συνείδησι ότι το γεγονός δεν τον τιμούσε ιδιαιτέρως, αλλά προτίμησε τον ονειδισμό αυτό, πιστεύοντας ότι προσφέρει εις την Εκκλησία ό,τι του ήταν δυνατόν. «Ο έχω, τούτο σοι δίδωμι», τον άκουσα πολλές φορές να λέη, με αίσθησι ταπεινώσεως και ενσυνειδήτου «κατανοήσεως» της ανεπαρκείας πολλών χειροτονηθέντων.
Εις τον λειτουργικό χώρο όπου εκινείτο καθημερινώς, ήθελε όλοι να αισθάνωνται γαλήνη και άνεσι. Έτσι συχνά συγκατέβαινε σε πολλά για να διευκολύνη τους άλλους. Αλησμόνητες είναι κάποιες περιπτώσεις ιερέων, που εταράσσοντο επί τη παρουσία του εις τον ναόν οπού εφημέρευαν, κυρίως κατά τα πρώτα χρόνια της αρχιερατείας του εις την Πάτρα. Ευθύς ως διαπίστωνε την ανεξήγητη γι’ αυτόν ταραχή τους, αμέσως τους περιέβαλλε με τόση πατρική αγάπη, ώστε μετέβαλλε την ίδια ώρα, την λύπη τους εις χαρά, καθ’  υπόδειξιν του Ευαγγελίου, όπως έλεγε.
Αλλά και η διακριτική συμπεριφορά του σε κάποιον υπέργηρο ιερέα που ήθελε να λειτουργήση, παρ’ ότι εκινδύνευε λόγω της ασθενείας του να πέση κάτω, είναι χαρακτηριστική της αγάπης και της ευφυΐας του Μητροπολίτου. Όσον ακόμη ευρίσκετο εις το ιερόν Βήμα, τον άφηνε παρά την Αγίαν Τράπεζαν, εις την πρώτη θέσι των συλλειτουργούντων, κατά τα πρεσβεία του. Όταν όμως ήλθε η ώρα της μεγάλης Εισόδου, για να αποφευχθή τυχόν κακό, λέγει εις τον ιερέα: «Πάτερ, εμείς οι δύο ως γεροντότεροι, ας καθήσωμε μέσα· ας αφήσωμε τους νέους να βγουν εις την Είσοδο». Ο ιερέας, χωρίς να υπολογίζη ότι ο Επίσκοπος παρέμενε για λειτουργικούς λόγους, εδέχθη ως τιμητική την πρότασι, και η θεία Λειτουργία συνεχίσθηκε χωρίς κάτι δυσάρεστο, από πάσης πλευράς.
Ενθυμούμαι ότι, περιέργως κατ’ εμέ, θεωρούσε καθήκον του να τελέση όποια ιεροπραξία του ζητούσαν, ως να ήτο εφημέριος. Κάποτε λοιπόν, μεταβαίνοντας για να τελέση το μυστήριο του γάμου, λησμονήθηκαν εις το κελλίον του το επιτραχήλιον και το ωμοφόριόν του. Τούτο όμως διεπιστώθη μόλις ήτο έτοιμος να βάλη «Ευλογητός». Για μια στιγμή εταράχθη και είπε με αυστηρό τόνο: «Έτσι ήλθαμε;». Αμέσως όμως συνήλθε, απέκτησε ευχάριστο διάθεσι, και καθησυχάζοντας τον υπεύθυνο για την μη συναποκόμισι των αμφίων, είπε σε κάποιον που είχε αυτοκίνητο να πάη να τα φέρη. Κι όλα αυτά, εντός δύο ή τριών λεπτών. Ταυτοχρόνως, για να μην δημιουργήση πρόβλημα εις τον κόσμον, άνοιξε την Ωραία Πύλη, και με πλήρη ηρεμία, ως να μην συνέβαινε τίποτε, εξεφώνησε σύντομο λόγο προς τους νεόνυμφους. Εν τω μεταξύ ήλθαν τα άμφια, και άρχισε το μυστήριο.
