Αλλοίωσις του ευσεβούς φρονήματος των Ορθοδόξων περί του Παπισμού, παρά την εμμονήν των Παπικών εις τας αιρέσεις (Αρχιμ. Γεώργιος Καψάνης, Ηγούμενος Ι.Μ. Γρηγορίου Αγίου Όρους)

theologia

«Με αφορμή την επίσκεψη του Πάπα στην Κύπρο, δημοσιεύουμε σήμερα κείμενο του Αρχ. Γεωργίου Καψάνη, Ηγουμένου της Ιεράς Μονής Γρηγορίου Αγίου Όρους, το τρίτο και τελευταίο μέρος μελέτης που έγραψε το 1978, γιατί πιστεύουμε ότι εάν γνωρίζουμε τις τοποθετήσεις του Παπισμού αλλά και τις θέσεις της Ορθοδοξίας, ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος να αλλοιωθούν οι συνειδήσεις μας, ενώ αποφεύγουμε και τον κίνδυνο της μισαλλοδοξίας». Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ Αλλοίωσις του ευσεβούς φρονήματος των Ορθοδόξων περί του Παπισμού, παρά την εμμονήν των Παπικών εις τας αιρέσεις (Αρχιμ. Γεώργιος Καψάνης, Ηγούμενος Ι.Μ. Γρηγορίου Αγίου Όρους)

(Γ’ ΜΕΡΟΣ)

Κατά τους εσχάτους αυτούς χρόνους Ορθόδοξοι τινές ήρχισαν να μη ομιλούν με την παραδοσιακήν αυτήν έναντι του παπισμού γλώσσαν, ως εάν ο παπι­σμός παρητήθη των αντιευαγγελικών του γραμμών.

Ρωμαιοκαθολικοί προσερχόμενοι εις την Ορθοδοξίαν γίνονται δεκτοί —κυρίως εις την διασποράν— υπό ωρισμένων δικαιοδοσιών χωρίς Βάπτισμα (ακρίβεια) ή Χρίσμα (οικονομία), αλλά δι’ απλής ομολογίας ή εξομολογήσεως. Παπικοί δε ιερείς λειτουργούντες την μίαν ημέραν εις τους ναούς των, την ετέραν προσερχόμενοι εις την Ορθοδοξίαν χωρίς Χρίσμα ή Χειροτονίαν λειτουργούν ως Ορθόδοξοι ιερείς. Υπάρχουν δε και έτεραι πράξεις Ορθοδόξων αι οποίαι δεικνύουν ότι πράγματι οι Ορθόδοξοι ούτοι έπαυσαν να θεωρούν τον παπισμόν, ως εθεώρουν αυτόν οι μέχρι τούδε Ορθόδοξοι. Το Ορθόδοξον αισθητήριόν των δεν αντιδρά, ως αντέδρα μέχρι σήμερον εις την αίρεσιν του παπισμού. Δεν έχουν την ευαισθησίαν της πίστεως, την οποίαν πάντοτε είχον οι Ορθόδοξοι. Η πρωτοφανής δια την Ορθοδοξίαν αλλαγή της στάσεως των Ορθοδόξων αυτών θα εδικαιολογείτο μό­νον, εάν υπήρχον σαφείς ενδείξεις ότι και ο παπισμός παρητήθη των αντιευαγγελικών και αντιπαραδοσιακών του αξιώσεων και ότι όντως επιθυμεί να επανεύρη την προ του σχίσματος Ορθοδοξίαν του.

Αι νεώτεραι εξελίξεις εις τον παπισμόν δικαιολογούν άραγε μίαν τοιαύτην αισιοδοξίαν εκ μέρους των Ορθο­δόξων; Δια να είμεθα δίκαιοι πρέπει να είπωμεν ότι παρα­τηρείται εις ωρισμένους δυτικούς θεολόγους, κληρικούς και λαϊκούς, κάποια αναζήτησις της γνησίας εκκλησια­στικής πίστεως και ζωής. Αι μεμονωμέναι όμως αύται αναζητήσεις δεν ηδυνήθησαν να επηρεάσουν τον παπικόν εκκλησιαστικόν οργανισμόν εις τοιούτον σημείον, ώστε να ημπορή να ομιλήση τις δια κάποιαν ελπιδοφόρον άνοιξιν, η οποία θα επέτρεπε εις τους Ορθοδόξους να αισιοδοξούν. Αντιθέτως μάλιστα υπάρχουν όχι μό­νον ενδείξεις αλλά και αποδείξεις περαιτέρω σκληρύν­σεως του Ρωμαιοκεντρικού παπικού ολοκληρωτισμού, ως θα ίδωμεν καθ’ εξής.

Ο υπερβολικώς επαινεθείς και χαρακτηρισθείς ως άγιος αποθανών πάπας Παύλος Στ’ ήτο γνήσιος φορεύς του απολυταρχικού πνεύματος. Ιδού πως ομιλεί δια τον εαυτόν του και το αξίωμά του: «Αναλογιζόμεθα το ύψιστον υπούργημα, εις το οποίον η θεία Πρόνοια, παρά τας επιθυμίας και την έλλειψιν αξιομισθιών ημών, ηθέλησε να καλέση ημάς, εμπιστευομένη την διαποίμανσιν της Εκκλησίας του Χριστού, ορίζουσα ημάς επίσκοπον Ρώμης και συνεπώς διάδοχον του Αγίου Αποστόλου Πέτρου, υπερτάτου κλειδούχου της βασιλεί­ας του Θεού και αντιπροσώπου του Χριστού, όστις ανέδειξεν αυτόν πρώτον ποιμένα της παγκοσμίου ποίμνης αυτού» [«Εγκύκλιος επιστολή πάπα Παύλου ΣΤ’», ελλην. μετ. σελ. 6 (6.8.1964)].

Οι επόμενοι επίσης λόγοι του, δι’ ών ανεκήρυττε την Β’ Βατικάνειον Σύνοδον ως οικουμενικήν, είναι εκφρα­στικοί του φρονήματός του: «Αποτελούμεν, πλήρη σύναξιν, ην ημείς, ηνωμένοι μετά πάντων ημών ως αδελφών, συνεκαλέσαμεν δικαιωματικώς ως Επίσκοπος Ρώμης και διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου, ως ανάξιος μεν αλλ’ ως αληθής κυβερνήτης της καθολικής Εκκλησίας και ο αντιπρόσωπος του Χριστού και ο δούλος των δού­λων του Θεού. Ημείς, λοιπόν, ο Πάπας, όστις συγκεντρώ εν τω προσώπω μου και τω αγίω αξιώματί μου πάσαν την Εκκλησίαν, ανακηρύσσω την Σύνοδον ταύτην ως Οικουμενικήν» (Ιω. Καρμίρη, «Ορθοδ. και Ρωμαιοκ.», Β’ σελ. 152, 153).

Εις την διαθήκην του μεταξύ άλλων προτρέπει τους παπικούς να εργασθούν δια την ένωσιν μένοντες όμως πι­στοί εις τα καθολικά δόγματα, μεταξύ των οποίων πρωταρχικήν θέσιν κατέχει το πρωτείον και το αλάθητον.

Ο ίδιος πάπας διώρισεν ουνίτην επίσκοπον εν Αθή­ναις δια τους ολίγους ουνίτας παπικούς παρά την ύπαρξιν λατίνου αρχιεπισκόπου και παρά την δριμυτάτην διαμαρτυρίαν της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Δια να μη έχη δε τις καμμίαν αμφιβολίαν ότι και ο πάπας Παύλος συνεχίζει την γραμμήν των προκατόχων του απαρεγκλίτως, ρητώς διεκήρυξεν ότι η Β’ Βατικάνειος είναι συνέχεια της Α’ Βατικανείου, της ανακηρυξάσης ως δόγμα πίστεως αναγκαίον δια την σωτηρίαν το πρωτείον και το αλάθητον: «Υπό των πατέρων της Α’ Βατικανείου Συνόδου ωρίσθησαν και ηρμηνεύθησαν αι πράγματι και αληθώς μοναδικαί και ύψισται προνομίαι, ας ο Χριστός εχορήγησεν εις τον Πέτρον και τους διαδόχους αυτού… Η παρούσα Σύνοδος δέον να επιβεβαιώση την διδασκαλίαν εκείνης περί των δικαιωμάτων του Summus Pontifix» (Iω. Καρμίρη, «Oρθοδ. και Ρωμαιοκ.», Β’ 157 πρβλ. και ελλην. μετάφρ. «Ecclesiam Suam», Αθήναι 1964, σελ. 17).

O ευρύτατα επίσης διαφημισθείς, ως πάπας της αγάπης, Ιωάννης ΚΓ’ ήτο φορεύς των ιδίων απολυταρ­χικών φρονημάτων, έβλεπε δε την ένωσιν ως επιστροφήν των πάντων εις τον παπισμόν, ως έλεγε προς τα μέλη της Καθολικής δράσεως: «Θα επιδείξωμεν την Εκκλη­σίαν εν όλω αυτής τω μεγαλείω και θα είπωμεν προς όλους εκείνους, οίτινες είναι κεχωρισμένοι αφ’ ημών: Αύτη αδελφοί, είναι η Εκκλησία του Χριστού, δηλ. η Καθολική Εκκλησία· προσέλθετε· προσέλθετε· αύτη είναι η οδός της επιστροφής, επανέλθετε, δια να κατα­λάβετε τας θέσεις, ας κατείχον οι πρόγονοι υμών» (Αρχιμ. Σπυρ. Μπιλάλη, ενθ’ ανωτ. τόμ. Α’, σ. 316).

Μελετών τις τα κείμενα της Β’ Βατικανείου, της οποίας πρωτεργάται ήσαν οι πάπαι Ιωάννης ΚΓ’ και Παύλος Στ’ διαπιστώνει με πολύν πόνον ότι η Σύνοδος αύτη όχι μόνον δεν συνετέλεσεν έστω και επ’ ελάχιστον εις την άμβλυνσιν των αντιευαγγελικών «δογμάτων» του πρωτείου και του αλαθήτου αλλά αντιθέτως επαγίωσε και έτι περισσότερον ενίσχυσεν αυτά. Κατά τον Αρχιμανδρίτην Βασίλειον, Καθηγούμενον της Ι. Μονής Σταυρονικήτα (νυν Ιβήρων): «Παρ’ όλες τις ανακατατάξεις των καιρών και τις αλλοιώσεις της Ρωμαιοκαθο­λικής συμπεριφοράς, το αλάθητον έμεινε εξ ολοκλήρου άθικτο, μάλλον δε ισχυροποιήθηκε με συγκεκριμένη επέκτασή του και στις μη ex cathedra αποφάσεις του πο­ντίφικος. Ενστικτωδώς εδώ συγκεντρώνεται όλη η άμυνα, επειδή εδώ ακριβώς βρίσκεται η αχίλλειος πτέρνα, η καρδιά της αρρώστειας» (Αρχιμ. Βασιλείου, «Εισοδικόν», Αθήναι 1974, σελ. 79)