Αν είχα αντιληφθή καλώς, ήθελε, χωρίς προσωποληψία ή μικροπρεπείς διαχωρισμούς, να απονέμη τιμητικές διακρίσεις εις τους «συλλειτουργούς» και «συνδιακόνους» του, όπως συνήθιζε να αποκαλή τους κληρικούς του, αποβλέποντας κυρίως εις την πνευματική οικοδομή τους. Ζωηρά διατηρώ εις την μνήμη μου, την περίπτωσι κάποιου κληρικού, τον οποίον θα μετέθετε εις ενορία μεγαλυτέρας περιωπής. Κατά την τελευταία λειτουργία του εις την παλαιάν ενορία του, ο ιερεύς συνελειτούργησε μετά του Μητροπολίτου, τον οποίον και ευχαρίστησε δημοσίως για την αναγνώρισι και αμοιβή των κόπων του, εις την μικράν αυτήν ενορίαν, οπού «εβάστασεν, καθώς είπε, τον κόπον της ημέρας και τον καύσωνα». Αντιφωνώντας ο Μητροπολίτης, θέλοντας να θέση το όλον ζήτημα επί υγιούς βάσεως, συνετίζοντας τον ιερέα, αλλά χωρίς να σκανδαλίση το ποίμνιον, είπε μεταξύ άλλων, διακριτικώς: «Η Εκκλησία σήμερον σας αμείβει, πάτερ, ασχέτως των μεγάλων κόπων και μόχθων που κατεβάλατε γι’ αύτην την ενορία. Καθώς και ο οικοδεσπότης της παραβολής, έδωσε τον ίδιο μισθόν «εις τον έσχατον, καθάπερ και τον πρώτον…».
Εις τα πλαίσια της λειτουργικής αναγεννήσεως που επεχείρησε, ήταν και τα εγκαίνια των ιερών ναών της θεοσώστου επαρχίας του.  Αρχίζοντας το 1974 με τον ναό του Πολιούχου, οπού μερίμνησε να κληθή πλήθος αρχιερέων, ώστε να δοθή η απαραίτητος τιμή, συμφώνως προς την μεγαλοπρεπή, αρχοντική αντίληψί του, εν συνεχεία, επροχώρησε εις τον εγκαινιασμό πλείστων άλλων εκκλησιών (περί τις 100). Τα εγκαίνια αυτά ήσαν παραλλήλως ένα εμπεριστατωμένο και εποπτικό μάθημα λειτουργικής για όλο το εκκλησίασμα. Κατά τις τελετές αυτές ήταν, εκτός από λειτουργός, και  ψάλτης, και υπομονετικός κατηχητής, που εξηγούσε εις τον κλήρο και  τον λαό την σημασία κάθε μιας πράξεως των εγκαινίων, σε σχέσι μάλιστα με όλες τις άλλες λειτουργικές πράξεις της Εκκλησίας. Αν συμμετείχες μαζί του σε μερικά εγκαίνια, ευκόλως μετά θα μπορούσες να συγγράψης μία πλήρη πραγματεία περί εγκαινίων.
Τέλος, εάν για τον προηγούμενο Μητροπολίτη Πατρών, η θεία Πρόνοια του επεφύλαξε την τιμή να συνδέση το όνομά του με την επαναφορά της Τιμίας Κάρας του Αποστόλου Ανδρέου, εις τον σημερινόν Μητροπολίτην δεν εδείχθη ολιγώτερον δαψιλής. Ηυτύχησε να ιδή επιστρέφοντα δι’ ενεργειών του εις την Πάτρα, το σωζόμενο τμήμα τού Σταυρού τού Μαρτυρίου τού Πρωτοκλήτου, ως επισφράγησι, και επευλογία της πνευματικής αναμορφώσεως που επεχείρησε. Η τελετή της παραδόσεως εις αυτόν του ιερού λειψάνου τού Σταυρού, τον Ιανουάριο του 1980, οργανωμένη με πληρότητα και με ορθόδοξο συμμετοχή, νομίζω ότι αποτελεί ικανή ένδειξι εκκλησιαστικής ευαισθησίας και λειτουργικής αναγεννήσεως εκ μέρους του τιμωμένου Μητροπολίτου.

(Από το βιβλίο «Εικοσαέτηρος Αρχιερατεία Μητροπολίτου Πατρών Νικοδήμου Α΄ 1974-1994).

(Πηγή: «ΔΙΨΩ», Νοέμβριος 2008)

Διαβάστε περισσότερα κείμενα του ηγουμένου πατώντας εδώ

RSS
Facebook
Google+
http://alopsis.gr/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%BD%CE%AE%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%86/">
SHARE
[Ψήφοι: 4 Βαθμολογία: 5]