Παραθέτομεν εν συνεχεία ωρισμένα αποσπάσματα εκ των κειμένων της Β’ Βατικανείου Συνόδου ενδεικτικά της διαπιστώσεώς μας: «Δια να δύναται το επισκοπάτον να είναι αδιαίρετον, ετοποθέτησεν (ο Χρι­στός) τον ευλογημένον Πέτρον επί των άλλων Αποστό­λων και ίδρυσεν εν αυτώ μίαν συνεχή και ορατήν πηγήν και θεμέλιον ενότητος της πίστεως και της αδελφότητος. Και όλη αυτή η διδασκαλία περί του θεσμού, της συνεχείας, της δυνάμεως και του λόγου αυτού του αγίου Πρωτείου του Ρωμαίου ποντίφικος και της αλαθήτου δι­δακτικής εξουσίας του, αυτή η αγία Σύνοδος πάλιν προ­βάλλει, δια να πιστεύεται σταθερώς από όλους τους πιστούς». «Μία Σύνοδος ουδέποτε είναι οικουμενική, εάν δεν ανακηρυχθή ή τουλάχιστον γίνη δεκτή ως τοιαύτη από τον διάδοχον του Πέτρου».

– «Ο Ρωμαίος ποντίφιξ, ως ο διάδοχος του Πέτρου, είναι η διαρκής και ορατή πηγή και θεμέλιον της ενότη­τος των επισκόπων και του πλήθους των πιστών».

– «Αυτή η θρησκευτική υποταγή της θελήσεως και του νου πρέπει να δεικνύεται κατά ένα ιδιαίτερον τρό­πον εις την αυθεντικήν διδακτικήν εξουσίαν του Ρωμαί­ου ποντίφικος ακόμη και όταν δεν ομιλή από καθέδρας» (Καθ’ ημετέραν μετάφρασιν εκ του «The documents of Vatican B’», Ν. York 1966, σελ. 38, 44, 48).

– «Ο Ρωμαίος ποντίφιξ, ο αρχηγός του συλλόγου των επισκόπων, λόγω του αξιώματός του, κατέχει το αλάθητον, όταν, ως ποιμήν και ως ύψιστος διδάσκαλος πάντων των πιστών, στηρίζων εις την πίστιν τους αδελ­φούς του,(Λουκά ΚΒ, 32) διακηρύττη δια μιας οριστικής πράξεως μίαν διδασκαλίαν, αφορώσαν την πίστιν ή τα ήθη. Δια τούτο δικαίως λέγεται, ότι αι αποφάσεις του πάπα είναι αμετάτρεπτοι εξ εαυτών και ουχί συναινέσει της Εκκλη­σίας, εφ’ όσον εξηγγέλθησαν τη συμπαραστάσει του Αγίου Πνεύματος… Συνεπώς, αι αποφάσεις του πάπα δεν υπόκεινται εις ουδεμίαν άλλην έγκρισιν, εις ουδεμίαν έκκλησιν, εις ουδεμίαν κρίσιν. Διότι ο Ρωμαίος πο­ντίφιξ δεν εκφράζει την γνώμην του ως ιδιωτικόν πρό­σωπον, αλλ’ ως ύψιστος διδάσκαλος της Οικουμενικής Εκκλησίας, εις τον οποίον εδρεύει προσωπικώς το χάρι­σμα του αλαθήτου αυτής ταύτης της Εκκλησίας, εκθέ­τει και υπερασπίζεται την διδασκαλίαν της Καθολικής πίστεως».

– «Ο Ρωμαίος ποντίφιξ, δυνάμει της ευθύνης του ως τοποτηρητού του Χριστού και ποιμένος πάσης της Εκκλησίας, έχει εντός της Εκκλησίας την πλήρη, υπερτάτην και οικουμενικήν εξουσίαν, την οποίαν δύναται να ασκή πάντοτε ελευθέρως… Δεν υπάρχει ποτέ οικου­μενική Σύνοδος, μη επικυρουμένη ως τοιαύτη ή τουλάχι­στον μη εμφανιζομένη ως αποδεκτή υπό του διαδόχου του Πέτρου. Είναι προνόμιον του ρωμαίου ποντίφικος η σύγκλησις των Συνόδων, η προεδρία αυτών και έγκρισις των αποφάσεών των» (Παρά Σπυρ. Μπιλάλη, τ. Α’ σελ. 323, 325).

Τα ανωτέρω αποτελούν δια τους Ορθοδόξους ουχί μόνον ανατροπήν της ευαγγελικής Ορθοδόξου Εκκλησιολογίας αλλά και βλασφημίαν κατά του Αγίου Πνεύ­ματος, του οποίου την αποστολήν ως πηγής ενότητος και αλαθήτου οδηγού της Εκκλησίας αναλαμβάνει εις άνθρω­πος. Πρόκειται περί πανηγυρικής επιβεβαιώσεως του πα­πικού ανθρωποκεντρισμού εν μέσω εικοστώ αιώνι.

Ελέχθη ότι δια της Β’ Βατικανείου εξήρθη ο επισκο­πικός θεσμός. Μελετών όμως τις τα κείμενα διαπιστώ­νει ότι οσάκις εξαίρεται ο επισκοπικός θεσμός, συνεξαίρεται και η επί των επισκόπων άμεσος εξουσία και δι­καιοδοσία του πάπα, ώστε ουδεμία να προκύπτη καλλιτέρευσις εκ της Β’ Βατικανείου.

Είναι χαρακτηριστική εν προκειμένω η κριτική του Καθηγητού Κ. Μουρατίδου περί της διατυμπανισθείσης συλλογικότητος των επισκόπων ως δήθεν επιτεύγματος της Β’ Βατικανείου: «Καθ’ όσον δε αφορά εις την συλλογικότητα (Collegialitas) των επισκόπων, περί ης τόσος πολύ λόγος εγένετο και εφ’ ής τόσον πολλαί ελπίδες εστηρίχθησαν, δια της περί Εκκλησίας Constitutio (δια­τάξεως) της καλουμένης «Nota explicative praevia» απεψιλώθη δια λεπτεπιλέπτων νομικών διακρίσεων πάσης ipso jure εξουσίας και αυτής της οικουμενικής Συνόδου υποβιβασθείσης εις απλούν συμβουλευτικόν σώμα του πάπα, παρά τα προς το θεαθήναι διακηρυσσόμενα περί υπερτάτης εξουσίας αυτής εν τη Εκκλησία». (Κ. Μουρατίδου, «Σχέσις Εκκλησίας και Πολιτείας» τόμ. Α’ Αθήναι 1965, σελ. 168, 169. Πρβλ. και Ι. Καρμίρη, «Ορθοδ. και Ρωμαιοκ/σμός», Γ’ σελ. 129, 130).

Αλλά και ο παπικός θεολόγος Κ. Rahner ομολογεί ότι· «όλη η εξουσία των επισκόπων υποτάσσεται εις τον πάπαν. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι αυτή η τάξις των πραγμάτων, περί της οποίας οριστικώς διεμαρτυρήθη η σύνοδος του Βατικανού, έδωσε την εντύπωσιν εις το εσωτερικόν της Εκκλησίας και έτι περισσότερον εις το εξωτερικόν, ότι οι επίσκοποι δεν ήσαν ει μη υπάλληλοι του πάπα…» (Σπυρ. Μπιλάλη, τόμ. Α’, σελ. 331).

Θα ήλπιζε τις ότι η Β’ Βατικάνειος θα έβλεπε καθολικώτερον την ενότητα της Εκκλησίας και όχι από της στενής Ρωμαιοκεντρικής σκοπιάς, ως μέχρι τούδε έβλεπεν αυτήν. Δυστυχώς και εις το θέμα αυτό διεψεύσθησαν όλαι αι ελπίδες και προσδοκίαι. Η Ρώμη θέλει πά­ντοτε την ενότητα παποκεντρικήν και όχι χριστοκεντρικήν και πνευματολογικήν. Είναι χαραστηριστικά τα όσα λέγει το διάταγμα περί Οικουμενισμού: «Εν τού­τοις οι διιστάμενοι αδελφοί ημών… δεν απολαμβάνουν την ενότητα εκείνην, την οποίαν ο Ιησούς Χριστός ηθέ­λησε να επιδαψιλεύση εις πάντας όσους ανεγέννησε και εζωοποίησεν εις εν σώμα… Δια μόνης πράγματι, της Κα­θολικής Εκκλησίας του Χριστού, η οποία είναι γενικόν όργανον σωτηρίας, δύναται να επιτευχθή όλη η πληρότης των μέσων της σωτηρίας. Διότι μόνον εις τον αποστολικόν Σύλλογον, του οποίου ο Πέτρος προΐσταται, είναι εμπεπιστευμένα, κατά την πίστιν ημών, όλα τα αγαθά της Κ. Διαθήκης, ώστε να συγκροτηθή επί της γης εν σώμα του Χριστού, εις το οποίον πρέπει πλήρως να ενσωματωθούν όλοι όσοι κατά τινα τρόπον, ανήκουν ήδη εις τον λαόν του Θεού».

Η Β’ Βατικάνειος ακολουθούσα την παλαιάν παπικήν γραμμήν εδικαίωσε πλήρως τον θεσμόν της ουνίας. Τί φρονεί περί των ουνιτών το Βατικανό αποκα­λύπτει ο ουνίτης Πατριάρχης των Μελχιτών (πρώην ορθοδόξων) Μάξιμος ο Δ’. «Δια το Βατικανόν οι ανά τον κόσμον δρώντες ουνίται αποτελούν μέσον «μετα­στροφής των αιρετικών» εν είδος παγίδος, όπου η ομοιότης του τυπικού και της εξωτερικής οργανώσεως προ­σφέρεται εξ ολοκλήρου προς εκμετάλλευσιν» (Μαξίμου Δ’, Πατριάρχου Μελχιτών, «Καθολική Ανατολή και χριστιανική ενότης», Αθήναι, σελ. 13).

Ορθώς δε παρατηρεί ο Μητροπολίτης Τυρολόης Πα­ντελεήμων Ροδόπουλος ότι «Το προσηλυτιστικόν πνεύμα, που επικρατεί γενικώς εν τω Διατάγματι τούτω και ειδικώς εις ωρισμένας παραγράφους είναι απαράδεκτον εξ επόψεως Ορθοδόξου. Προβλέπεται και επισημοποιεί, κατά τινα τρόπον, δια του επισήμου τούτου κειμένου της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας ο από της Ορθοδόξου Εκκλησίας εις τας ουνιτικάς προσηλυτισμός των ατό­μων…» (Περιοδ. «Γρηγόριος ο Παλαμάς», τεύχ. 584-585 α’-6′, σελ. 22, Ιαν. Φεβρ. 1967).

Εξ όλων αυτών συνάγεται ότι δεν υπάρχει μετάνοια εις τον παπισμόν, αλλ’ εμμονή και αύξησις των παλαιών ολοκληρωτικών αξιώσεων. Ο υπερήφανος «αλάθητος» άνθρωπος της Ρώμης δεν δέχεται να παραχωρήση την θέσιν του εις τον Θεάνθρωπον Χριστόν, την αληθή και αλάθητον κεφαλήν της Εκκλησίας. Υπέταξεν εις την εξουσίαν του όλας τας Εκκλησίας της Δύσεως και τας Ανατολικάς ουνιτικάς. Τώρα απομέ­νει προς υποταγήν εκ των μη παπικών η Ορθόδοξος, καθ’ όσον οι Προτεστάνται δεν αποτελούν Εκκλησίας αλλ’ ομάδας θρησκευτικάς.

Προς υποταγήν και της Ορθοδόξου Εκκλησίας το Βατικανόν προσποιείται ότι ήλλαξε πνεύμα. Προέβη εις χει­ρονομίας ευγενείας και καλής διαθέσεως με τον σκοπόν να διαθέση ευμενώς τους Ορθοδόξους απέναντί του, ώστε να διευκολύνη την επάνοδόν τους εις την Ρώμην [Ως λέγει και ο Μητροπολίτης Παντελ. Ροδόπουλος: «Η Β’ Σύνοδος του Βα­τικανού, η οποία προ έτους επεράτωσε τας εργασίας της, προσεπάθησε να θέση τέρμα εις την αποξένωσιν της Ρωμαϊκής Εκκλησίας από των άλλων Εκκλησιών και από του κόσμου. Επέτυχον εις τούτο; Δια λόγων αγάπης και ταπεινοφροσύνης και γενικού πνεύματος ευγενείας ναι. Δια των κειμένων όμως των περισσοτέρων αυτής όχι» (Γρηγ. Παλαμάς, τ. 584-685, α’-β’, σελ. 23-24, Ιαν. Φεβρ. 1966)].

Η άρσις των αναθεμάτων, η ανταλλαγή επισκέψεων, η παραχώρησις αδείας εις τους παπικούς να κοινωνούν εις τας Εκκλησίας των Ορθοδόξων και αντιστοίχως των Ορθοδόξων εις τους παπικούς, τα συνέδρια, αι συμπροσευχαί εξυπηρετούν αυτόν τον σκοπόν. Ο παπισμός πιστεύει ότι με όλα αυτά οι Ορθόδοξοι, οι οποίοι κατά κόσμον είναι ασθενέστεροι και εμπερίστατοι (λόγω της υπό αντιχρίστων καθεστώτων υποδουλώσεως των περισσοτέρων Ορθοδόξων λαών) και ανοργάνωτοι (στερούμενοι ισχυράς κεντρικής διοι­κήσεως, ως ο παπισμός), ευκόλως θα απορροφηθούν από τον παπισμόν, ως συνέβη με τας άλλας πρώην Ορθοδόξους Εκκλησίας της Δύσεως και το ήμισυ του Πατριαρχείου της Αντιοχείας, το οποίον κατεφαγώθη από την ουνίαν.

Η ανταπόκρισις, την οποίαν δεικνύουν οι Ορθόδοξοι κληρικοί και λαϊκοί Θεολόγοι εις τας παπικάς αυτάς χειρονομίας, εξυπηρετεί τα σχέδια του Βατικανού. Αι φιλοπαπικαί εκδηλώσεις των Ορθοδόξων ηγετών και θεολόγων αμβλύνουν την εκ παραδόσεως αντίστασιν του Ορθοδόξου λαού και προετοιμάζουν το Ορθόδοξον πλήρωμα δια την μελετωμένην υπό του Βατικανού, καλώς σχεδιασθείσαν και σταδιακώς εφαρμοζομένην ουνιτοποίησιν των Ορθοδόξων. Δεν θέλομεν να πιστεύσωμεν ότι οι φιλοπαπικοί Ορθόδοξοι συνεργάζονται συνειδητώς δια την εκτέλεσιν του σχεδίου αυτού.

Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι το αμετανόητον Βατικανόν έχει μακροτάτην πείραν προσηλυτισμού των Ορθοδόξων, διαθέτει ειδικά προσηλυτιστικά ιδρύματα και σχολάς, ειδικευμένον προσωπικόν και επάρκειαν οικονομικών μέσων. Διαθέτει επίσης αρχαιοτάτην διπλωματικήν πείραν και οργάνωσιν. Υπάρχουν παπικοί θεολόγοι, οι οποίοι παρακολουθούν και γνωρίζουν καλλίτερον από τους Ορθοδόξους τα εν τη Ορθοδοξία συμ­βαίνοντα, πάντες δε ούτοι εμφανιζόμενοι ως φιλορθόδοξοι εισχωρούν τεχνηέντως εις την Ορθοδοξίαν, ακόμη και εις Ορθοδόξους Ιεράς Μονάς.

Ύπουλον μέσον διαστροφής του Ορθοδόξου φρονήμα­τος είναι αι υπό των παπικών παραχωρούμεναι ευρύτατα υποτροφίαι εις νέους και απείρους Ορθοδόξους θεολό­γους δια σπουδάς εις παπικά πανεπιστημιακά ιδρύματα. Τι επεδίωκον ανέκαθεν και τι επιδιώκουν και σήμερον οι παπικοί δια των υποτροφιών αυτών δεν είναι δύσκολον να εννοήση τις. Τον επηρεασμόν των μελλόντων να καταλάβουν ηγετικάς θέσεις εις την ιεραρχίαν και την ακαδημαϊκήν θεολογίαν, ώστε να εξασφαλισθή ευμενής στάσις απέναντι του Βατικανού.

Ως μοι είπε ο μακαριστός Ρουμάνος Ορθόδοξος θεο­λόγος, π. Δημήτριος Στανιλοάε, παραστάς εις συνέδριον παπικών και ορθοδόξων θεολόγων, η τοποθέτησις των Ορθοδόξων θεολόγων, εκ των οποίων οι περισσότεροι ήσαν υπότροφοι των παπικών, ήτο αποκαρδιωτική. Εκ των παρισταμένων είκοσι Ορθοδόξων θεολόγων, οι δεκα­οκτώ ετάχθησαν υπέρ της μυστηριακής διακοινωνίας προ της ενώσεως των Εκκλησιών. Υπάρχουν δε πληροφορίαι, καθ’ άς ορθόδοξοι νέοι υπότροφοι των παπικών, κοινω­νούν ήδη εις τους παπικούς ναούς.

Το κλίμα τούτο καλλιεργούν και οι ρωμαιοκαθολικοί καθηγηταί. Ούτω πληροφορούμεθα ότι εν Regensburg o καθηγητής Paul Rauch, όστις διευθύνει το ίδρυμα Santa Klara (κέντρον δι’ οικουμενικάς σχέσεις) τελουμένης της Ορθοδόξου θείας Λειτουργίας απαγγέλλει ελληνιστί το Σύμβολον της πίστεως και την Κυριακήν Προσευχήν, λειτουργούντος Ορθοδόξου ιερέως και παρόντος Ορθο­δόξου εκκλησιάσματος.

Δι’ όλων αυτών προάγεται ο λεγόμενος «λαϊκός οικουμενισμός», ήτοι η σταδιακή ψυχολογική προετοιμα­σία του Ορθοδόξου λαού, ώστε συν τω χρόνω ή ένωσις να πραγματοποιηθεί εις τον λαόν ανεξαρτήτως των αποφάσεων της ιεραρχίας.

Ήδη ο λαϊκός οικουμενισμός έχει αρχίσει να αποδίδη καρπούς. Ορθόδοξοι εις το εξωτερικόν εκκλησιάζο­νται, κοινωνούν και βαπτίζουν τα τέκνα των εις τους Ρωμαιοκαθολικούς. Πού οδηγούμεθα με όλα αυτά, δεν είναι δύσκολον να προίδη τις.

Δια να μη αυταπατώμεθα οι Ορθόδοξοι σχετικώς με τας διαθέσεις των δυτικών, είναι χρήσιμον να παρακολουθήσωμεν τι λέγουν εις στιγμάς ειλικρινείας διακε­κριμένοι εκπρόσωποι του παπισμού.

Ούτως ο γνωστός θεολόγος Yves Congar λέγει ότι η υπέρ της ενότητος προσευχή «σημαίνει κατά τους Καθολι­κούς προσευχήν υπέρ επεκτάσεως της Καθολικής Εκκλη­σίας, εν τη οποία ευρίσκεται η Εκκλησία του Χριστού και των Αποστόλων» και «ο καθολικός παραμένει ό,τι είναι και προσκαλεί τους άλλους να έλθουν προς αυτόν» (Yves Congar, «Η Θεολογία της Προσευχής υπέρ της χριστιανικής ενότη­τος», Αθήναι 1968, σελ. 13-16).

Χαρακτηριστική είναι επίσης η κατωτέρω ειλικρινής δήλωσις του πρωτεργάτου της Β’ Βατικανείου Συνόδου Καρδιναλίου Αυγουστίνου Μπέα: «Θα ήτο εν τη πράξει μία κακώς νοουμένη αγάπη προς την ενότητα και προς τους διισταμένους αδελφούς, εάν κανείς ήθελε να εγγεννήση εις αυτούς την ελπίδα, ότι δήθεν η Ρωμαιο­καθολική Εκκλησία θα απήτει παρ’ αυτών μόνον την αναγνώρισιν των «ουσιωδών δογμάτων», ότι δήθεν θα παρητείτο επί παραδείγματι της υπ’ αυτών αποδοχής των δογματικών διατάξεων της εν Τριδέντω Συνόδου ή ότι θα εδείκνυε κατανόησιν δι’ επαναθεώρησιν του Δόγ­ματος περί πρωτείου ή περί αλαθήτου του πάπα. Ό,τι η Εκκλησία άπαξ εξήγγειλεν ως πρότασιν πίστεως (δόγ­μα), εξήγγειλεν αυτό υπό την συμπαράστασιν του Αγίου Πνεύματος, ως μίαν παρά του Θεού αποκαλυφθείσαν αλήθειαν, περί της οποίας κατ’ ουδένα τρόπον έχει αυτή δικαίωμα να ενεργήση άλλως. Ο Κύριος ενεπιστεύθη εις αυτήν (εις την Εκκλησίαν) την διαφύλαξιν και ερμηνευτικήν ανάπτυξιν της αληθείας της αποκαλύψεως, αλλά δεν έδωκεν εις αυτήν την εξουσίαν να μεταβάλη τι εις τας αληθείας ταύτας» (Παρά Ιω. Καλογήρου, «Η Β’ εν Βατικανώ Γενική Ρωμαιοκαθολική Σύνοδος και η οικουμενική προσπάθεια αυτής κατ’ ορθόδοξον θεώρησιν», Θεσ/νίκη 1965, ελ. 24).

Πόσον αμετανόητοι είναι οι παπικοί δεικνύει και η μέχρι σήμερον εκδηλουμένη εχθρότης των έναντι των αγίου Γρηγορίου του Παλαμά με επίκεντρον το Istina και με τας κατά του αγίου Γρηγορίου εκδόσεις. Έχει τόσον βαρύτατα ασθενήσει ο παπισμός από το ανθρωποκεντρικόν και ορθολογιστικόν πνεύμα, ώστε η θερα­πεία του να φαίνεται, τουλάχιστον κατ’ άνθρωπον, αδύνατος.

Και ο μεν παπισμός βαρύτατα νοσών επιμένει εις την νόσον του και το χειρότερον επιδιώκει να την μετάδωση και εις τους, χάριτι Θεού, παραμένοντας πνευματικώς υγιείς Ορθοδόξους δι’ αλλαγής της προσηλυτιστικής τακτικής και μεθόδου του.

Τί όμως αναγκάζει τους Ορθοδόξους να πίπτουν ως αφελείς εις την παγίδα του παπισμού και να συμπεριφέρωνται προς αυτόν, ως εάν πράγματι ήλλαξε πνεύμα και σκοπόν; Είναι δυνατόν πάπαι εμμένοντες εις τας ανωτέρω αντιευαγγελικάς και αντιεκκλησιαστικάς πλάνας να θεωρούνται παρά ημετέρων ως «άγιοι», ή ως έχοντες αποστολικήν πίστιν και αποστολικήν διαδοχήν, ως ημείς έχομεν; Ούτε η Εκκλησία της Ρώμης είναι αγία, διότι ακο­λουθεί αμετανόητος τόσας αιρέσεις. Έχει εκπέσει της Αληθείας και ως εκ τούτου και της χάριτος και της απο­στολικής διαδοχής. Θα είναι άγιος ο πάπας και αγία η Εκκλησία της Ρώμης, εφ’ όσον μετανοήσουν ειλικρινώς δι’ όλας τας αντιευαγγελικάς αιρέσεις των και τότε θα είναι άξιοι της τιμής και της προσκυνήσεώς μας. Τοιουτοτρόπως επίστευε πάντοτε η Εκκλησία και τοι­ουτοτρόπως πιστεύομεν και ημείς. Αυτή είναι η πίστις κατά τον θεολόγον Γρηγόριον, «ην εδιδάχθην παρά των αγίων Πατέρων, ην εδίδαξα κατά πάντα καιρόν ομοίως, ου συμμορφούμενος τοις καιροίς, και διδάσκων ου παύσομαι, μεθ’ ής εγεννήθην και η συναπέρχομαι» (Προς Αρειανούς, Ρ.G. 36, 233 Β). Ημείς οι ευτελείς δεν είμεθα αγιώτεροι ούτε εξυπνότεροι από τους μεγάλους Πατέρας μας, τον άγιον Φώτιον, τον άγιον Γρη­γόριον τον Παλαμάν, τον άγιον Κοσμάν τον Αιτωλόν, τον άγιον Νικόδημον τον Αγιορείτην, δια να αλλάξωμεν το ευσεβές φρόνημα της Εκκλησίας και να ομολογήσωμεν ετέραν πίστιν, συμβιβάζοντες τα ασυμβίβαστα. Μένομεν, χάριτι Θεού, και δι’ ευχών των αγίων Πα­τέρων ημών σταθεροί εις όσα παρελάβομεν, εβαπτίσθημεν, εκατηχήθημεν, ωμολογήσαμεν, επιστεύσαμεν, ελπίζομεν και δι’ όσα επίσης ήλθομεν εις τον άγιον αυτόν τόπον της Υπεραγίας Θεοτόκου καταφρονήσαντες τον κόσμον και τα του κόσμου. Ει τις δε ευαγγελίζεται, παρ’ ό παρελάβομεν παρά των αγίων Πατέρων, ανάθεμα έστω (Γαλ. α’, 9).

Γνωρίζομεν πόσο δυσκολεύονται κληρικοί και λαϊκοί θεολόγοι εν τω κοσμώ βιούντες να κατανοήσουν την γλώσσαν αυτήν. Η εκκοσμίκευσις, ο ηθικισμός και ο ουμανισμός έχουν καταστήσει ολιγώτερον ευαίσθητους πολλάς ορθοδόξους συνειδήσεις.

Ταπεινώς όμως τους παρακαλούμεν να μη κρίνουν τα ανωτέρω με τα κριτήρια του κόσμου, αλλά με τα αιώνια κριτήρια του Ευαγγελίου και των Αγίων Πατέρων.

Ποιοί είμεθα ημείς, δια να αντικαταστήσωμεν τα αιώνια κριτήρια της Εκκλησίας, με τα ιδικά μας κρι­τήρια; Μήπως έχομεν την αγιότητα ή την σοφίαν ή την άσκησιν ή το μαρτύριον των αγίων Αποστόλων, μαρτύρων, ομολογητών της πίστεώς μας, ώστε να έχωμεν το δικαίωμα να κρίνωμεν διαφορετικά από αυτούς; Ορθώς παρατηρεί ο Λόσκι· «Το γεγονός ότι οι πνευματολογικοί αγώνες του παρελθόντος φαίνεται να μη εκτιμώνται ενίοτε ή ακόμη, να αναπτύσσωνται με κάποιαν περιφρόνησιν υπό ωρισμένων συγχρόνων ορθο­δόξων θεολόγων (και ιδίως Ρώσων θεολόγων, οι οποίοι είναι πολύ συχνά αγνώμονες προς το Βυζάντιον), τούτο δεν προσάγει ευνοϊκήν μαρτυρίαν περί της δογ­ματικής αυτών συνειδήσεως και της αισθήσεως της ζώσης παραδόσεως εις τους θεολόγους αυτούς, οι οποίοι είναι πρόθυμοι να αρνηθούν τους πατέρας των» (Βλαδ. Λόσκι, «Κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού», σελ. 3, Θεσ/νίκη 1974). Μία επίσκεψις εις το Αγιον Όρος πείθει τον οιονδή­ποτε καλής διαθέσεως και ταπεινού φρονήματος κοσμικόν, κληρικόν ή λαϊκόν θεολόγον, πόσον εσφαλμένα είναι τα σημερινά κριτήρια του εκκοσμικευμένου Χρι­στιανισμού εν σχέσει με τα κριτήρια της αγίας μας πί­στεως.

Εν ονόματι αυτών των κριτηρίων έγραψα την μελέτην αυτήν, και εξ υπακοής προς αγίους Γέροντας, οι οποίοι ανησυχούν σοβαρώς δια την αλλαγήν στάσεως Ορθοδόξων τινών έναντι του παπισμού.

Πιστεύω ότι το κείμενον αυτό εκφράζει την πίστιν των αγιορειτών και ότι θα υπεγράφετο από τους περισ­σοτέρους αγιορείτας. Ζητούμεν και την ευλογίαν όλων των εν τω Αγιωνύμω Όρει διαλαμψάντων οσίων Πατέ­ρων και ιδίως του εν αγίοις Πατρός ημών Γρηγορίου του Παλαμά, ώστε η αμαρτωλότης μας να μη εμποδίση την αρμόζουσαν εις τους δυσκόλους και συγκεχυμένους και­ρούς μας Ορθόδοξον ομολογίαν.

Ως έσχατος αγιορείτης, ταπεινώς παρακαλώ μετά των αδελφών μου τους αγίους πατέρας και αδελφούς μας να μη παρίδουν την φωνήν των ταπεινών αγιο­ρειτών μοναχών, ούτε να προχωρούν εις καινοτομίας περί την πίστιν και τας σχέσεις με τους ετεροδόξους, αι οποίαι είναι αντίθετοι προς το πνεύμα της Ορθοδοξίας παραθεωρούντες την «συνείδησιν της Εκκλησίας».

Αλλως, όλαι αι προσπάθειαι και οι αγώνες των θα έχουν την τύχην των προηγουμένων παρομοίων προ­σπαθειών τύπου Φεράρρας – Φλωρεντίας και θα προκα­λέσουν περισσοτέρους διχασμούς παρά ένωσιν, διότι δεν θα εκφράζουν την Ορθόδοξον συνείδησιν. Προσφυώς δε ελέχθη ότι εάν το Αγιον Όρος δεν συμφωνήση αβιάστως δια, τυχόν, μελλούσας ενώσεις ή συνόδους, ούτε η Ορθοδοξία θα συμφωνήση.

8 Οκτωβρίου 1978

Μνήμη του Αγίου Οσιομάρτυρος Ιγνατίου

(Απόσπασμα από το βιβλίο «Ορθοδοξία και Παπισμός», ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΟΣΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ 1978)

Διαβάστε περισσότερα κείμενα του γέροντα πατώντας εδώ

 

RSS
Facebook
Google+
http://alopsis.gr/%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CE%AF%CF%89%CF%83%CE%B9%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B5%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CF%82-%CF%86%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82-%CF%84%CF%89/">
SHARE
[Ψήφοι: 1 Βαθμολογία: 5]